ΚΕΛΑΪΔΙΣΜΟΙ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ

Εγεννήθη εν Κωνσταντινουπόλει τω 1867 και κατάγεται εκ Ζακύνθου. Συνέγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, δράματα, χρονογραφήματα, κριτικάς μελέτας και παντοία καλλιλογικά και κοινωνικά δημοσιεύματα. Εκ των πρώτων του είναι τα διηγήματα «Το τριακοσιόδραχμον έπαθλον» (1881), «Η Μητρυιά» (1890) και η «Πρώτη Σειρά» διηγημάτων (1901), και «Νικόλας Σιγαλός» (1890). Εκ των δραματικών του πρωτολείων είναι ο «Ψυχοπατέρας» και ο «Τρίτος». Επηκολούθησαν κατόπιν: «η Δευτέρα Σειρά» διηγημάτων (1901), το μυθιστόρημα «Η Μαργαρίτα Στέφα» (1906), η «Τρίτη Σειρά Διηγημάτων» (1907), «Ο Κακός δρόμος» (1912). Η «Στέλλα Βιολάντη», «Οι ερωτευμένοι» και άλλα διηγήματα (1916). Επίσης εξεπόνησε πλείστα δραματικά έργα: «Φωτεινή Σάντρη», «Στέλλα Βιολάντη», «Ραχήλ», «Πειρασμός», «Ψυχοσάββατο», «Χερουβείμ», «Πολυγαμία», «Μονάκριβη», «Το μυστικό της Κοτάσσης Βαλέραινας», «Οι φοιτηταί». Έχει προσέτι προς έκδοσιν και πλείστα άλλα, εν οις τα μυθιστορήματα: «Ο Πόλεμος», «Η τιμή του αδελφού», «Μυστικοί Αρ­ραβώνες», «Τα κορίτσι που σκοτώνει» κλπ. κλπ. Διατελεί από πολλών ετών αρχισυντάκτης του παιδικού περιοδικού «Διάπλασις».


Το βιογραφικό από το βιβλίο.

Το διήγημα που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο βιβλίο το Ελληνικόν Διήγημα ήτοι Απάνθισμα Εκλεκτών Διηγημάτων της Νεολληνικής Λογοτεχνίας. Δες εδώ


     ΟΠΟΙΟΙ θέλουν να παραστήσουν «περί διά γραμμάτου» το κελάηδημα των πουλιών, γράφουν κάτι φθόγγους τέτοιους: Τσίου! τσίου! τσίου! τσίου!
     Ή
― Τσιβίτι! τσιβίτι! τσιβιτιτί.
     Ή (μα την αλήθεια, το είδα κάποτε και αυτό:)
― Βζζζζζζ… τσα, τσα, τσα, τσα!..
     Ε, λοιπόν· όχι γράμματα του αλφαβήτου, μα ούτε ολάκερη ορχήστρα από φλάουτα, πίφερα, κλαρίνα, βιολιά και βιολοντσέλα, δε θα μπορούσε να παραστήσει την συναυλία των κελαηδισμών, που έβγαιναν από το σπίτι του κυρ-Αναστάση, του πατέρα της Ζαφειρούλας.
     Ήταν κοντά στον Αη-Παύλο, στα Τσαρουχαρέικα, ένα παμπάλαιο σπίτι, στενό και ψηλό σαν καμπαναριό, αφού είχε τρία πατώματα και από δυο μονάχα παραθύρια σε κάθε πάτωμα. Κι ακόμα περισσότερο έμοιαζε με καμπαναριό, γιατί κάτω από κάθε παραθύρι, στον ασβεστόχριστο τοίχο της φάτσας, ήταν απλωμένη μια σειρά από κλούβες, κλουβιά και κλουβάκια, που ενώνουνταν με τη διπλανή της, κι έτσι όλες μαζί φαινόταν από μακριά πως περίζωναν το σπίτι, σα με τριπλή ζώνη λεπτού καγκελωτού μπαλ­κονιού.
Read More »
Advertisements

ΤΟ ΧΡΥΣΟΥΝ ΜΑΣΤΙΓΙΟΝ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΑΓΚΑΒΗΣ

Εγεννήθη εν Κωνσταντινουπόλει τω 1809. Ποιητής, συγγρα­φεύς, καθηγητής, αρχαιολόγος, λεξικογράφος, πολιτικός και διπλωμάτης. Ο πολυγραφότερος των λογογράφων της Νεοτέρας Ελλάδος. Έγραψε πλήθος φιλολογι­κών, καλλιτεχνικών, ιστορικών και παντοίας ύλης έργων. Τα καθαρώς φιλολογικά του εξεδόθησαν εις 19 τόμους, μεταξύ των οποίων τα έμμετρα δράματα: «Οι τριάκοντα», «Ο Δούκας», «Η Φροσύνη», «Η πα­ραμονή» και η κωμωδία «Ο Γάμος του Κουτρούλη». Εφιλοπόνησε μεταφράσεις αρχαίων της διεθνούς δραματολογίας, ως του Τάσσου, Γκαίτε, Σαίξπηρ, Λέσιγκ κλπ.. Επίσης και σειράν διηγημάτων, εν οις «Ο αυθέντης του Μορέως», η «Λεϊλά», «Οι δύο αδελφοί», και το έμμετρον «Λαοπλάνος». Συνιδρυτής και συνεργάτης των φιλολογικών περιο­δικών «Πανδώρας» και «Ευτέρπης» και της πολιτικής εφημερίδος «Ευνομίας». Συνέγραψε επίσης «Ιστορίαν της νεοελλ. Φιλολογίας», «Λεξικόν της Ελληνικής Αρ­χαιολογίας», «Ιστορίαν της Αρχαίας Καλλιτεχνίας» και πλείστα άλλα γαλλιστί και ελληνιστί. Απέθανεν εν Αθή­ναις τω 1892. Κατέλιπε δύο τόμους «Απομνημονευμά­των» του.

Το βιογραφικό από το βιβλίο

Το διήγημα που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο βιβλίο το Ελληνικόν Διήγημα ήτοι Απάνθισμα Εκλεκτών Διηγημάτων της Νεολληνικής Λογοτεχνίας. Δες εδώ


     Α’
     Εις τας αρχάς του έτους 1841 ο στρατηγός Βυζώδος επανήλθεν εις Αλγερίαν, ως γενικός Διοικητής των Γαλλικών κατακτήσεων. Αλλ’ εν τω διαστήματι της απουσίας του η συνθήκη της Τάφνης είχε φέρει τους απαισίους καρπούς της· η απερίσκεπτος εμπιστοσύνη παρήγαγε την ατιμώρητον προδοσίαν. Ο στρατηγός Βυζώδος, επί σκοπών του να ειρηνεύσει την εις αυτόν επιτετραμμένην άλλοτε επαρχίαν Ωράνην, ήτις έπασχε προ πάντων εκ των επιδρομών του Αβδέλ Καδέρου, είχε πράξει το μέγα πολιτικόν σφάλμα του να συνθηκολογήσει μετά του Εμίρου τούτου εν ονόματι όλων των Αράβων, και ούτως αναγνωρίζων τρόπον τινά αυτόν ως αρχηγόν του έθνους του, ν’ αυξήσει τα μέγιστα και την επιρροήν και την δύναμίν του. Ο πονηρός Άραψ εξεμετάλλευσεν επιτηδείως το πλεονέκνημα τούτο, και διά Λιβυκής τω όντι πίστεως παραβάς τα συμπεφωνημένα, ανέλαβε την αφρόνως παραχωρηθείσαν αυτώ αρχηγίαν του έθνους του, ανερρίπισε την θρησκευτικήν αυτού λύσσαν, και το ανεστάτωσεν αύθις αθρόον κατά των Γάλλων.
     Εις τοσούτο δε προέβη θρασύτητος, ώστε, διοικούντος την Αλγερίαν του Λαβαλέττου, ηλώνιζε μετά των αγρίων ιππέων του όλην του τόπου την έκτασιν, και έφερε πολλάκις τον φόνον και την λεηλασίαν μέχρις εντός βολής των πυροβόλων των Γαλλικών πόλεων, μέχρις αυτών των του Αλγερίου πυλών.
Read More »

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΛΑΘΟΣ, ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ

Εγεννήθη εν Κερκύρα τω 1826 εξ αρχαίου και ευγενικού οίκου, χρονολογουμένου από του 1543. Διετέλεσε βιβλιοφύλαξ της αυτόθι δημοσίας Βιβλιοθή­κης. Υπήρξεν οπαδός του Ριζοσπα­στικού κόμματος, πρωτοστατήσας εις το κίνημα της Επτανήσου, συντελέσας εις την Ένωσιν αυτής διά της «Αναγεννήσεως», ης υπήρξεν αρχισυντάκτης. Βραδύτερον ίδρυσε την εφημερίδα «Ρήγας Φερραίος», όργα­νον του ομωνύμου πολιτικού Συλλόγου, και την σατυρικήν «Κώδων». Εχρημάτισεν επί πέντε περιόδους (1869―1879) βουλευτής Κερκύρας. Μεθ’ ο απεσύρθη εις τας ιδιαιτέρας προσφιλείς του φιλολογικάς εργασίας. Θεωρείται ως εις των βαθυνουστέρων κριτικών της Ελλάδος. Θερμός υπερασπιστής του Σολωμού, του οποίου το έργον εξαίρει εις τους «Στοχασμούς» του (1860). Εις την «Φιλολογική μας Γλώσσα» υπεραμύνεται της ζωντανής δημοτικής γλώσσης. Εφιλοπόνησεν υπέροχους μεταφράσεις της «Τρικυμίας» και του «Αμλέτου» του Σαίξπηρ, ως και της «Οδυσσείας» και «Ιλιάδος» του Ομήρου. Η πρωτότυπος λογοτεχνική του εργασία περιλαμβάνει τρία σονέτα και τρία διηγή­ματα: «Τα τρία Φλωριά», την «Συχώρεσι» και «Ένα μικρό λάθος». Απέθανε τω 1896 εν Κερκύρα.

Το βιογραφικό από το βιβλίο.

Το διήγημα που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο βιβλίο το Ελληνικόν Διήγημα ήτοι Απάνθισμα Εκλεκτών Διηγημάτων της Νεολληνικής Λογοτεχνίας. Δες εδώ


     o dignitosa coscienza e netta,
     come t’è picciol fallo amaro morso!
     Dante, Purgatorio, III 8-9

     Το προκείμενο διήγημα εις τα κυριότερα πραγματικά σημεία έχει πραγματικήν υπόστασιν· το γεγονός συνέβη κατά το έτος 1871.

     ΗΤΑΝ Μέγα Σάββατο, δύο ώρες να ξημερώσει· εις το μικρό προαύλι μιας κατοικίας χαμηλής, εις την άκρην και ανάμερα του χωρίου, η Μαρία εβοηθούσε τον άνδρα της να φορτώσει το άλογό του με λάδι από το ύστερο άλεσμα εκείνης της καρποφορίας.
― Μην ανησυχείς αν νυκτώσω, της είπεν· έχω πολλά πράγ­ματα να τελειώσω εις την πόλιν.
― Μη λησμονήσεις τον καλόν άνθρωπον, οπού σ’ εκυνήγησε τόσον εφέτος, μην έχομε πάλι βάσανα.
― Να μην ανακατώνεσαι εις τες δουλειές μου· σου το είπα εκατό φορές.
     Και με τούτο ο Πέτρος εκίνησε το άλογο φορτωμένο και κατέβη προφυλακτικά, το λιθόστρωτο μονοπάτι, που μέσ’ από το χωριό έβγαινε εις τον δημόσιον δρόμον.

Read More »

ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ, ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Εγεννήθη εν Αθήναις τω 1838. Εσπούδασε τα νομικά, μεθ’ ο μετέβη και συνεπλήρωσε τας σπουδάς του εν Γερμανία. Υπηρέτησεν εις διαφόρους δημοσίας θέσεις, χρηματίσας τμηματάρχης και γεν. γραμματεύς του Υπουργείου των Εξωτερικών (1875), πρέσβης εν Βερολίνω (1887-1890), νομάρχης Κερκύρας (1893). Εξελέγη βουλευτής Αττικοβοιωτίας (1885). Διορίσθη διευθυντής του Βα­σιλικού Δραματικού Θεάτρου (1898). Εδημοσιογράφησεν από του 1852. Εξεπόνησε πλείστα όσα έμμετρα και πεζά έργα, εν οις τας λυρικάς συλλογάς «Ηώ» (1857) και τας «Ώρας» (1860), το επικολυρικόν «Φειδίας και Περικλής» (1863), τους «Στίχους» (1865) και πρωτοτύπους Κωμωδίας (1871). Επίσης τα «Ομηρικόν ζήτημα» και «Ελληνογαλλικόν λεξικόν» (1871), καθώς και τας λυρικάς συλλογάς «Εκ των ενόντων» (1866) και «Λυρικά Ποιήματα» (1875). Εφιλοτέχνησε προσέτι και τινα δραματικά έργα γαλλιστί και γερμανιστί. Συνέγραψε κριτικάς μελετάς περί των ποιη­μάτων Σούτσου, Τερτσέτη, Καρασούτσα και Ζαλοκώστα. Μετέφρασε δε πλείστα όσα εκ της γαλλικής και γερμα­νικής φιλολογίας.

Το βιογραφικό από το βιβλίο.

Το διήγημα που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο βιβλίο το Ελληνικόν Διήγημα ήτοι Απάνθισμα Εκλεκτών Διηγημάτων της Νεολληνικής Λογοτεχνίας. Δες εδώ


     ΗΣΑΝ δύο οικίαι επί της αυτής οδού, η μία της άλλης αντιμέτωπος.
     Η μία μεγάλη, άρχοντος οικία· η άλλη μικρά, ταπεινή, σχεδόν καλύβη, πτωχόν πτωχού ενδιαίτημα.
     Εδώ πυλώνες μεγάλοι, και παράθυρα πολλά, διά βαρυτίμων παραπετασμάτων μετριάζοντα το άπλετον φως, και εξώσται κομψοί περικοσμούντες την οικοδομήν, και άνδηρα, αναπεπταμένα το μεν εις τον ήλιον, το δε εις την αύραν την εσπερινήν, και κήπος οπίσω θαλερός και βαθύσκιος, και στρουθίων τάγματα πολυάριθμα, φλυαρούντα υπό των δένδρων το φύλλωμα και ζωογονούντα την βαρείαν σιγήν, ην περιέβαλλε τον οίκον πάσα η σοβαρότης του πλούτου.
     Εκεί μία μόνη μικρά θύρα και στενόν παράθυρον μόλις που τας Κυριακάς και τας εορτάς δειλώς ανοιγόμενον, και πέραν εκεί, εις το άκρον στενού διαδρόμου και όπισθεν των δύο χαμογείων δωματίων άτινα απετέλουν τον πτωχικόν οίκον, αυλή ευρεία, ης το γεώδες έδαφος συνεκύκων δι’ όλης της ημέρας παιδία γυμνόποδα φαιδρώς φωνασκούντα, και όρνιθες κλώζουσαι και ραμφοκοπούσαι το χώμα, ας ένθεν μεν κατεδίωκεν ακάκως πυρρόθριξ μολοσσός, απαθής δ’ εκείθεν αλλά προσηνής το φαινόμενον εθεάτο τεφρόχρους όνος, προσδεδεμένος εις φάτνην πενιχράν, υπό την στέγην ολίγων σανίδων.

Read More »

ΜΑΡΑΣΜΟΣ, ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΤ. ΛΥΚΟΥΔΗΣ

Εγεννήθη εν Ναυπλίω τω 1849. Διετέλεσεν εφέτης και νομι­κός σύμβουλος του Κράτους. Εξεπόνησε πλείστα οικονο­μικά και επιστημονικά συγγράμματα, εν οις «Περί απεργιών», «Περί του θεσμού της προσωπικής κρατήσεως ως μέσου εκτελέσεως», «Περί της εκλογικής νο­μοθεσίας» και άλλας παντοίας διατριβάς και μελέτας. Πλην τούτων ησχολήθη εις καθαρώς φιλολογικήν και λογοτεχνικήν εργασίαν. Συνέγραψε μυθιστορήματα και διηγήματα δημοσιευθέντα εις τα περιοδι­κά «Εστία», «Παναθήναια»,  «Ημερολόγιον Σκόκου» κλπ. Μεταξύ αυτών διακρίνονται: «Ο Κίμων Ανδρεάδης», «Ο διαχειριστής του συντάγματος», «Η ξένη του 1854», «Ο απόστρατος μουσικός», «Η κωμόπολις Φθειρία», «Ο μαρασμός». Εφιλοτέχνησε προς τούτοις περιηγήσεις, οδοιπορικάς σημειώσεις, χρονο­γραφήματα χιουμοριστικά κλπ.

Το βιογραφικό από το βιβλίο.

Το διήγημα που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο βιβλίο το Ελληνικόν Διήγημα ήτοι Απάνθισμα Εκλεκτών Διηγημάτων της Νεολληνικής Λογοτεχνίας. Δες εδώ


     ΗΤΑΝ σ’ ένα λιμάνι του Κορινθιακού κόλπου, επάνω στη ρουμελιώτικη ακτή, σε μια σκάλα, όπου ανάρια καθρεφτί­ζονται στο γιαλό σε μια γραμμή τα σπίτια, κι αγναντεύεις αντί­κρυ το Μωριά, που στεφανώνουν ψηλά οι κορφές της Ζείριας· θέλεις πες πως ήταν η Βιτρινίτσα, θέλεις η Ιτιά.
     Καμιά εκατοστή οργιές ανοιχτά, ήταν αραγμένη μια μπρα­τσέρα όμορφη, καινούριο καραβάκι, που ότι λες κι είχε ξεγλιστρήσει από τα σκαριά του Γαλαξιδιού.
     Ήταν έτοιμο να τα πριμάρει. Το πράμμα εφαίνονταν καθαρά. Γιατί κι ο φλόκος ήταν απλωμένος, μα και χώρια απ’ αυτό, ισάριζαν και το τουρκετίνο και το μαέστρο.
     Άξαφνα, βλέπω να λύσουν τη φελούκα του από την πρύμη και να την στέλνουν έξω. Ένας μονάχα ναύτης ήταν στο πρυμιό κουπί το μοναχό, στριφογυρίζοντάς το σαν έλικα βαποριού, και στην κουπαστή μπροστά, ολόρθο, ένα καραβόσκυλο, που ούρ­λιαζε λυπητερά.
     Ακοστάρει η βάρκα στην αμμουδιά, μπρος στα μαγαζιά του γιαλού, καθαυτό μάλιστα μπροστά σ’ ένα κιόσκι που ‘χαν στήσει με πάλους απάνω στη θάλασσα, για να παίρνουν εκεί με τον μπάτη το ναργιλέ τους οι θεριακλήδες. Κι εκεί που ακοστάρισε, βλέπω το ναύτη ν’ αρπάξει το μαύρο το σκυλί, έτσι σαν τραγί, από το σβέρκο κι από τη ράχη, και να το πετάξει με δύναμη στην ξηρά. Κι άμα το πέταξε, λάμνοντας με δυνατές κουπιές, ανοίχτηκε αμέσως αρόδο και τραβούσε βιαστικά κατά την μπρατσέρα.

Read More »