Η ΔΕΞΙΑ ΤΟΥ ΚΡΙΕΖΩΤΗ, ΜΗΤΣΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ

   Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εστία», τόμος ΚΗ’, τεύχος 726, έτος ΙΔ’. (26-11-1889)

   Ιστορικόν επεισόδιον.

   Κατά την εποχήν αυτήν —τω 1847— ο Κριεζώτης είχεν επαναστατήση κατά του Όθωνος.
   Δυσηρεστημένος εκ διαφόρων αφορμών εναντίον της κρατούσης αρχής είχε προστεθή, από καιρού εις το περί τον Μαυροκορδάτον εχθρικώς διακείμενον προς την τότε κυβέρνησιν και δεινώς διαφερόμενον προς τον εν ευνοία Κωλέττην περί της εξουσίας κόμμα, κηρυχθείς εκ των επιθυμούντων την μεταβολήν του καθεστώτος. Προς εκδήλωσιν όμως των αισθημάτων αυτού τούτων δεν είχεν επιχειρήση βίαιόν τι κίνημα ούτε εσκόπει ίσως να προβή, ότε η κυβέρνησις, ανοήτως φερομένη κι επιχέουσα έλαιον εις την πυράν, μαθούσα την εις το κόμμα του Μαυροκορδάτου προσέλευσιν αυτού, νομίζουσα δ’ ότι διά του εκφοβισμού των εναντίων θα κατώρθου να γίνη σεβαστή, επωφελουμένη ασημάντου τινός αιτίας, διέταξε την σύλληψιν του αρχηγού της Ευβοίας και την εν τω φρουρίω της Χαλκίδος κάθειρξίν του.

Read More »

ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ, ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

   ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
   (1453-1821)
   ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΓΚΥΡΑΣ
   
   ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
   
   Εις την «Ακρόπολιν» είχα δημοσιεύση πρότινων ετών, στοιχεία τινά περί του Αρματωλικού βίου, της ενδοξοτάτης ταύτης σελίδας του μεταγενεστέρου Ελληνισμού.
   Κατόπιν, εις μίαν διάλεξίν μου, εις το Βασιλικόν Θέατρον, και εις τα Αναδρομικά σημειώματα της «Εστίας», ανέπτυξα κεφάλαιά τινα της πολυχρονίου σχετικής μελέτης μου. Ήδη, προβαίνω εις την δημοσίευσιν της όλης εργασίας μου, γραφείσης ούτως, ώστε να είναι ευχάριστος μεν εις τους ολίγους, προσιτή δε και εις τους πολλούς.
   Το έργον μου διήρεσα εις δύο μέρη:

Read More »

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ, ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μπουκέτο», Τόμος Β’, τεύχος 81, 8 Νοεμβρίου 1925

   Η «χρυσή νεολαία» και η ποιητική τριάς. — Ο Βαλαβάνης ερωτευμένος. — Το προφητικό «Όνειρό του». — «Ο τάφος του Κλέφτη». — Το μοιραίο δίστιχο. — Πώς τον πένθησε ο Γεώργιος Παράσχος.
   Στας αρχάς του 1850 ένας όμιλος από νέους ζωηρούς και ευθύμους εξεχώριζε στη μικρή τότε Αθήνα. Ήσαν οι πρόδρομοι της «χρυσής νεολαίας» του 62. Τους είχεν ενώσει η φωτιά της νεότητος, η ειλικρίνεια και η αγάπη.
   Μέσα στην παρέα αυτή εγνωρίσθησαν ένα καλοκαιρινό βράδι στο «Άντρον των Νυμφών» —κοντά στον Ιλισσό— τρεις νεαροί ακόμη ποιηταί: Ο Γεώργιος Παράσχος, ο Γεώργιος Ζαλόκωστας και ο Δημοσθένης Βαλαβάνης. Τα ονόματα των δύο πρώτων είναι γνωστά, πολιτογραφημένα εις το βασίλειον των Μουσών. Ο Βαλαβάνης όμως δεν είναι γνωστός εις τον πολύν κόσμον, αν και η τέχνη του δεν ήτο κατωτέρα από την τέχνην των φίλων του. Ψυχή περήφανη και γενναία, είχε προικισθεί από τη φύση με ρωμαλέα έμπνευσι, με έκτακτη καλαισθησία, με μουσική αντίληψι στο στίχο. Η μορφή των ποιημάτων του πλησιάζει την επτανησιακή. Και είναι άξιο ιδιαιτέρας σημειώσεως ότι, ενώ την εποχή εκείνη εκυριαρχούσε η καθαρεύουσα και κατά μυριάδας εγράφοντο μακαρονοειδείς στίχοι, άνοστοι, γλυκανάλατοι, παραγεμισμένοι με απαρέμφατα και μέσους αορίστους δευτέρους, με σάβανα, νεκροκεφαλάς και φθίσιν, —μόνον ο Δημοσθένης Βαλαβάνης απετέλεσε μια ωραίαν εξαίρεσιν. Παρουσιάστηκε με τη λαμπρότητα και τη δροσιά του δημοτικού στίχου του οποίου εγνώριζε όλα τα μυστήρια.

Read More »

Σελίδα για τον Μιχαήλ Μητσάκη

Στη σελίδα αυτή παρουσιάζεται συγκεντρωμένο το έργο του Μιχαήλ Μητσάκη.

Μιχαήλ Μητσάκης

ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ, ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ τ.1 (ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ)

ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ (Σε διάφορα περιοδικά)

ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ, ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ τ.2

ΔΙΑΦΟΡΑ

ΑΡΘΡΑ


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

ΔΥΟ ΝΥΚΤΕΣ, ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

   Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ευτέρπη», τεύχος 32, 15 Ιανουαρίου 1854

   ΔΙΗΓΗΜΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΝ
   ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α’.
   Βραδέως το χρονόμετρον εσήμαινε την 6 ώραν Μ.Μ. από του Γοτθικού πύργου του Ιτσικαλέ, το δε Γαλλικόν πυρόσκαφον ο Λυκούργος έστρεφε την τρόπιδα προς τα νερά τις Κρανάης.
   Επήλθεν η νυξ της 9 προς την 10 Ιουλίου, το πυρόσκαφον εδεροκόπει την θάλασσαν και αφροί απεπτύσσοντο πέριξ, ως από ρώθωνας πληγωμένου τέρατος.
   Η πρόνοια του πεπρωμένου μου μ’ έδιδε κι εδώ μίαν έρημον. Η πρώρα διά το επαισθητόν του σάλου ήτο μονήρης, διό ενταύθα εύρον τόπον έξεώς μου και άνεσιν· οι δε συμπλωτήρες μου εις την πρύμναν αφρόντιδες εδαπανώντο εις ζωηρά και ευτράπελα παίγνια.
   Η νυξ έβαφε τα πέριξ με τα αραιά σκότη της· η σελήνη συνεκέρνα το λευκόν φως της με το ασθενές σκότος και η φύσις, ωραία πάντοτε, ως ότε εξήλθεν από τας χείρας του πλάστου, έλαμπεν υπό την μαρμαρυγήν των αδαμάντων της, αλλ’ έβλεπον ότι ουδεμίαν σημασίαν είχε το μυστηριώδες τούτο γόητρον διά τους συμπλωτήρας μου, άλλως τερπομένους , διότι, ίνα έχη σημασίαν εις την αίσθησιν η φυσική γοητεία, ανάγκη ο παρατηρητής να συγκοινωνή με ταύτην διά του ενθουσιασμού και της ποιήσεως.

Read More »

ΜΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ, ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

   Δημοσιεύτηκε στο «Ημερολόγιο» του Σκόκου, έτος Πέμπτον (1890)


   Αν ωνειρεύθης άγγελον ποτέ μελαγχολίας,
   Αν ν’ ατενίσης οφθαλμούς σου έτυχε δορκάδος,
   Γλυκύ να έχουν λάγκευμα της πρωινής πλειάδος,
   Εκείνη φέρει την μορφήν αυτής της οπτασίας.
   
   Γελά και παίζει μ’ όνειρα του λυκαυγούς ακόμα,
   Τα χείλη της μειδίαμα χρυσώνει γοητείας,
   Εάν την βάφη μαγική βαφή μελαγχολίας
   Προς κόσμον της ευρύτερον ίσως πλανά το όμμα.
   

Read More »

ΤΑΦΟΣ ΚΛΕΠΤΟΥ, ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

   Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ευτέρπη, φυλλάδιο 3, τόμος Στ’, 15 Οκτωβρίου 1852 [1]
   1
   Κούφια πέφτουν ντουφέκι’ απ’ ανάρια,
   Και στου Σίρτσι ταις ράχαις βοΐζουν,
   Μαζευμένα είν’ εκεί παληκάρια,
   Που τα πεύκα βογκάνε και τρίζουν.
   2
   Από ξένα λημέρι’ ανταμώνουν,
   Σ’ ερμοκλήσι ολόγναντο ράχης,
   Σ’ ένα μνήμα βαϊόκλαρα στρώνουν,
   Kι ανδριάς λέγουν τραγούδια και μάχης.
   3
   Χύθη ο ήλιος· η πάχνη διαλυέται·
   Η αυγή σαν την νιότη γελάει·
   Σαν πουλιού ξεσιρμάδ αγρυκέται,
   Εις τα φύλλα τ’ αέρι αν περνάει.

Read More »

ΕΚΕΙΝΗ, ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

   Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ευτέρπη», φυλλάδιο 2, τόμος Στ’, 1 Οκτωβρίου 1852
   Α’.
   Εις σύρτιν όπου στρώνεται ανύποπτος γαλήνη
   Το εύθρυπτον ακάτιον του βίου μου προσπλέει,
   Χειρ άγνωστος την τρόπιδα προς ταύτην διευθύνει
   Και πεπρωμένη θύελλα, ως ζέφυρος μου πνέει.
   Β’.
   Ναυβάτης εις την άστατον παλίρροιαν του κόσμου
   Ν’ ακούω των τρικυμιών απέκαμον τον στόνον,
   Των τόσων πόθων μου χορδαί ηχούσαι πάλ’ εντός μου,
   Σιγούν ως ψυχορράγημα υπάρξεων αφώνων.

Read More »

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ, ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

   Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μνημοσύνη», τόμ. Α΄, τχ. Β, σελ. 26 (Απρίλιος 1852)

   1
   Γελούσαν τα τριαντάφυλλα, οι ανθοί μοσχοβολούσαν
   Και σε πουλιού πουρπούλισμα μόνον εσειούντο οι κλάδοι,
   Κι η αντιλιάδες στης δροσιάς της στάλαις εγλυστρούσαν
   Κι από διαμάντη ολόσπαρτο μου εφάνη ένα λειβάδι.
   Τρεμουλιαχταίς στα μάτια μου επαίζανε η αχτίδες,
   Παρέκει εμουρμουρόκλαιγε μια βρύσι στο πλευρό μου,
   Εδώ πως σ’ είδα μοναχή, πως μοναχόν με είδες
   Μου εφάνη εις το όνειρό μου.

Read More »

TO KAPPON, ΜΗΤΣΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ

   Δημοσιεύτηκε στο «Ημερολόγιον» του Σκόκου, έτος έβδομον (1892)
   ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ
   
   Το κάρρον ήρχετο μακρόθεν, φορτωμένον χώμα. Το έσυρε μονάχον του εν άλογον, οικτρός ψαρρός ροσσινάντης κάτισχνος, το ετράβα επωδύνως, αναστελλόμενος σχεδόν κατά παν βήμα, όπερ έκαμνεν ασθμαίνων. Ο καρραγωγεύς, αθηναίος καρραγωγεύς, ωσεί τριακοντούτης, με πλατύγυρον καπέλλον και επανωβράκια πλακιώτου, παρηκολούθει εις απόστασιν τινά πεζός, τας χείρας του συμπεπλεγμένας έχων εξοπίσω του, και περασμένον το καμτσίκι μεταξύ, βραδέως. Το χώμα είχε προφανώς ριφθή εντός κατά μεγάλας πτυαριάς, είχεν αρθή εις λόφον εν τω μέσω, είχε πατηκωθή εις τρόπον ώστε να μη χωρή πλέον ούτε δάκτυλον. Αλλά το άθλιον τετράποδον, το έσυρεν, ευσυνειδήτως εν τοσούτω, παρ’ όλον του το φυσαλέον αγκομάχημα προυχώρει, εκινείτο, τανύον των κνημών αυτού των καλαμίνων τους μυώνας, και καταβάλλον πάσαν την αλκήν των απεψιλωμένων κρέατος ισχίων του. Το γηραλέον του το δέρμα, ήτο κολλημμένον επί των πλευρών αυτού, ωσεί μεμβράνη, θα ημπορούσες να τας αριθμήσης ως διεγράφοντο τοιουτοτρόπως όπισθεν, κατά ραβδώσεις, οιονεί ανάγλυφοι, χωρίς να παρεντίθεται ούτε ιδέα καν σαρκός. Αι συναρθρώσεις των κοκκάλων του εφαίνοντ ωσεί σκελετού ανατομείου, επιταυτώ συναρμολογηθέντος ίνα χρησιμεύσ’ εις μάθημα, προέβαλλον θρασέως πανταχόθεν, ενόμιζες πως τώρα το πετσί του θα ερρήγνυον, δια να εξέλθουν πάσαι εν στιγμή εις φως. Ως έβαινεν, ηκούετ ο κριγμός των, καθώς εν τη κινήσει συνεκρούοντο κι ετείνοντο , η κεφαλή του εκινδύνευε να ακουμβήση εις την γην, κεηυφυία διαρκώς, και ο λαιμός εκαμπυλούτο, και η ράχις εκυρτούτο, εν τω αγώνι όστις εξηνάγκαζεν όλον το δυστυχές του σώμα να βαδίζη. Επί της κορυφής αυτής, προς τον αυχένα, πληγή ευρεία έχασκεν ερυθροπέλιδνος, ωσάν να αφηρέθη τμήμα τι βιαίως, τα χείλη της την περιέβαλλον, κατάμαυρα, διερρωγότα, κι εσχημάτιζον ωσεί εσχάραν κυκλικήν, εις δε το βάθος της διεκρίνετο υπολευκάζον το οστούν. Και τον κατεσκληκότα του αυτόν κορμόν, περιεπτύσσοντο ημίβρωτα λωρία, ιμάντες φαγωμένοι και κατάτριπτοι, ρακώδη χάμουρα, συνδέοντα προς τα προβάλλοντα εξ εκατέρων των μερών κοντάρια, κρατούντ’ αυτόν δεμένον προς το ραμπαδόξυλον, συνέχοντα τα πισινά του, ή προσαρμόζοντα το σαμαράκι επί της σπονδυλικής του στήλης. Και ούτως είπετο κατόπιν ο του κάρρου σκελετός, τετράγωνος, το χρώμα αμαυρός, ανάλογος προς το συσσωρευμένον χώμα εν αυτώ, από σανίδων πεπαλαιωμένων και μακράν δουλείαν διηγουμένων, με τους δύο του τροχούς, στρογγυλούς, λασπωμένους, στρεφομένους, τρίζοντας, εντεύθεν και εκείθεv. Και έλεγες ότι ο ήχος ούτος ον εξέπεμπον γυρίζοντες, ενούμενος προς του αλόγου το κοπώδες άσθμα, ήτο ως γόος τις αόριστος και άναρθρος, παράπονον θρηνώδες όπερ έβαλλον, εν αδελφότητι καμάτου, δυστυχίας, το άψυχον το ξύλον άμα και το έμψυχον τετράποδον…
   * * *

Read More »

ΤΟ ΜΩΡΟ, ΜΗΤΣΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ

   Από τη δημοσίευση στο περιοδικό «Μπουκέτο», τεύχος 26. 19 Οκτωβρίου 1924
   ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ
   
   Το κοριτσάκι εκρατούσε εις την αγκαλιά του το παιδάκι και εστέκετο εις την άκρη του δρομάκου. Ξανθό παιδάκι, παχουλό, με γυμνά τα ποδαράκια του, ξεσκούφωτο, ντυμένο εις τα άσπρα, με γλυκύτατα λακκάκια στα θρεμμένα μαγουλάκια του. Το πολύ οκτώ μηνών. Και τα σγουρά μαλλάκια του, νεοφύτρωτα, τριγύριζαν τ’ αυτάκια, το λαιμούλι και το μετωπάκι του, λεπτότατες τριχούλες που εχρύσιζαν στο τελευταίο φίλημα του ήλιου, όπου έπεφτε εκεί κάτου, εις την άλλη άκρη του δρομάκου του ερημικού. Τα κοριτσάκι θε να ήτον έως έντεκα χρονών, με το κοντό του φουστανάκι, άσπρο και αυτό, τη μαύρη πλεξιδούλα του, στριμμένη και ριχμένη ανάμεσα στους ώμους του, τα μαύρα του γοβάκια, τις καλτσίτσες του τις κόκκινες. Κι εστέκετο, χάμου στο δρόμο, κοντά – κοντά εις το στενό του πεζοδρόμιο, ένα βήμα πάρα πέρα απ’ το αυλάκι που κυλούσε τα νερά της γειτονιάς, κυττάζον προς την πόρτα της αυλής της ανοιχτής αντίκρυ. Τριγύρω, τα σπιτάκια του δρομάκου, μονόπατα ή δίπατα, τον επλαισίωναν, φεύγοντα προς τα πέρα, αποδώ κι από κει, κομψοχτισμένα και καθάρια. Εις τη γωνιά εδώθε, το μπακάλικο αρμάθιαζε στην πόρτα του τις σκούπες του, εφαίνοντ’ από μέσα τα βαρέλια του, έλαμπαν τα ποτήρια του στον μπάγκο του. Κι απέναντι στ’ άνοιγμα του δρόμου, στη μικρή πλατεία, στημένη, ανωρθώνετο η στηλίτσα της βρυσούλας, μικρουλίτσα, ένα μέτρο από πάν’ από τη γη, στενή και μακρουλή, τετράγωνη, μονάχη καθισμένη, εκειδά στο σταυροδρόμι, ως καρτερούσα τους διαβάτες, με το σιδερένιο τσουρουνάκι της, λησμονημένο ξέσφιχτο, με σιγανόν κελάρυσμα. Ένας μανάβης επερνούσε, με το γαΐδαρέλο του φορτωμένο, αργά αργά βαδίζων αποπίσω απ’ αυτόν, κύπτοντα προς το χώμα εν χαυνώσει.

Read More »

ΠΑΡΑΦΡΩΝ, ΜΗΤΣΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ

   Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εστία», τεύχη 710, 711 έτος ΙΔ’. 6 και 15 Αυγούστου 1889
   ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ
   
   Η πλατεία του Κολωνακίου είναι πολύ ιδιόρρυθμος πλατεία. Κανείς ίσως αν ηρωτάτο δεν θα ήξευρε ν’ απαντήση διατί το μέρος αυτό φέρει τούτον τον μεγαλοπρεπή της πλατείας τίτλον. Φαίνεται, κατά τύχην περίεργον, ούτω θα το απεκάλεσε τις κάποτε ασκόπως, και ούτως επεκράτησε να λέγεται, κατά μωράν συννήθειαν. Μήπως τάχα θα ήτο το μόνον πράγμα εν Αθήναις όπερ να καλήται με όνομα όπερ κατ’ ουδέν να δικαιολογή; Πολύ απλοϊκός όμως θα ήτο εκείνος όστις, καλή τη πίστει, επί τη βάσει της ονομασίας δι’ ης το περιβάλλουν συνήθως, θ’ απεφάσιζε να μεταβή προς περίπατον εν αυτή. Ανώμαλος, επικλινής, ακανόνιστος, βαραθρώδης σχεδόν ενιαχού τετράγωνος χώρος θα ήτο αδύνατον να υποστή διάβασιν άλλοθεν ή αφ’ ωρισμένων σημείων, ως θα ήτο εις το έπακρον δύσκολον να υπαχθή εις οιανδήποτε περιγραφήν. Διότι πώς να διαβής ή πώς να περιγράψης την απεχθούς, αγρίας σχεδόν όψεως αυτήν έκτασιν, την διαρκώς πλήρη χωμάτων ή πετρών ή κονιορτού, την κατά το ήμισυ παριστώσαν είδος οροπεδίου και κατά το άλλο ήμισυ είδος φάραγγος, την εικονίζουσαν αληθές χάος αφ’ ου ουδέποτε ίσως θα εξέλθη η εις αληθή πλατείαν δημιουργία του, ην ορίζει προς το βάθος μεν μεγάλη, ογκώδης, βαρεία, πυργοειδής, άκομψος οικοδομή, προς μεσημβρίαν αχρείαι μάνδραι οικοπέδων, προς άρκτον δε και δυσμάς σειρά χαμηλών ως επί το πλείστον και ρυπαρών καφενείων, ταβερνών ή παντοπωλείων; Αποπειρώμενος να διέλθης αυτήν νύκτα πρέπει να θεωρήσης σεαυτόν ως όλως εξαιρέτως ευνοηθέντα υπό της μοίρας και υπ’ αγνώστου θαυματουργού θεότητος ποδηγετηθέντα, χωρίς να το εννοήσης, αν κατορθώσης να διαπεραιωθής εκτός του χώρου αυτού, χωρίς να αισθανθής, την ανάγκην να διευθυνθής αμέσως σύρων τα υπολειφθησόμενα τυχόν ακόμη σώα εκ των τεσσάρων άκρων σου κατ’ ευθείαν προς το χειρουργικόν τμήμα του Δημοτικού Νοσοκομείου. Ημέραν δε, ότε το φως θα σοι επέτρεπε και να διακρίνης κάπως καλλίτερον την κατάστασίν της, θ’ απήρχεσο πεπεισμένος ακραδάντως ότι ενέπεσες εντός πόλεως ή άρτι απαλλαγείσης από επαναστάσεως ή ετοιμαζομένης εις τοιαύτην. Της παραδόξου αυτής εκτάσεως η όψις δεν ήτο ποτέ πολύ διαφορετική ή νυν. Άλλοτε όμως ήτο τουλάχιστον παντού επίπεδος. Πάντοτε μεν είχε τους ύβους της και τας αποκλίσεις της και τον κονιορτόν της και τας ρυπαρίας της και τας άλλας αυτής οικτρότητας. Αλλ’ εν τούτοις παρίστατο όπως δήποτε η αυτή απ’ άκρου εις άκρον, ομοιόμορφος προσπίπτουσα εις το βλέμμα και μη παρέχουσα την φρικώδη της σήμερον εντύπωσιν. Ηδύνασο αν όχι άλλο να διαβής ουχ ήττον αυτήν καθ’ όλας τας διευθύνσεις, προσπαθών μόνον να πηδάς επιμελώς, αν έφθανε το μήκος των σκελών σου, τα πολυπληθή τέλματα άτινα εσχημάτιζε το εική εκρέον ύδωρ κρήνης τινός, εστημένης εν τω μέσω, άνωθεν της οποίας καχεκτικόν δένδρον ήπλωνεν ατροφικούς κλάδους και φύλλα άχροα. Αλλά, ένα πρωί, εις τον νουν τις οίδε ποίου φιλοπόλιδος άρχοντος της πρωτευούσης επήλθεν η φαεινή ιδέα να τακτοποίηση, να διευθετήση, να καλλωπίση τον ατυχή αυτόν χώρov. Και εξεθεμελίωσε την κρήνην, και εξερρίζωσε το δένδρον, και κατέσκαψε μετά μανίας τα δύο τρίτα αυτής, και ήγαγεν ανά τα πλάγιά της δρόμους, και έκτισε πεζοδρόμια ως τοίχους παρά το χείλος κρημνών, και κατέστησεν αυτήν χαμηλοτέραν από του ενός μέρους, υψηλοτέραν από του άλλου, κατωφερή από τούτου, ανηφορικήν από εκείνου, ειδεχθή αφ’ οιουδήποτε, και την αφήκεν έπειτα φορτωμένην λίθους και άργιλον και οδοφράγματα και σκόνην. Και απέμεινεν ούτως έκτοτε, ημιτελής, αθλία, κινδυνωδεστάτη, χωρίς κανείς να φροντίζη περί αυτής, αφειμένης εις την τύχην της και των διαβατών εις την ιδικήν των, και χαίνει εκείνη τερατώδης, και κρημνίζονται ούτοι καθημέραν εν αυτή, και βλασφημούν, και αναγκάζονται να πλανώνται επί καιρόν πολλάκις έως ου εύρουν πόθεν είναι βατή, και άνθρωποι κατέπεσαν από των πεζοδρομίων της, άτινα ως επί το πολύ ομοιάζουν μάλλον θεμέλια αρχαίων κτιρίων ανακαλυφθέντα και αχθέντα εις φως εκεί μετ’ ανασκαφάς, και εσκοτώθησαν —ακούετε;— αν είναι δυνατόν να πέση άνθρωπος και να σκοτωθή από πεζοδρόμιον!…
   * * *

Read More »

ΤΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ, ΜΗΤΣΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ

   Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εστία», τεύχος 703, έτος ΙΔ’. 18 Ιουνίου 1889
   ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ
   Έξωθεν της Καπνικαρέας, περί ώραν έκτην της εσπέρας. Σάββατον, και τα παράθυρα της γηραιάς βυζαντινής εκκλησίας λάμπουν φωτισμένα, αναγινωσκομένου του εσπερινού. Η ερμαϊκή οδός αρχίζει να συσκοτίζεται, και οι φανοί του αεριόφωτος δεν είναι ακόμη αναμμένοι. Αι άμαξαι διέρχοντ’ εν πατάγω και καλπασμώ από του εντεύθεν μέρους, παρ’ ολίγον καταπατούσαι αδιαφόρως τους βραδύ βαίνοντας αραιούς διαβάτας, ενώ από του εκείθεν μέγα οδόφραγμα ογκωδών λίθων, συσσωρευμένων χάριν εγειρομένης εγγύς που οικοδομής, έκλεισε το πέρασμα. Ανιαρά φωνή ψάλτου ακούετ’ έσωθεν ρινοφθογγούσα μονότονα θρησκευτικά τροπάρια. Από καιρού εις καιρόν, γραία σπεύδουσα ή μεσήλιξ ανήρ, φέρων όλα τα σοβαρά εξωτερικά δείγματα αθηναίου οικοκύρη, καταβαίνει τας ολίγας βαθμίδας, εισέρχετ’ ευλαβώς εις τον υπόγειον ναΐσκον, απαραλλάκτως φαντάζεσαι ως θα εισήρχοντο οι πρώτοι χριστιανοί εις τας κατακόμβας, ας σου ανακαλεί εις την μνήμην ούτω πως κεχωσμένον εντός του εδάφους το παλαιόν εκκλησίδιον. Βίαιαι λιβυκαί πνοαί, κονιορτού λευκοί σίφωνες και χωμάτων στρόβιλοι φαιοί, μαστίζουν κατά διαλείμματα, τυφλούντες και ακατάσχετοι, τον δρόμον, ως να διήλθεν απροσδοκήτως άνωθεν αυτού παραδόξου νομίζεις λαίλαπος η πτέρυξ. Τα πλείστα των πέριξ εμπορικών εσφάλισαν ήδη τας θύρας των και ησυχία πλήρης κατά τ’ άλλα βασιλεύει. Βραδύναντες όμιλοι μικρών εργατίδων ραπτριών επιφαίνοντ’ ενίοτε ταχύνοντες το βήμα προς επάνοδον εις τας μεμακρυσμένας συνοικίας των ή αγυιόπαις συρίζων παρελαύνει. Και υπεράνω, σιγηλή, ακύμαντος, γαληνιαία, κυανούν στέγασμα, ανέφελον κάτοπτρον, μακρά ταινία του αττικού ουρανού σκεπάζει την οδόν.
   * * *

Read More »

ΔΥΟ ΜΙΚΡΟΙ, ΜΗΤΣΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ

   Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εστία», τεύχος 694, έτος ΙΔ, 16 Απριλίου 1889
   ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ
   
   Εις την γωνίαν της οδού, δύο μικροί ίστανται. Ηλιοκαή είναι τα πρόσωπα αυτών και τα ενδύματά των τετριμμένα. Ασκεπείς και οι δύο, και η μαύρη κόμη των, άτακτος και ακτένιστος, μόνη καλύπτει την κεφαλήν αυτών, δασεία. Του αυτού σχεδόν αναστήματος και μ’ ομοιόμορφον περίπου την πενιχράν περιβολήν, ην συμπληρόνει καταπίπτουσα, από της ζώνης μέχρι των γονάτων, μακρά ποδιά. Ο εις κρατεί ανά χείρας τμήμα χαρτίου, κατερρακωμένον, κατεσπιλωμένον, υπομέλαν, εφ’ ου διακρίνοντ’ εξίτηλα τ’ αποτυπώματα πληθύος δακτύλων, αφ’ ων διήλθε. Και ο άλλος, προστριβόμενος εις αυτόν, μηρόν προς μηρόν, αγκώνα προς αγκώνα, κλίνει πλαγίως και αυτός το πρόσωπόν του επί του χαρτίου και ακροάζεται μετά προσοχής της αναγνώσεως του γράμματος. Διότι είναι γράμμα, και ο φάκελλος αυτού, ερριμμένος, κείται προ ποδών, επί του πεζοδρομίου, με το εικοσάλεπτον ερυθρόν αυτού σήμα έξωθεν, γράμμα δι’ επιτετηδευμένων καλλιγραφικών χαρακτήρων γεγραμμένον, μετ’ επιμελείας, μ’ ευθείας τας σειράς, ως διά χάρακος τεθέντος υποκάτωθεν ίσως επί τούτω όπως τας σημειοί. Και απευθύνεται φαίνεται προς τον ένα εκ των μικρών, εκείνον όστις παρατηρεί πλαγίως μετά προσοχής, ως προσπαθών να μαντεύση κάλλιον αντιλαμβανόμενος αυτών και διά του βλέμματος την άγνωστον αυτώ σημασίαν των επί του χάρτου σημείων, άτινα τω απαγγέλλει ο σύντροφός του, πλέον γραμματισμένος καθ’ όλα τα διδόμεν’ απ’ αυτόν κι εις ον, όπως εξάγεται, κατέφυγεν ίνα του τ’ αναγνώση.
   * * *

Read More »