ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΝΙΚΟΣ ΧΑΓΕΡ ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ

ΑΠΟ ΤΙΣ «ΗΡΕΜΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ»
ΧΛΩΜΕΣ ΚΥΡΙΕΣ…

Χλωμές κυρίες, σε ντιβάνια ξαπλωμένες,
όλο νωχέλεια, και χάρη, κι εμορφιά,
μοιάζουν εμένα οι σκέψεις μου οι κουρασμένες
μες στ’ Άτονα του Τώρα Δειλινά…

Και η ψυχή τους είναι ξεχασμένη
μες στη βαριά την ευωδιά που είν’ απλωμένη
στην κάμαρα, και στους παράξενους καπνούς…
… Μόλις μπορούν να ξεχωρίσουν κάτι Σκιές,
κάτι σαν οπτασίες μακρινές,
που ξεπροβάλλουνε μισόσβηστες θαμπές.

Μορφές του Πόθου, της Λαγνείας…. ― Υποκρισία
και σαρκασμός στα χείλη. Στο ύποπτό τους
το βλέμμα, η Ταπεινή Ανησυχία… ―
(Και οι κυρίες χαμογελάνε στ’ όνειρό τους…)

Μορφή του Έρωτα και της Αγάπης. Οπτασία
λευκή, θλιμμένη, με τον Πόνο μες στο βλέμμα…
(Μα οι Κυρίες ψιθυρίσαν: «Να ‘ταν ψέμα;…»
κι αναστενάξανε σε κάποια νοσταλγία).

Αγνή και χαμηλοβλεπούσα, η Οπτασία
της Ελπίδας προχωρεί διπλά κι αργά.
Όμως, απότομα, προφταίνει η Ανία
και την σκεπάζει με τα μαύρα της φτερά…

(Και οι Κυρίες δεν την αντικρίσαν,
και τα μάτια τους γυαλίζουν ως δακρύσαν…)

…Χλωμές κυρίες, σε ντιβάνια ξαπλωμένες,
όλο νωχέλεια, και χάρη, κι εμορφιά,
μοιάζουν εμένα οι σκέψεις μου οι κουρασμένες
μες στ’ Άτονα του Τώρα Δειλινά…

Περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη, Χρονιά Α’, Δεκέμβρης 1926, τεύχος 1ο,

Η ΑΙΩΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Καιρός πια να τελειώνει η ιστορία αυτή…
Πολύ εβάσταξε… Θα βρει έναν τρόπο… Θα της πει…

Άλλωστε αρκεί λίγη ψυχρότητα να δείξει,
κι εύκολα η ιστορία αυτή θα λήξει…

Έτσι είπε. Και την άλλη Κυριακή
τέτοια ακολούθησε ως το τέλος ταχτική.

Της μίλησε με «τρυφερήν αδιαφορία»
― και πώς τον κοίταζεν, αυτή, με απορία…―

Και βέβαια, θα βλεπόμαστε… Ποιος ξέρει…
Αλήθεια, είδες;… Πάει το καλοκαίρι…

Αυτή δεν απαντούσε. Κάποιο δάκρυ
απ’ των ματιών της κύλησε την άκρη…

Και με παράπονο βουβό, δίχως να κλάψει,
τον ρώτησε αν θέλει να του γράψει.

Αυτός, με τρόπο άλλαξε ομιλία
― νας, ας του έγραφε… με πρώτην ευκαιρία…―

Κι έτσι χωρίστηκαν. Μα ήταν δυνατό;…
Ήταν, λοιπόν, αυτό, τόσο απλό;…

Περάσαν μέρες. Δεν ελάβαινε το γράμμα…
Και τότε αρχίνησε το αληθινό το δράμα:

Το βράδυ, ο ταχυδρόμος σαν περνά,
πώς νιώθει την καρδιά του να χτυπά…

Κι οι μήνες που του φαίνουνται σα χρόνοι
περνάν, κι αυτός ολοένα μαραζώνει…

Το ξέρει πια πως δε θα ‘ρθεί το γράμμα·
κι όμως προσμένει ακόμα κάποιο θάμα…

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1928

Περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη, Χρονιά Γ’, Φεβρουάριος 1929, τεύχος 2ο

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Σήμερα, απαντηθήκαμε τυχαία
και κοιταχτήκαμε ψυχρά, μ’ αδιαφορία…
Σα να μην είχαμε ποτέ μας γνωριστεί…
― Μονάχα που στο βλέμμα της μου εφάνη
πως μάντευα κάτι σαν απορία…

Κι όμως, ω, πώς θυμάμαι φωτεινά
― σαν από τότες να μη γνώρισα καμία
τέτοια χαρά ― εκείνο το πρωί…
― Το φόρεμά της ήταν θαλασσί,
κι είχε τα μάτια υγρά απ’ την ευτυχία…―

Με προσοχή, με γέλια, με χαρά,
ξετύλιξε κάποια φωτογραφία…
Εχάραξε δυο λόγια στη γωνία
―: «για μιαν ανάμνηση», δυο λόγια έτσι απλά―
χαμήλωσε τα μάτια ντροπαλά,
και μου την πρόσφερεν αδέξια, με δειλία…

Θα την κρύψω ―ω βέβαια ― βαθιά,
πολύ βαθιά αυτή τη φωτογραφία.
Έτσι, που, αν ποτέ τύχει και ξανά
συναντηθούμε, όπως σήμερα, τυχαία,
να μη θυμάμαι: τάχ’ αληθινά
έζησα κάποτες, ή με τη φαντασία
μονάχα, ―στα όνειρά μου τα τρελά…―
αυτήν την ξεχασμένην ιστορία…

Περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη, Χρονιά Ε’, Μάρτιος 1931, τεύχος 3ο

ΤΟΥΣ ΕΡΩΤΕΣ ΝΟΣΤΑΛΓΗΣΑ…

(Τους έρωτες νοστάλγησα, που δε μπορεί να ζήσει
τώρα πια η κουρασμένη μου κι ανήσυχη ψυχή,
τους ήρεμους κι αθώους έρωτες, τα χαμογέλια,
την ευτυχία στην ενατένιση κάτι αγνών ματιών…)

Θα ‘ναι λεπτή, γλυκιά και μελαγχολική…
Ώρες πολλές θα κάθεται κοντά στο παραθύρι
μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, σκεφτική…
Απ’ έξω, η βροχή μονότονα θα πέφτει…

Ύστερα θα ‘ρχουνται «τ’ απόγεμα», δυο τρεις
φίλες της, όλο γέλια και χαρά…
Κι αυτή, θα κάθεται στο πιάνο… Θα χαμογελά
στ’ αθώα αστεία που θα λέει η συντροφιά…

Μα ο νους της θαν μακριά, πολύ μακριά,
στους ανοιξιάτικους ερωτικούς μας περιπάτους…
―Λουκία θα τη λεν, Λουκία. Τα μαλλιά της
θα ‘ναι ξανθά, και θα ‘χει μάτια γαλανά…

(Θα ‘ναι η πρώτη της αγάπη…) Μοναχή,
τα βράδια θ’ αγρυπνάει… Θα συλλογιέται
τα λόγια που δεν τόλμησε να πει
και που τα μάγουλά της πορφυρώναν…

Θα νιώθει ναν γεμάτη η ύπαρξή της
από την ευτυχία, κι από «αγάπη».
(Έτσι τη νύχτα, μόνη της, θα ομολογεί…)

―Μια τέτοια αγάπη αγνή κι εντατική
σαν κάποιον έρωτα που μάταια ποθεί
και που δεν είναι δυνατό να ξαναζήσει
τώρα πια η κουρασμένη μου κι ανήσυχη ψυχή…

Περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη, Χρονιά Β’, Μάρτιος 1928, τεύχος 3ο

ΗΤΑΝ, ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΟΣΟ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΗ…

Και να, το θαύμα που έγινε! Που βρήκα
την ηρεμία και πάλι στη ζωή μου…
Που οι σκέψεις μου οι μαύρες σκορπιστήκαν
ερείπια, στην χαρούμενη ψυχή μου…

… Ήταν αλήθεια, τόσο απελπισμένη
η ψυχή μου, κι ήταν τόσο το σκοτάδι…
Μα ξάφνου αντίκρισα ―στιγμή ευλογημένη―
δυο μάτια που δακρύζαν μες στο βράδυ.

Περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη, Χρονιά Β’, Μάιος 1928, τεύχος 6ο

ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟΣ

Είναι κακός. Έτσι του λένε. Το πιστεύει
καμιά φορά κι ο ίδιος. Στο σχολείο
είν’ απ’ τους τελευταίους μες στην τάξη.
― «Πάλι δεν άνοιξες― φωνάζει ο δάσκαλος― βιβλίο!…»

Η μάνα του, που ωστόσο τον λατρεύει
― ε, και ποια μάνα… είν’ απελπισμένη…
― «Θα δεις… ―της λεν― αργότερα θα σιάξει…»
μ’ αυτή χαμογελάει λυπημένη…

Το βράδυ, σαν σχολάει, γυρνά στο σπίτι
με ρούχα λερωμένα, ξεσχισμένος.
Δεν του μιλάν. Κι αυτός σε μια γωνιά
―την ίδια πάντα― μένει ζαρωμένος.

Τσακώνεται με όλους. Τον μεγάλο
αδερφό του δε χωνεύει προπαντός,
που όλο του μιλά με καταφρόνια…
(Κι όμως το άδικο το έχει πάντ’ αυτός…)

Και μόνο αργά τη νύχτα, όταν μένει
κλεισμένος μοναχός στα σκοτεινά
κάτω απ’ το πάπλωμά του σιγοκλαίει
και μι’ απορία του σφίγγει την καρδιά…

Ένα παράπονο βουβό τον κυριεύει
σαν αναφιλητό και σα λυγμός:
γιατί, αλήθεια, σαν όλους του άλλους
να μη μπορεί κι αυτός να ‘ναι καλός…

Περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη, Χρονιά Δ’, Αύγουστος 1930, τεύχος 8ο

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΠΑΡ

Ήτανε τόσο, η ψυχή του, κουρασμένη…
―Κι ένιωθε, αλήθεια, τόσο ματωμένη
την καρδιά…―

Τη νύχτα προπαντός.―
Σαν οπτασία
πολύχρωμη περνούσαν από μπρος του,
μες στους καπνούς, παράξενες κυρίες,
και σοβαροί, αμίλητοι, αρχόντοι.

Μα όλοι ήταν τόσο ξένοι, τόσο ξένοι…
― Κι ω, την καρδιά του τη φτωχιά, τη μαραμένη…

Κι ύστερα, μες στο θάμπος, πώς χανόταν
κι αυτός, σιωπηλά, στις συντροφιές…
πως ένιωθε μονάχος… ―Ούτε καν
τα βήματά του ακούγονταν
μες στα παχιά χαλιά…

Κι ω η αγαπημένη του γωνιά, η ερημικιά…
Κι όταν, κατόπιν, άρχιζεν η ορχήστρα
(τόσο παθιάρικα και τόσο αρμονικά…)
οι θύμησες πώς ξύπναγαν, πικρά…

―Δυο μάτια που κοιτάζαν ντροπαλά,
ένα πυκνό και μυρωμένο δάσος…
ένα σπιτάκι αγαπημένο… μακριά…
εκεί… σα ζωγραφιά μισοσβησμένη…

Μα έπαυε η μουσική ― κι όλα πώς φεύγαν
με του βιολιού την τελευταία δοξαριά…

(― Γκαρσόν!… Πού είν’ το γκαρσόν;!… ―κει μακριά…)

Και σηκωνόταν (κι ω το μίσος, ως το μίσος,
πώς θέριευε…)
― και σηκωνότανε καρτετικά.

Γιατί ήταν τόσο, η ψυχή του κουρασμένη
― κι ένιωθε αλήθεια τόσο ματωμένη
την καρδιά…

Περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη, Χρονιά Β’, Ιούλιος 1928, τεύχος 8ο

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Δε φάνηκεν, αλήθεια, (και νυχτώνει…),
―σαν κάθε βράδυ, τέτοιαν ώρα, στο μπαλκόνι
δε φάνηκε ο αντικρινός μικρός
που ‘ναι καμπούρης και καχεκτικός.

Είν’ τα παράθυρά του, ωστόσο, φωτισμένα,
―και πίσω από τα τζάμια τα κλεισμένα
περνούν ανήσυχες σκιές, μισοσβησμένες,
―αχ, κάμε, Θεέ μου να μην είναι δακρυσμένες…

Είν’ τόσο ήρεμος, Θεέ μου, τόσο απλός
κι είν’ η ψυχή του τόσο πονεμένη
σαν βγαίνει στο μπαλκόνι μοναχός
μόλις η νύχτα ερθεί, σκοτεινιασμένη…

Το μεσημέρι μένει ώρα πολλή
πίσω απ’ τις γρίλιες των κλειστών παραθυριών.
Και με τι προσοχή παρατηρεί,
στο δρόμο τα παιχνίδια των παιδιών…

(Αυτός δεν παίζει κι ούτε που τολμά
να κατεβεί, να τρέξει, στο στενό.
Κάποτε που ‘τρεξε κι αυτός, τ’ άλλα παιδιά
φύγαν, και τον αφήσαν μοναχό…

Κι όταν η μάνα του του λέει: «Γιατί και συ
δεν πας να παίξεις όπως τ’ άλλα τα παιδιά;»
«Βαριέμαι» απαντάει αυτός σιγά,
και τον περνούνε για ιδιότροπο πολύ.)

Ύστερα, μελετάει το μάθημά του,
δίχως βοήθεια, μόνος, δυνατά…
― Κι είν’ η φωνή του σαν προμήνυμα θανάτου
ως αντηχεί, βραχνή, στη σκοτεινιά.―

Μόλις βραδιάσει, βγαίνει στο μπαλκόνι.
Ούτε διακρίνεται στο σκότος το πυκνό.
Μια οκαρίνα είν’ η συντροφιά του η μόνη,
κι όλο σφυράει τον ίδιονε σκοπό…

Απόψε όμως δε φάνηκε. Και τρέμουν
οι σκιές στο δωμάτιό του το κλειστό…
Ω, πώς φοβάμαι, πώς φοβάμαι Θεέ μου
μην του συνέβη τίποτα κακό…

Είν’ η ψυχή του πάντοτε θλιμμένη…
Είναι καμπούρης και καχεκτικός…
Κάμε τουλάχιστον, Θεέ μου, η πονεμένη
ψυχή του να ‘ναι ήρεμη διαρκώς…

Κι αν είναι να πεθάνει, ας μη το ξέρει…
Σε μια γλυκιά οπτασία ας βλέπει πως
στη γειτονιά του κάποιο μεσημέρι,
με τ’ άλλα τα παιδιά παίζει κι αυτός…

ΙΟΥΝΙΟΣ 1928

Περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη, Χρονιά Β’, Σεπτέμβριος 1928, τεύχος 10ο


Πληροφορίες για τον Νίκο Χάγερ Μπουφίδη στο Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΔΕΝΔΡΙΝΟΥ

ΜΕ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΚΑΙ ΑΠΕΙΡΗ ΦΙΛΙΑ

     Ευγενικά Κυρία,
     Θα ήθελα να Σας αφιερώσω το έργο που από καιρό Σας είχα υποσκεθεί, έργο άξιο του ονόματός Σας, της καλλιτεχνικής ψυχής Σας και του άπειρου σεβασμού που τρέφω για Σας. Δε μου έλειψε η θέληση παρά η δύναμη· και για τούτο Σας παρακαλώ να αποδεχτείτε με τη συνηθισμένη Σας καλοσύνη το μικρό και ασήμαντο διήγημα που Σας προσφέρνω. Εγράφτηκε, Κυρία, πριν από το βαλκανικό πόλεμο που ήταν το προοίμιο του σημερινού ολέθριου σπαραγμού της Ευρώπης, και εδημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Noυμά ενώ διαρκούσε και εμάνιζε εκείνη η αντάρα. Ήταν η τύχη του φαίνεται, το ειρηνικό διήγημά μου να προβάλει μέσα σε τέτοιες κοσμοϊστορικές ταραχές, όταν ποτάμια αίματα βάφουν τη μητέρα γη, σα μια δειλή διαμαρτυρία ενάντια σ’ ένα τόσο άτοπο καθεστώς, που για να υπάρχει χρειάζεται τον παράλογο φόνο και την ατυχία τόσων πλασμάτων. Τι σπατάλη ζωής έγινε στα χρόνια τούτα! Αλλά ας ευκηθούμε κιόλας, η τωρινή θλιβερή αιματοχυσία να ‘ναι γραμμένη η τελευταία στα βιβλία της ανθρώπινης Μοίρας. Ξέρω, ευγενικιά Κυρία, πόσο συγκινούν την τρυφερή καρδιά Σας όλες αυτές οι δυστυχίες, κι έχω για τούτο την ελπίδα πως θα Σας φχαριστήσει λιγάκι το ταπεινό μου διήγημα, αν όχι σαν έργο τέχνης, αλλά τουλάχιστο σαν κάτι σύμφωνο ίσως με τα φιλάνθρωπα ιδανικά Σας, τη βαθιά Σας μόρφωση και τη λαμπρή Σας ευφυία που όλοι όσοι Σας ξέρουν δε μπορούν παρά να τη θαυμάζουν.

     Με σεβασμό
     Δικός Σας
     Κ. Θ.
     Κέρκυρα, 16 Σεπτεμβρίου 1914


Read More »

Ο ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΑΝΙ, ΠΛΑΤΩΝ ΡΟΔΟΚΑΝΑΚΗΣ

     «Διάβασε! στο όνομα του Δημιουργού Θεού»
     «Έπλασε τον άνθρωπο ενώνοντας τα γένη»
     «Διάβασε! στο όνομα του Λατρευτού Θεού»
     «Έμαθε στον άνθρωπο να γράφει με καλέμι»
     (Κοράνι κεφ. 96)
     
     Να! για ποιαν αιτία σοβαρή, ο Άγγελος Γαβριήλ, αδελφικός φίλος του Μωάμεθ, του ‘δωσε απάνω στο βουνό, το εικοστό τέταρτο κεφάλαιο του Κορανιού, που επιγράφεται «Το φως!» Η ιστορία αυτή βρίσκεται γραμμένη μέσα στο παλιό αραβικό βιβλίο «Ελμποκάρ», που ‘ναι γεμάτο παραδόσεις αυθεντικές.      

Read More »

ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ

Στη σελίδα αυτή παρουσιάζεται συγκεντρωμένο το έργο του ποιητή Ιωάννη Γρυπάρη

Η φωτογραφία από τη Βικιπαίδεια

ΠΟΙΗΣΗ-ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

ΚΡΙΤΙΚΗ, ΜΕΛΕΤΕΣ


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ