Ο ΧΑΤΖΗΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς, τεύχος 169, 23 του Οχτώβρη 1905

Βγήκε από τη φυλακή ύστερις από δέκα χρόνια. Σκέφτηκε τότες τι να κάνει για να ζήσει τη φαμίλια του. Έτσι άνοιξε το μικρό μαγαζάκι στη μέση του μεγάλου δρόμου. Έδινε κρασί, λουκούμι, μαστίχα στους ταξιδιώτες που βρίσκανε τώρα με χαρά τους ένα μέρος να ξαποστάσουνε, κάτι να δροσιστούνε. Ένα χάνι που δεν το είχε κανείς πρωτύτερα συλλογιστεί.
Κάτασπρος, ατέλειωτος, θλιβερός απλωνότανε ο δρόμος με τις θεόρατες λεύκες που γέρνανε τις κορφές τωνε σαν πικραμένες. Μέσα στο μεσημεριανό λιοπύρι ο αέρας λαφροκινάει τα φύλλα τ’ ασημένια που χύνουν το νταντελένιο ίσκιο τους απάνου στο παχύ χώμα του δρόμου αλεσμένο από των κάρωνε τις ρόδες. Κάμποσες κότες σκαλίζουνε χαρούμενες με τα πόδια τους τις κοπριές των αλόγωνε. Ένα βόδι αργομασάει τον σανό του ξαπλωμένο στο διπλανό χωράφι, αγκάθια γιομάτο. Ένα κάρο φορτωμένο ως εκεί πάνω σανό περνάει και στη κορφή των δεμάτωνε ξαπλωμένος ο αγωγιάτης μουρμουρίζει κάποιο τραγούδι, ενώ ο ιδρώτας στάζει διαμάντια στο κούτελό του. Τον χειμώνα κολλάνε οι ρόδες στις λάσπες κι ο χατζής τρέχει πολλές φορές για να δώσει ένα χέρι στον αγωγιάτη που ξεθυμαίνει τη φούρκα του στου αλόγου τη ράχη.
Και ψευτοζούσε.

Read More »
Advertisement

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΔΑΚΙ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 728, 20 Μάρτη 1921.

1
Ο ποιητής, με το συνηθισμένο του αργό βήμα, με το βιβλίο στο χέρι, που του ήτανε ο μοναδικός του σύντροφος στους εξοχικούς του περίπατους, μπήκε στο μικρό περβολάκι, προχώρησε στη συνηθισμένη του θέση, εκεί κοντά στα ψηλά αραποσίτια και κάθισε σ’ ένα τραπεζάκι.
Ήτανε ένα εξοχικό καφενεδάκι. Ένα μαγαζάκι με πλίθρες χτισμένο, με μια στέγη από καλάμια και μ’ ένα φράχτη από καλάμια κι από παλούκια μπηγμένα στη γης. Σαράβαλο, γέρικο το μαγαζάκι, ήτανε ένας σταθμός, μια ανάπαψη για όσους φτάνανε ως εκείνη την ερημική εξοχή. Γύρω απλωνότανε ο κάμπος, γυμνός, μονότονος, θλιβερός, γιομάτος χαλίκια κι αγριάγκαθα.

Read More »

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 695, 1 Αυγούστου 1920.

Μόνο ο κύριος Ματθαίος δεν εννοούσε με κανέναν τρόπο να συμμορφωθεί με την καινούρια κατάσταση. Αυτός ποτέ δε θα μπορούσε να επιδοκιμάσει ό,τι έγινε.
Και τη γνώμη του αυτή δεν την έκρυβε. Στο καφενείο, στο ζαχαροπλαστείο —του αρέσανε υπερβολικά τα γλυκά— στο βιβλιοπωλείο —του άρεσε να περνάει την ώρα του φυλλομετρώντας τα βιβλία που ήτανε απλωμένα πάνω στο τραπέζι, δίχως ν’ αγοράζει— στον δρόμο, —του άρεσε πολύ να χαζεύει στον δρόμο— παντού όπου βρισκότανε, μπροστά σε φίλους, σε ξένους κι άγνωστους, δε δυσκολευότανε να λέει τη γνώμη του για τη νέα κατάσταση. Αυτός ξακολουθούσε να είναι Μοναρχικός. Αυτό ήτανε όλο, με μια λέξη.
— Θα βρεις κανένα μπελά, του είπε μια μέρα ο Κώστας, ο φίλος του, ένας νεαρός δικηγόρος, που κατοικούσανε μαζί, στο ίδιο σπίτι.

Read More »

ΠΑΓΩΝΙΑ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 257, 19 του Τρυγητή 1907

Περασμένη η ώρα. Οι άνθρωποι νωρίς νωρίς μαζωχτήκανε απόψε στα σπίτια τους. Κακή νύχτα. Χειμώνας, κρύο, βροχή. Στον καφενέ του κυρ-Πέτρου λίγοι μπαίνουνε ακόμα. Είναι κει μια παρέα από χαμάληδες του μόλου που παίζουνε πρέφα με καπίκια. Παίζουνε για συφέρο, χτυπούνε με θυμό τις γροθιές τους στο μαρμάρινο τραπεζάκι, βλαστημάνε σα χάνουνε κι είναι έτοιμοι να σφαγούνε για ένα καπίκι. Το παιγνίδι γι’ αυτούς δεν είναι πια ξεκούραση, είναι ξακολούθηση της δουλειάς, που περιμένουνε κάτι ακόμα να κερδίσουνε για να συμπληρώσουνε το φτωχό μεροδούλι. Πάρα πέρα ένας γέρος με γυαλιά είναι χωμένος σε μια φημερίδα· διαβάζει αργά, συλλαβιστά, τα νέα της ημέρας, τα χείλια του κουνιούνται αδιάκοπα καθώς διαβάζει και το διάβασμα προχωρεί μονότονο, αργό, απελπιστικό. Ένας βαρκάρης μοναχός καπνίζει ναργιλέ βάζοντας το ένα πόδι απάνω στο άλλο. Κοντά στο παράθυρο που βλέπει στην πλατέα κάθουνται δύο κύριοι καλοντυμένοι· είναι βυθισμένοι σε κάποια χαμηλή κουβέντα και κάποτε στρέφουνε τα κεφάλια και κοιτάζουνε ανήσυχα όξω στο πεζοδρόμι όπου ακούγεται ο κρότος που κάνει το νερό της βροχής απάνω στα μάρμαρα. Ο καφετζής κουτουλά πίσω από τον μπάγκο· ο υπηρέτης ένα παιδί ως δώδεκα χρονώ ακουμπά σ’ ένα σακί γεμάτο κουκιά και κοιμάται με το στόμα ανοιχτό. Τα σκοινιά που κρέμουνται οι λάμπες, γεμάτα μύγες που βρήκανε κει καλό να κουρνιάσουνε· ένα καναρινάκι κοιμάται ήσυχα απάνω σ’ ένα ξυλαράκι μέσα σ’ ένα μικρό, ασφυχτικό κλουβί, κρεμασμένο από το νταβάνι. Σιγαλιά μέσα. Οι δύο κύριοι κατεβάζουνε τη φωνή τους στην κουβέντα όσο που ν’ ακούγουνται και δεν ξεχωρίζουνε παρά οι φωνές τω χαμάληδων του μόλου που κατεβάζουνε όλα τα καντήλια κι όλα τ’ άγια δισκοπότηρα απάνω στη φιλονικία.

Read More »

Ο ΝΟΜΟΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 221, 12 του Νοέβρη 1906.

Ένα μαύρο σύννεφο πρόβαλε στον ορίζοντα και μια καταχνιά σκέπασε τη θάλασσα πέρα κατά το βουνό. Τα νερά τρεμουλιάζανε σα να πέρασε από πάνω τους κάποιο φύσημα και βαφτήκανε μαύρα. Το βουνό σκεδό δε φαινότανε από την καταχνιά.
Ο καπετάνιος του μικρού παποριού όρθιος απάνω στη γέφυρα κοίταξε το σύννεφο, είδε τη μαυρίλα που πλάκωσε κι είπε γυρίζοντας στην όμορφη αρχόντισσα που καθότανε δίπλα του χωμένη σε μια πολυθρόνα.
— Πουνέντης πήρε.
— Καλώς να ‘ρθει· εμένα δε με πιάνει η θάλασσα, αποκρίθηκε κείνη αδιάφορα.

Read More »

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΡΑΧΟΥ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 209, 13 του Τρυγητή 1906

Κάθουμαι στο παραθύρι και κοιτάζω τον αντικρινό μου βράχο. Μια θάλασσα ως εκατό οργιές μας χωρίζει. Είναι ένας βράχος όχι και πολύ αψηλός, ξερός, κατάξερος δίχως πράσινο· πού και πού μόνο μέσα από τις χαραμάδες των πετρών προβάλουνε άσπρα πλουμιστά μενεξεδάκια που φαίνουνται έτσι σα ν’ απορούνε κι αυτά πώς βρεθήκανε κει πάνω. Κάμποσα άσπρα φτωχικά σπιτάκια σκαρφαλώνουνε στα πλάγια του βράχου κι ένα μικρό εκκλησιδάκι με έναν ξύλινο σταυρό και με μια μικρή σημαιίτσα που κυματίζει πρόσχαρη σα να τραγουδάει τη λευτεριά της σκαρφαλώνει την κορυφή του.
Γκαπ, γκουπ.

Read More »

ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 209, 13 του Τρυγητή 1906

Ο Μαθιός δεν ήθελε γράμματα. Κείνο που λαχταρούσε αυτός ήτανε η θάλασσα. Ο πατέρας του τον έστελνε στο σκολειό μα κείνος το ‘σκαζε και κατέβαινε στο μικρό λιμανάκι για να καμαρώσει την αγαπημένη του θάλασσα. Οι ψαράδες με τις πλεχτές σκούφιες που διορθώνανε αργά αργά τα δίχτυα τους κι οι καλαφάτηδες που διπλαρώνανε τα καΐκια για να τα καλαφατίσουνε, τονέ φχαριστούσανε πιο πολύ από τα ξερά κι άνοστα λόγια του γερο-δάσκαλου που του κοκκίνιζε αλύπητα με τη βέργα τα χέρια του. Ο πατέρας του, αν και φτωχός, πίμενε να τονέ μάθει δυο γράμματα για να μη μείνει κούτσουρο· «άθρωπος βρε αγράμματος, ξύλο απελέκητο» του ‘λεγε πάντα. Σαν είδε πως του κάκου ξοδιάζει τον έβγαλε από το σκολειό και τονέ πήρε μαζί του στο καΐκι.

Read More »

Η ΚΑΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΑΗΓΙΩΡΓΙΟΥ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νουμάς», τεύχος 208, 6 του Τρυγητή 1906

Νταγκ, ντιγκ, νταγκ, ντιγκ…
Τι παράξενα που σημαίνει η μικρή καμπανίτσα του Αηγιωργιού. Λες κι έχει ψυχή μέσα της. Το γλωσσίδι της σαν κάτι να λέει όταν αρχίζει να σκορπά στον αέρα τις γλυκομελάγχολες, τις άγιες μελωδίες της. Ο ήχος ίσα στην καρδιά μπαίνει. Σαράντα χρόνια τώρα ο παπα-Μακάριος ακούει τη φωνή της και πάντα κάτι ξεχωριστό νιώθει μέσα του. Στην αρχή μια ολόγλυκη ανατριχίλα τον περεχύνει, έπειτα λιγώνεται από τη γλύκα και κλείνει τα μάτια του. Αρχίζει τότε μια μυστική κουβέντα μεταξύ αυτού και της καμπάνας. Τα χείλια βουβαίνονται, μα η καρδιά σπαρταράει κι η μικρή καμπανίτσα αρχίζει να του θυμίζει τα περασμένα. Για τον παπα-Μακάριο η μικρή καμπανίτσα δεν είναι από σίδερο, έχει ψυχή μέσα της, αυτή ξέρει όλα τα μυστικά του, αυτή του τραγούδησε όλες τις χαρές κι όλες τις λύπες του, μαζί της γνώρισε τη ζωή, μαζί της μια μέρα θ’ αποχαιρετίσει τον ψεύτικο αυτόν κόσμο.

Read More »

ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νουμάς», τεύχος 208, 6 του Τρυγητή 1906

Ο Νικήτας μπήκε στο καφενεδάκι με τα χέρια στις τσέπες του τρύπιου πανταλονιού του. Αψηλός και ξερακιανός άθρωπος. Το πρόσωπό του γυάλιζε σα χάλκωμα κι απάνω στα δυο φτερούγια της μύτης του είχε δυο δαχτυλιές μαύρες, σημείο πως ήτανε αργάτης σε γύφτικο ή σε καμιά φάμπρικα. Προχώρησε δυο βήματα μέσα στο μαγαζί και στάθηκε σκυφτός κοιτάζοντας γύρω του. Από τη μέση του νταβανιού κρεμότανε μια λάμπα ντενεκένια. Το νταβάνι μαύρο από τον καπνό της λάμπας, που έλεγε θα ‘παιρνε φωτιά το σανίδι. Σε μια γωνιά είδε καμιά δεκαριά αθρώπους σκυμμένους απάνω σ’ ένα τραπέζι. Ζύγωσε με βήμα αργό να δει τι κάνουνε. Τα κόβανε. Ένας άθρωπος με κασκέτο στρατιωτικό δίχως κορόνα έκανε μπάγκο. Μπροστά του ήτανε χυμένα κάμποσα λιγδιασμένα σάπια μονόδραχμα κι ένας σωρός δεκάρες· ο άθρωπος αυτός κρατούσε τα χαρτιά με σοβαρότητα δικαστή. Σαν ήτανε να πλερώσει, τα μάτια του πετούσανε σπίθες και το χέρι του έτρεμε αλαφρά.

Read More »

Ο ΚΟΥΤΣΟΒΑΣΙΛΗΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 185, 12 του Φλεβάρη 1906

Α’.
Η νεκροφόρα κυλάει γοργά στον δρόμο του νεκροταφείου ενώ ο ήλιος γέρνει να βασιλέψει πίσω από τα ψηλά κυπαρίσσια. Ένα δυνατό χιονόνερο δέρνει αλύπητα το πρόσωπο του νεκρού που κείτεται μαζεμένος στο κοντό και στενό νεκροκρέβατο από σανίδες απλάνιστες, γυμνές από κάθε ντύσιμο. Ο αμαξάς καμουτσίζει κι η άμαξα τρέχει στα τέσσερα ενώ το κεφάλι του νεκρού γέρνει δεξιά κι αριστερά και τα πόδια του γυμνά, χωρίς κάλτσες, προβάλλουνε όξω από το καπάκι της κάσας. Ένα παιδάκι ξυπόλητο κρατώντας τον σταυρό κάθεται δίπλα στον αμαξά καταφχαριστημένο για την καροτσάδα μ’ όλονε τον χιονιά, και μέσα στην άμαξα ένας παπάς με το πετραχήλι στριμώνεται στη γωνιά για να γλιτώσει από τον τρελοβοριά που του ανεμίζει τ’ άσπρα του γένια. Πίσω από την άμαξα δυο άντρες, κάτι γριές και πολύ παρά πίσω ένας νέος κουτσός ως είκοσι χρονώ λαχανιάζουνε όσο να φτάσουνε την καρότσα που τρέχει σα δαιμονισμένη. Μα ο νέος, κουτσός καθώς είναι, αποκάνει τρέχοντας κι αργεύει το τρέξιμο ενώ τα χείλια του δεν παύουνε να λένε σ’ ένα κλαψιάρικο τόνο:

Read More »

ΤΟ ΚΑΤΟΣΤΑΡΙΚΟ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς, τεύχος 172, 13 του Νοέβρη 1905

Η Γιαννούλα σφουγγαρίζει κι ο Στέργιος στέκεται από πάνω της και τηνέ καμαρώνει. Οι άσπρες και παχουλές γάμπες της που προβάλλουν γυμνές κάτω από το κοντό μισοφοράκι της δουλειάς, τα μεστωμένα και ζουμερά βυζιά της που οι ρώγες των ζωγραφίζουνται μέσα από το τσίτινο τριανταφυλλί πολκάκι της, η κοκκινάδα του προσώπου της, οι θαυμάσιες καμπύλες του κορμιού της, καθώς είναι σκυμμένη απάνω στη βούρτσα, όλα αυτά τον έχουνε ξετρελάνει τον νέο. Η μάνα του από μακριά του κάνει νοήματα να φύγει από κει, γιατί δεν ταιριάζει στη θέση του να συντροφιάζει έτσι μια ξενοδουλεύτρα, μ’ αυτός βρίσκει χίλιες αφορμές για να ξαναγυρίσει. Με τα μάτια του τηνέ τρώει. Τα χείλια του κολλάνε από γλύκα.

Read More »

ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΤΟΥ ΚΥΡ-ΝΙΚΗΤΑ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς, τεύχος 161, 28 του Τρυγητή 1905

— Νάτο, νάτο!
Είχε χαθεί κάμποσες μέρες από την αγορά που του άρεσε να συχνάζει κι ας τραβούσε και του λιναριού τα βάσανα από μικρούς και μεγάλους. Μόλις και φάνηκε, τα παιδιά τρέξανε κατά πάνω του. Ένας κύκλος σχηματίστηκε γύρω από το παλιόσκυλο. Μα περίεργο. Κανένας δεν είχε τη στιγμή εκείνη όρεξη για τα συνηθισμένα πειράγματα. Το κακόμοιρο ήταν αξιολύπητο. Η κοιλιά του ήταν πρησμένη κι όλο του το κορμί φώταγε από τη αχάμνια. Να καλοσταθεί στα πόδια του δεν μπορούσε κι η μούρη του ακουμπούσε στο χώμα σαν έκανε να περπατήσει. Ξεγδαρμένο, ματωμένο τόπους τόπους από τις πετριές, ήρθε, ποιος ξέρει από πού, και ξαπλώθηκε στη μέση της αγοράς. Θολό, χαμένο το βλέμμα του, τ’ αυτιά του, το κεφάλι του όλο γιομάτο τσιμπούρια. Μια πληγή από πέτρα έχασκεν ανοιχτή απάνω στο σβέρκο κι οι μύγες απανωτές βυζαίνανε το αίμα που ανάβλυζε.

— Πάει, θα ψοφήσει· Θιος σχωρέσ’ το, είπε κάποιος.

— Μωρέ, πώς κατάντησε έτσι το κακόμοιρο, είπε κάποιος άλλος. Σαν το πρωτόφερε ο κυρ-Νικήτας, που του το’ χε στείλει δώρο από τη Ρουσία ο αδερφός του, ήτανε τεφαρίκι· σκυλί σπάνιο. Μα πήγε ν’ αρρωστήσει το βλογημένο όσο που το βαρέθηκε και κείνος και του ‘δωκε δρόμο.

Τη στιγμή κείνη περνούσε κι ο αστυνόμος, ένας ανθυπασπιστής, χοντρός, κόκκινος, με μουστάκι στριμμένο. Σαν είδε τη σύναξη του κόσμου νόμισε πως είναι καυγάς κι έτρεξε. Μα κει που νόμισε πως θα ‘βρισκε κάνα σκοτωμένο αντίκρισε το παλιόσκυλο. Σούφρωσε τα μούτρα του τότε με δυσαρέσκεια σα να προσβάλθηκε η στρατιωτική του αξιοπρέπεια, και γυρίζοντας άγριο το βλέμμα σ’ έναν από τους μόρτες που παράστεκαν κι εχάζευαν, του είπε.

Read More »

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νουμάς», τεύχος 129, 2 του Γενάρη 1905

Φεύγουνε μία μία οι μηχανές. Φεύγουνε οι μηχανές και μαζί μ’ αυτές φεύγει και η ζωή του νησιού. Γλέντια, μεθύσια ρούσικα, ξενυχτίσματα, τραγούδια και χοροί στις ταβέρνες της αγοράς και των μαχαλάδων, όλα σβήνουνε σιγά σιγά. Οι μορφές των ναυτικών, ψημένες από τον ήλιο, σκασμένες από τη σκληρότητα της δουλειάς, από τον αγώνα της ζωής της πολυβασανισμένης, οι μορφές αυτές που συμβολίζουνε τη γιγάντια πάλη του αθρώπου προς τη φύση, έχουνε τώρα προσλάβει μια αλλιώτικη όψη, μια κάποια σοβαρότητα που τους δίνει η έννοια της δουλειά, οι φροντίδες του μεγάλου ταξιδιού απ’ το οποίο ο Θεός ξέρει πόσοι απ’ αυτούς θα ξαναγυρίσουνε στο αγαπημένο νησί και πόσοι θα βρούνε μαύρο θάνατο στ’ άξενα νερά της Μπαρμπαριάς. Οι περισσότερες μηχανές έφυγαν.

Read More »

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 88, 21 Μαρτίου 1904

Από τα τζάμια ούτε μια αχτίνα ήλιου δεν μπαίνει στην κάμαρα του φθισικού. Ένας χρόνος τώρα που με άλλους φίλους είχαν ανεβεί στον Προφήτη Ηλία να προσκυνήσουν. Ιδρωμένος χτυπήθηκε από τον βοριά και σαν γύρισε σπίτι του είχε μέσα του θρονιασμένο το σκουλήκι της φοβερής αρρώστιας. Η πίστη του ανταμείφτηκε με τον θάνατο.

Read More »

Η ΔΕΞΙΑ ΤΟΥ ΚΡΙΕΖΩΤΗ, ΜΗΤΣΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ

   Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εστία», τόμος ΚΗ’, τεύχος 726, έτος ΙΔ’. (26-11-1889)

   Ιστορικόν επεισόδιον.

   Κατά την εποχήν αυτήν —τω 1847— ο Κριεζώτης είχεν επαναστατήση κατά του Όθωνος.
   Δυσηρεστημένος εκ διαφόρων αφορμών εναντίον της κρατούσης αρχής είχε προστεθή, από καιρού εις το περί τον Μαυροκορδάτον εχθρικώς διακείμενον προς την τότε κυβέρνησιν και δεινώς διαφερόμενον προς τον εν ευνοία Κωλέττην περί της εξουσίας κόμμα, κηρυχθείς εκ των επιθυμούντων την μεταβολήν του καθεστώτος. Προς εκδήλωσιν όμως των αισθημάτων αυτού τούτων δεν είχεν επιχειρήση βίαιόν τι κίνημα ούτε εσκόπει ίσως να προβή, ότε η κυβέρνησις, ανοήτως φερομένη κι επιχέουσα έλαιον εις την πυράν, μαθούσα την εις το κόμμα του Μαυροκορδάτου προσέλευσιν αυτού, νομίζουσα δ’ ότι διά του εκφοβισμού των εναντίων θα κατώρθου να γίνη σεβαστή, επωφελουμένη ασημάντου τινός αιτίας, διέταξε την σύλληψιν του αρχηγού της Ευβοίας και την εν τω φρουρίω της Χαλκίδος κάθειρξίν του.

Read More »