ΤΑ ΦΡΑΓΚΟΣΥΚΑ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ

     Ξέρω μια φοβερή ιστορία για φραγκόσυκα. Θα τη διηγηθώ με όλη της τη φρίκη, όπως έγινε σε κείνο τον τόπο, που έζησα τα μικρά μου χρόνια: στο Ανάπλι, το ιστορικό και τραγουδισμένο, την πόλη της δόξας και των αιμάτων.

     
     Η δυσμική πλευρά του Παλαμηδιού είναι απότομη, σαν κομμένη με το μαχαίρι, και αντικρίζει τη θάλασσα, τον Αργολικό Κόρφο. Σκύβοντας κανείς από πάνω, βλέπει κάτω ένα βάραθρο, που το αντισκόβουν εδώ και κει βράχια σουβλερά, λίγες φραγκοσυκιές, τούφες ρίγανη… Φίδια φωλιάζουν εδώ μέσα και κιρκινέζια. Τα πρώτα σέρνουνται ανάμεσα στ’ αγκάθια, τα δεύτερα ξεπετούν, ξανθές σαΐτες, στον αέρα, επάνω από τα μπεντένια του Κάστρου. Αν ρίξεις πέτρα, και δε σταθεί σε κανένα χαμόκλαδο, η πέτρα κυλάει κρατώντας και πάει μπλουμ στη θάλασσα της Αρβανιτιάς. Ψηλά, στο φρύδι του φοβερού αυτού γκρεμού, είναι ένα στενό μονοπάτι, μια ποριά. Στον καιρό του Πολέμου, λέει ο ντόπιος θρύλος, οι χριστιανοί είχαν στήσει εδώ ένα μηχάνημα καταχθόνιο, μια σανίδα με σούστα, να μοιάζει τάχα σα γεφυράκι. Κι άμα γιουργήσανε και πήραν το Κάστρο, κι οι Αρβανίτες φεύγανε κυνηγημένοι κατά την Καραθώνα, περνώντας από τη στενή τούτη ποριά, πατούσανε στη σανίδα, που πατ! τους τίναζε στο γκρεμό. Από τότες, όλη ετούτη η μεριά λέγεται «Αρβανιτιά».
     Όμως η Φύση πασκίζει όλα ναν τα ομορφαίνει: Έτσι και δω, την άνοιξη, φυτρώνουν αγριοβιολέτες, ζαμπάκια, που ευωδιάζουν τον αέρα. Οι φραγκοσυκιές βγάζουν καινούρια φύλλα, στολισμένα, γύρω με μεγάλα κίτρινα λουλούδια, σαν κύπελλα, που με τον καιρό, με τις κάψες του καλοκαιριού, γουρμάζουν, και κει κατά το Σεπτέμβρη λαμποκοπούν. Τα βλέπει κανείς χρυσοκόκκινα, να κρέμονται πάνω από το βάραθρο, απλησίαστα, και γύρω τους να πετούν κρώζοντας τα πουλιά, που αυτά μονάχα χαίρονται τη γλυκιά τους σάρκα.
     Έτσι, λοιπόν, τα ‘βλεπε από πάνω, από τη σκοπιά του, κι ο Βλάσης ο Πέτροβας και τα λιμπιζότανε. Καθώς κρατούσε το γκρα του επ’ ώμου και πήγαινε κι ερχότανε στην Καρά Ντάπια ολομόναχος, ο νους του και τα μάτια του ολοένα στα φραγκόσυκα γύριζαν: Αχ, γιατί να μην είναι κι αυτός πουλί, να κλαρώσει σε μια φραγκοσυκιά, και να φάει, να φάει ώσπου να πει αμάν, να χορτάσει!… Προχώρησε στο μονοπάτι, κοίταξε το γκρεμό και ζαλίστηκε, μα δεν αποτραβήχτηκε. Kιαλάριζε την πιο κοντινή φραγκοσυκιά, ως τρία μέτρα πιο κάτου: Να, σε κείνο το βραχάκι να πατήσει το τσαρούχι του κι ύστερα ξέρει αυτός τι κάνει: Μια με την ξιφολόγχη, σουβλίζει κείνο το φύλλο με τα οχτώ σύκα, και τ’ ανεβάζει σα χταπόδι επάνω. Έπειτα, θα στρώσει χάμου τη φουστανελίτσα του, και σαν καλός εύζωνας που είναι, θα τα παστρέψει με το σουγιά του και θαν τα χλαπουτίσει με μια μπουκιά το ένα. Αυτό, λοιπόν, πήγε να κάνει ο καψερός ο Πέτροβας. Άφησε τη σκοπιά του, κατέβηκε ακροπατώντας ως στο βραχάκι, έβαλε πάνω το δεξί του πόδι, και χουφτιάζοντας δυνατά τη λόγχη, την έσπρωξε να τρυπήσει το παχύ φύλλο, μα με την ορμή έχασε την ισορροπία, αχ! φώναξε κι έπεσε στο γκρεμό. Τ’ όπλο ξέφυγε από τα χέρα του, κι αυτός κυλιότανε σα μπάλα, βροντώντας στις πέτρες, και του κάκου άπλωνε τα χέρια του να πιαστεί… Έτσι πήγε ως στη μέση του γκρεμού και πιο κάτου, κατασκοτωμένος, και η τύχη θέλησε να πιαστεί πόδι του από τον κορμό μας άλλης φραγκοσυκιάς, κι αυτός να κρεμαστεί κατακέφαλα στο χείλος της αβύσσου, κορμί άπραγο, δοσμένο πια του Θανάτου.
     Η ώρα ήταν πρωί, χαράματα ακόμη. Και η θάλασσα κάτου βογκούσε φουρτουνιασμένη.
     
     Ύστερα από δυο ώρες, όταν ήρθε η βάρδια να αντικαταστήσει τον Πέτροβα, βρήκε τη σκοπιά έρημη και το σκοπό να λείπει.
―Τι; λιποτάχτησε ο Πέτροβας; είπαν. Πού πήγε;
     Κοίταξαν εδώ, εκεί, υποψιάστηκαν, και στο τέλος τον είδαν να κρέμεται ανάερος, στο χείλος του γκρεμού, με το κεφάλι κάτου, σα νυχτερίδα. «Πάει ο άνθρωπος!.. σκοτώθηκε». Κι άρχισαν να φωνάζουν, να καλούν σε βοήθεια, να πυροβολούν:
― Στα όπλααααα!…
     Τρέξαν οι άλλοι από τα φυλακεία, ήρθε ο λοχαγός της Φρουράς, ο Επιστάτης των φυλακών, πολλοί. Κοιτάζανε κάτου λυπημένοι, σαστισμένοι, και δεν ήξεραν αν ζει, αv πέθανε, δεν ήξεραν τι να κάνουν… Από πέρα, από την πόλη, άκουσαν τις ντουφεκιές, ανταριάστηκαν. Κόσμος μαζεύτηκε στον αντικρινό Ιτς Καλέ και κοίταζαν κατά το Παλαμήδι κι έλεγαν το ‘να και τ’ άλλο, και δε μπόραγαν να μαντέψουν τι γινότανε.
     Άξαφνα, ένας που κοίταζε με τα κιάλια, φώναξε:
― Κάποιος εύζωνας έπεσε!… Κοιτάχτε…. να εκεί… κρέμεται από μια φραγκοσυκιά!….
     Τ’ Ανάπλι αναστατώθηκε. Άλλος κόσμος μαζευότανε στο γιαλό της Αρβανιτιάς και κοίταγαν απάνω και χειρονομούσαν κι έλεγαν πως ο άνθρωπος θα ζούσε ακόμη και πως έπρεπε να βιαστούν «να τον σώσουν για το Θεό!». Κείνος που έβλεπε με τα κιάλια, είπε:
― Ζωντανός είναι! Να κουνάει το χέρι του… Τώρα γυρεύει ν’ αρπαχτεί από τη φραγκοσυκιά!…
― Μα γιατί δεν κατεβαίνουν γρήγορα να τον πάρουν; έλεγε μια κυρία. Θεέ μου, θα λιποθυμήσω! Τον κακομοίρη! Είναι πολύ νέος, κύριε; ρωτούσε κείνον που είχε τα κιάλια.
     Σε λίγο φάνηκαν ν’ ανεβαίνουν τη δρομόσκαλα του Παλαμηδιού οι δημόσιες αρχές: Ο Νομάρχης, ο Φρούραρχος, ο Εισαγγελέας. Ανέβαιναν γρήγορα, έχοντας μαζί και τον Αρχίατρο. Πέρασαν την Πύλη Ρομπέρ, έφτασαν στην Καρά Ντάπια. Εκεί βρήκαν συναγμένους τους άλλους.
― Κύριε Φρούραρχε, να δεθεί ένας στρατιώτης με σχοινί και να κατεβεί να τον πάρει, επρότεινε ο Νομάρχης.
     Ο Φρούραρχος έριξε μια ματιά στους ευζώνους που στέκανε κοιτάζοντας κάτου, με μάτια τρόμου, το συνάδερφό τους, και από κει τους φαινότανε μικρός, τόσος δα. Ήτανε σα να τους ρωτούσε: «Ποιος θέλει να κατεβεί; Μα δεν κουνήθηκε κανείς.
―Πώς να δώσω μια τέτοια διαταγή; απάντησε χαμηλόφωνα ο Φρούραρχος, θα ήτανε σαν να τον έστελνα στο Χάρο. Κοιτάχτε, χάος! Γλιτώνει άνθρωπος;
― Δεν μπορούμε, συμφώνησε και ο Εισαγγελέας. Θα είχαμε και δεύτερο θύμα. Ποιος αναλαμβάνει τέτοια ευθύνη;…
     Κείνη τη στιγμή, φάνηκε να ‘ρχεται μια κουστωδία: Πέντε στρατιώτες, έχοντας στη μέση έναν άνθρωπο που βάδιζε ξυπόλυτος, ξεσκούφωτος, με τα μαλλιά και τα γένια στον άνεμο. Μαζί τους ήταν και ο Επιστάτης των Φυλακών… Η κουστωδία ζύγωσε.
― Κύριε Φρούραρχε, είπε ο Επιστάτης, αυτός είναι κατάδικος, δέχτηκε μόνος του να κατεβεί, να σώσει τον εύζωνο.
     Τον εκύκλωσαν όλοι και τον κοίταζαν βουβοί. Ο Εισαγγελέας του είπε:
― Πώς σε λένε;
― Τσουκνιά, απάντησε κείνος. Γιάννη Τσουκνιά.
― Από πού είσαι;
― Από της Ρούμελης τα μέρη.
     Φαινόταν ήρεμος, αποφασισμένος. Ο Επιστάτης είπε σιγά:
― Είναι… θανατοποινίτης, κύριε Εισαγγελεύ.
― Α!… Και γιατί θέλεις να το κάνεις αυτό, Γιάννη; Κανείς δε σε αναγκάζει. Κοίτα κάτου: Είναι θάνατος.
     Ο κατάδικος χαμογέλασε πικρά.
― Για μένα; είπε. Καλύτερα έτσι, παρά στην καρμανιόλα… Κι έπειτα… έπειτα έτσι γλιτώνω μπάρεμ’ την ψυχή μου… Έχω πολλά κρίματα γω, κύριε Σαγγελέα!…
     Γίνηκε πάλι μια μικρή σιωπή. Άξαφνα, ο Τσουκνιάς; είπε:
― Πάω στο γκρεμό! Συχωράτε με!…
     Κουνήθηκε να κατεβεί, να γλιστρήσει. Ήταν αβάσταγος, έκανε σαν τρελός.
― Στάσου, άνθρωπε, δε θα κάνεις τίποτα έτσι. Θα σκοτωθείς… Στάσου να σε δέσουμε μ’ ένα γερό σκοινί.
     Τον εδέσανε από τη μέση, με δυο μακριά σκοινιά: ένα για τα κατεβεί αυτός και το άλλο για να τραβήξουνε ύστερα τον εύζωνα.
     Και ο Τσουκνιάς άρχισε να κατεβαίνει. Οι πέντε στρατιώτες κρατούσαν από την άλλη άκρη τα σχοινιά.
― Ο Θεός μαζί σου! ευχήθηκε συγκινημένος ο Επιλοχίας των Ευζώνων που είχε ξάδερφο τον Πέτροβα.
― Άκου, Τσουκνιά! φώναξε από ψηλά ο Εισαγγελέας. Αν τόνε φέρεις απάνω, σου υπόσχομαι να προτείνω στην Κυβέρνηση να σου μετριάσουν την ποινή. Ακούς;
― Ακούς, Γιάννη; φώναξε δυνατότερα ο Επιστάτης. Θα σου δώσουνε χάρη!… Θα γλιτώσεις το κεφάλι σου!… Ακούς;
     Μα ο Τσουκνιάς δε φαινότανε ν’ ακούει. Δεν απαντούσε… Μόνο κατέβαινε, κατέβαινε… Λιθάρια ξεκολλούσαν από την πλαγιά και κατρακυλούσαν κάτου· και τότε όλοι που ήταν στο γιαλό παραμέριζαν: « Φυλαχθείτε, για το Θεό!…» Πότε πότε τα σκοινιά λασκάριζαν, σημείο πως ο κατάδικος κάπου είχε σκαλώσει και στεκότανε. Και πότε πάλι απότομα, τα σκοινιά τεντώνονταν να σπάσουν, σημείο πως ο Τσουκνιάς έπεφτε στο γκρεμό, γλιστρούσε από το βάρος του. «Αδύνατον, λέγαν οι άλλοι, από πάνου, δε θα κάνει τίποτα, θα τσακιστεί» Και όλοι παρακολουθούσαν με αγωνία το θέαμα…
     Άξαφνα ακούστηκαν κραυγές χαράς. Μικροί και μεγάλοι αλάλαζαν. Ο Τσουκνιάς είχε φτάσει στη φραγκοσυκιά και τώρα φαινότανε σαν αγκαλιασμένος με τον εύζωνα. «Είναι ζωντανός;» τόνε ρωτούσαν από πάνου, από κάτου, από παντού. Μα οι φωνές τους χάνονταν στο άδειο, τις έπαιρνε ο θαλασσινός άνεμος, που ανατάραζε και τα κλαδιά των χαμόδεντρων, κι έκανε τη σημαία τον Παλαμηδιού να πλαταγίζει στο κοντάρι της.
     Ο Τσουκνιάς δεν απαντούσε, μα καταγινόταν ολοένα. Κείνος που έβλεπε με τα κιάλια, είπε: «―Να! τον έδεσε από τη μέση τον εύζωνα!… Να! τώρα κάνει σινιάλο στους απάνω να τραβήξουν!…». «―Τραβάτε! Τραβάτε!» φώναζαν από κάτου, και κούναγαν τα χέρια τους, μαντήλια». Κι ένας σαλπιχτής από τον Ιτς Καλέ, ανέβκε σ’ ένα παλιό κανόνι και σάλπιζε μ’ όλη του τη δύναμη, για να τους δώσει χαμπάρι.
     Οι πέντε στρατιώτες άρχισαν να τραβούν. Σιγά σιγά, μαλακά στην αρχή, το κορμί του εύζωνα ξεκόλλησε από τη φραγκοσυκιά, και ανέβαινε σαν αντρείκελο, με τα χέρια κρεμασμένα, το κεφάλι πεσμένο στο στήθος, σερνάμενο… Φαινότανς σαν άψυχο… Καμιά φορά σκάλωνε σε κανένα βραχάκι, σε κανένα θάμνο. Τότες, oι στρατιώτες τραβούσαν πιο δυνατά και το ξεκολλούσαν.
     Στον καιρό ετούτο, ο Τσουκνιάς έστεκε πεσμένος μπρούμυτα, πιασμένος με χέρια και με πόδια από ένα μεγάλο θάμνο, πασκίζοντας να συγκρατηθεί στο χείλος της αβύσσου.
― Λίγο ακόμη και τον πήραμε, είπε ο Φρούραρχος. Τραβάτε!
     Με μια τελευταία προσπάθεια, το κορμί του εύζωνα ήρθε πάνω. Ένα μούρμουρο φρίκης βγήκε απ’ όλα τα στόματα. «―Νεκρός!» είπε ο Αρχίατρος. Μόνο νεκρός; Αυτός ήταν κατακομματιασμένος από τις πέτρες, αγνώριστος από τα αίματα, όλος μια πληγή. Ο ξάδερφος του δε μπόραγε να βαστήξει τα κλάματα «Άμοιρε, Βλάση, και πώς ναν το γράψω της μάνας σου;» έλεγε. Τον ακούμπησαν παράμερα, σε μια κουβέρτα.
― Τώρα να τραβήξουμε τον άλλονε, διάταξε ο Φρούραρχος.
― Σίγουρα θα κατασκοτωθεί κι αυτός, είπε ο Επιστάτης.
     Και σκύβοντας στην άβυσσο, του φώναξε: «―Γιάννη! Γιάννη! το νου σου! τραβάμεεε!… Πιάσου από το σκοινί!» Και γυρίζοντας στον Εισαγγελέα είπε: «―Μα δεν ξέρετε πόσο τον εσυμπάθησα αυτόν τον άνθρωπο!… Ήσυχος, όλο μετάνοιες στα εικονίσματα και ψαλμωδίες είναι!…».
― Βίρα, παιδιά, βίρααα! όλοι μαζί I φώναζαν τώρα oι στρατιώτες… Προσοχή!…
     Ο Τσουκνιάς ανέβαινε. Πότε πιανόταν από το σκοινί, πότε του ξέφευγε… άλλοτε σερνόταν όλος, άλλοτε με τα γόνατα… όμως ανέβαινε ολοένα, τον ανήφορο.
     Μια ιαχή από κάτου, χαιρέτησε το φτάσιμό του στην κορφή, τη σωτηρία του. Ο Τσουκνιάς πάτησε στερεά στην πλάκα, έβγαλε στεναγμό ανακούφισης, και κοίταζε γύρω ζαλισμένος. Τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα. Ιδρώτας κι αίμα έσταζε κόμπους από το μέτωπό του, από το στήθος του, απ’ όλο το βασανισμένο του κορμί. Λαχάνιαζε. Οι άλλοι τον κοίταζαν σιωπηλοί. Η κόρη του Επιστάτη, που ήρθε κείνη την ώρα, η Μαρία με τα μεγάλα μάτια, έκλαιγε. Ο Εισαγγελέας του είπε:
―Τσουκνιά, έκανες το χρέος σου. Θα κάνω τώρα κι εγώ το δικό μου. (Και στη φρουρά) Πάρτε τον.
     Άφησε να τον πάρουν, χωρίς να πει λέξη. Μόνο, περνώντας μπροστά από το λείψανο του σκοτωμένου, του ‘ριξε μια ματιά κι έκανε το σταυρό του… Ύστερα, οι στρατιώτες τύλιξαν το λείψανο στην κουβέρτα και το πήγαν στην εκκλησίτσα του Κάστρου, στον Αη-Αντρέα.
Το απόγευμα να τον θάψετε, είπε ο Φρούραρχος. Κρίμα στο παλικάρι. Χάθηκε άδικα, για λίγα παλιοφραγκόσυκα.

* * *

     Πέρασαν εφτά μήνες, μπορεί και περισσότερο. Όλοι θα ‘χαν λησμονήσει πια κείνη την τραγωδία.
     Μια βραδιά, στους καφενέδες τ’ Αναπλιού, από στόμα σε στόμα, διαδόθηκε πως ήρθε διαταγή από την Αθήνα «να πέσει π ε λ έ κ ι». Αυτό εσήμαινε πως στα μπουντρούμια του Παλαμηδιού είχαν μαζευτεί πολλοί θανατοποινίτες κι έπρεπε ν’ αραιώσει ο τόπος.
     Ο ίσκιος του κόκκινου Θανάτου απλώθηκε ξανά επάνω από τη δύστυχη πολιτεία. Σφίχτηκαν oι ψυχές. Όλη κείνη τη νύχτα, είδωλα ανθρώπων ανηφόριζαν τη δρομόσκαλα, διαταγές δίνονταν χαμηλόφωνα, φώτα τρεμοσάλευαν στις σκοπιές· και κάθε τόσο, κρυερή μπήγονταν στο σκοτάδι η πολυσήμαντη κραυγή: Φύλακες, γρηγορείτεεεεεε!…
     Στο Αλωνάκι, στο πλάτωμα, οι τεχνίτες του Οπλοστασίου κάρφωναν το σανίδωμα, και μεγάλες φωτιές τους εφέγγανε στη μοιραία δουλειά τους… Σιγά σιγά, τα χαράματα ρόδισαν τον ανατολικό ουρανό, σκορπίζοντας τις ομορφιές τους στην Αργολική Θάλασσα, πέρα, ως στο Κυβέρι.

     Μα ο Μπόγιας στέκεται πλάι στην καρμανιόλα και περιμένει… Περιμένει ζοφερός, με κρύα καρδιά, και κοιτάζει αντικρύ, την πόρτα του Κάστρου. Από κείνη την καμάρα θα βγει η συνοδεία των μελλοθανάτων, ανάμεσα σε λόγχες.
     Τώρα, όλο αυτά το αξιολύπητο κοπάδι βρίσκεται συναγμένο στην αυλή της φυλακής και καρτερεί τον Επιστάτη, με την ψυχή στο στόμα. Αυτός θα διαβάσει τον κατάλογο. Αυτός θα πει για ποιους ήρθε η στερνή τους ώρα και ποιοι oι ευτυχισμένοι που πήραν χάρη… Και να! ο Επιστάτης μπαίνει. Τους κοιτάει, χωρίς να λέει τίποτα… Έπειτα, κάνει μια χειρονομία στους στρατιώτες. Κείνοι προχωρούν, πιάνουν τον ένα κατάδικο, τον άλλο, κείνους που δείχνει ο Επιστάτης, τους τραβούν έξω, τους ξεχωρίζουν, όπως κάνει ο τζελάτης σε μια μάντρα με σφαχτάρια. «― Αχ, είναι, καημός! Πώς τους κάνετ΄ έτσι τους ανθρώπους, μωρέ;!» φωνάζει ένας ληστής, χωρίς να παίρνει απάντηση.
     Κίτρινοι σαν το θειάφι, με τρεμάμενα πόδια, με λυμένα γόνατα, οι χτεσινοί φονιάδες, οι τολμηροί ληστές, τ’ αγρίμια, του βουνού και της θάλασσας, αφήνονται να τους πάρουν, και δε βρίσκουν ούτε όση δύναμη έχει ένα παιδάκι, για ν’ αντισταθούν…
     Ο Γιάννης ο Τσουκνιάς είναι κι αυτός μαζί και κοιτάει. Τώρα ο Τσουκνιάς είναι άλλος άνθρωπος. Από κείνο το περιστατικό, η ελπίδα ―ή καλύτερα η σιγουριά― μπήκε στην ψυχή του και την άλλαξε ολότελα. Τώρα ο Γιάννης αγαπάει τη ζωή, τη θέλει. Από τότε που ανέβηκε σα Λάζαρος από το βέβαιο τάφο, θέλει να χαρεί τον Απάνου Κόσμο… Όμως, αλίμονο, ο Επιστάτης σηκώνει το χέρι και τόνε δείχνει κι αυτόνε με το δάχτυλο.
― Και μένα; Και μένα;! λέει ο Τσουκνιάς και δε μπορεί να πιστέψει στα μάτια του. Οι στρατιώτες τον παίρνουν, τον ξεχωρίζουν.
     Πού με πάτε μένα; λέει. Εμένα ο Σαγγελέας μου ‘ταξε… Μα οι στρατιώτες δεν απαντούν, και τον πάνε. Τον πάνε μοναχό του, από τα στενά καλντιρίμια του Παλαμηδιού, γυμνοπόδαρο, ανάμαλλο και oι τρίχες του είναι σηκωμένες από την τρομάρα. Oι αρβύλες των φαντάρων κροτούνε στις πλάκες. Οι λόγχες τους γυαλίζουν στα πρώτα φέγγη της αυγής!…
― Αλτ! διατάζει Λ λοχίας.
     Σταματούν στην πόρτα της Επιστασίας. Η πόρτα είναι ανοιχτή, διάπλατη. Τόνε σπρώχνουν μέσα. Ο Τσουνκιάς βλέπει τον Εισαγγελέα, το Γραμματικό, δυο τρεις αξιωματικούς, τον Παπά. Ο Εισαγγελέας φορεί τα μαύρα του και στέκεται όρθιος, ακουμπώντας στο τραπέζι. Μπροστά του έχει ένα σωρό χαρτιά.
― Κύριε Σαγγελέα, φωνάζει ο κατάδικος, θυμήσου τι μου ‘ταξες;! Θυμήσου πως…
― Και κράτησα το λόγο μου, Τσουκνιά, απαντάει ο Εισαγγελέας. Χτες βράδυ ήρθε το έγγραφο, και σε κάλεσα γιατί ήθελα ο ίδιος να σ’ το ανακοινώσω. Λοιπόν, σου εδόθη χάρις. Η ποινή σου μετατρέπεται εις ισόβια δεσμά… Koίταξε τώρα να γίνεις καλός άνθρωπος… κι εγώ πάλι θα σε προστατέψω.
     Ο Τσουκνιάς πέφτει σε μια καρέκλα. Είναι πολύ συγκινημένος. Πιάνει το κεφάλι του, βεβαιώνεται πως βρίσκεται στη θέση του και κλαίει, κλαίει, με δάκρυα χαράς.
     
     Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μπουκέτο», τόμος 11, τεύχος 556, 25 Οκτωβρίου 1934


Διά χειρός Γιάννη Π. (προστέθηκε 5.8.2019)

Για τις τοποθεσίες του Ναυπλίου που αναφέρονται στο διήγημα, χρήσιμος οδηγός είναι ο ιστοχώρος του Δήμου Ναυπλιέων. Αξίζει να τον επισκεφτείτε πατώντας εδώ.

Σχετικό διήγημα: ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΝΗΣΙ.

Επιστροφή στη σελίδα του Στέφανου Δάφνη

Advertisements