ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Πέντε άρθρα του Κ. Χατζόπουλου που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Νέα Ζωή» από το 1912 ως το 1914 με τον τίτλο «Ποιητική Τέχνη». Στα άρθρα αυτά σχολιάζεται η λογοτεχνική παραγωγή της εποχής και αναφέρονται στο έργο συγκεκριμένων δημιουργών.

Read More »

ΤΡΕΙΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΨΥΧΑΡΗ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Κώστας Φλώρης: Ο ΨΥΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Μανόλης Τριανταφυλλίδης: Ο ΨΥΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
Δημ. Γληνός ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Read More »

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ

2Η ΕΚΔΟΣΗ, ΑΘΗΝΑ 1905

Ορθογραφικό σχόλιο: Παρόλο που «Το Ταξίδι μου» έχει ιδιαίτερο ρόλο στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, έγινε προσαρμογή της ορθογραφίας σύμφωνα με τη σημερινή γραμματική: των ρημάτων, των παραθετικών (επιθέτων και επιρρημάτων) και των λέξεων που ακολουθούν: ωςτόσο, διωρθώνω, γις, στάχι, γέλοιο, πεθαμμένος, (γύρο)τριγύρο, βραδειά. Ακόμα γράφτηκαν χωριστά τα μόρια θα, να ή τ’ άρθρα από την ακόλουθη λέξη, π.χ. τἀποσκότιδα – τ’ αποσκότιδα

Read More »

ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΜΗΛΑ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ

Ορθογραφικό σχόλιο: Έγινε προσαρμογή της ορθογραφίας σύμφωνα με τη σημερινή γραμματική: των ρημάτων, των παραθετικών (επιθέτων και επιρρημάτων) και των λέξεων που ακολουθούν: ωςτόσο, διωρθώνω, γέλοιο, πεθαμμένος, (γύρο)τριγύρο, βραδειά. Ακόμα γράφτηκαν χωριστά τα μόρια θα, να ή τ’ άρθρα από την ακόλουθη λέξη, π.χ. τἀγια – τ’ άγια. Κάποιες από τις σημειώσεις εντάχθηκαν στο κείμενο μέσα σε αγκύλες. Τέλος, οι πλάγιοι χαρακτήρες μετατράπηκαν σε έντονους.

Read More »

12 ΠΕΖΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ

Αυτά τα πεζά τραγούδια, δημοσιευμένα σε διάφορα τεύχη του Νουμά, τα ανθολόγησε και τα πληκτρολόγησε για τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ ο φίλτατος Σφραγιδονυχαργοκομήτης.

Το τριαντάχρονο της Μυρριάνας
Οι προγόνοι μου
Ο μενεξές
Δημοψήφισμα
Η άλλη
Και μάγερας
Οι πασκαλιές σου
Ο βασιλικός
Εμείς οι δυο
Ο βαθραχός
Εκείνη
Εκείνος

Read More »

ΑΓΝΗ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ

     ΑΦΙΕΡΩΤΙΚΟ

     Αγαπητέ μου Σιγούρε,
     Ύστερις από Τα δυο Αδέρφια, όπου θα περνούνε μπροστά μας τουλάχιστο καμιά πενηνταριά πρόσωπα και που τα ιστορικά τους βαστούνε, θαρρώ, καμιά ογδονταριά χρόνια, θέλησα να πάρω την ανάσα μου. Συλλογίστηκα να γράψω ένα μικρό μυθιστορηματάκι, απλό, συγκινητικό, εφκολοδιάβαστο, με δυο κύρια πρόσωπα, ένα ή δυο επεισοδιακά, και που η πλοκή του, αν έχει πλοκή, να μην ξετυλίγεται σε διάστημα καιρού μακρύτερο από ένα, ενάμιση χρόνο.
     Δεν υποψιαζόμουνε τη δυσκολία. Κάλλια να κάμει κανείς δυο φορές «Τα δυο Αδέρφια». Δούλεψα φοβερά — και δεν κατάφερα εκείνο που ήθελα. Για τούτο κιόλας σου τ’ αφιερώνω εσένα, που το μάτι σου το φίνο θα ξεδιακρίνει τα ψεγάδια του βιβλίου μου από την πρώτη του ματιά. Του λόγου σου, πού είσαι Ρωμιός, βαστάς κι από προγόνους βενετσιάνους. Τους φαντάζουμαι, γιατί θα ήτανε από κεινούς που σε αλάκαιρη μια χρονιά, φτιάνανε κανένα σονέτο και κατασκεβάζανε, με τ’ αριστοκρατικά τους τα χεράκια, ένα μπουκαλάκι μυρουδιά. Μα τι μυρουδιά, φίλε μου, και τι σονέτο! Εσύ θα ξέρεις.
     Προγόνους βενετσιάνους έχω φαίνεται και γω. Οι δικοί μου περάσανε μάλιστα κι από την Πάρο. Μα το σονέτο και τη μυρουδιά που μας χαρίζεις κάθε χρόνο, εγώ, ψυχίτσα μου, δεν τα καταφέρνω σε όλη μου τη ζωή.
     Τρίτη, 7 του Σποριά, 1911.
     Ο πιστός σου
     Ψ.

Read More »