ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ

2Η ΕΚΔΟΣΗ, ΑΘΗΝΑ 1905

Ορθογραφικό σχόλιο: Παρόλο που «Το Ταξίδι μου» έχει ιδιαίτερο ρόλο στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, έγινε προσαρμογή της ορθογραφίας σύμφωνα με τη σημερινή γραμματική: των ρημάτων, των παραθετικών (επιθέτων και επιρρημάτων) και των λέξεων που ακολουθούν: ωςτόσο, διωρθώνω, γις, στάχι, γέλοιο, πεθαμμένος, (γύρο)τριγύρο, βραδειά. Ακόμα γράφτηκαν χωριστά τα μόρια θα, να ή τ’ άρθρα από την ακόλουθη λέξη, π.χ. τἀποσκότιδα – τ’ αποσκότιδα


ΠΕΡΙΕΧΑΜΕΝΑ [1]
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΔΕΦΤΕΡΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ
Α’ Πόθος κρυφός.
Β’ Η γιανούλα.
Γ’ Ταξίδι
Δ’ Παρίσι
Ε’ Δόξα και μοναξιά.
Στ’ Ο Ποιητής
Ζ’ Φτωχοπρόδρομος
Η’ Πόλη και Πολίτες
Θ’ Cabinet de lecture
Ι’ Αρνί και λιοντάρι
ΙΑ’ Πατριαρχικά
ΙΒ’ Καπιτάν μπουρντά γκελίορ
ΙΓ’ Τα Μνηματάκια
ΙΔ’ Ο Μαχμούτης
ΙΕ’ Μάθημα
ΙΣΤ’ Πόνοι κι αναστεναγμοί
ΙΖ’ Το Πυργί
ΙΗ’ Αγάπη
ΙΘ’ Κατάρα
Κ’ Τα παλληκάρια στο περιγιάλι
ΚΑ’ «Συμβιβασμός»
ΚΒ’ Οι Αρχαίοι
ΚΓ’ Λόγος
ΚΔ’ Ξένη γλώσσα
ΚΕ’ Χαμένα λόγια
ΚΣΤ’ Οικιακά κυνάρια
ΚΖ’ Ελληνικός στρατός
ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΟΥΛΕΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΔΕΦΤΕΡΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ



Ο ήλιος ανάτελνε τότες στη ζωή μου. Ένας ήλιος μου φαινότανε η Ελλάδα όλη. Μου φώτιζε ο ήλιος την ψυχή. Σα να τον έβλεπα πρώτη φορά, όταν κατέβηκα στην Πόλη, στα Νησιά, στην Αθήνα. Κι ωστόσο τον ήξερα κι από πρώτα εκείνο τον ήλιο, τον ήξερα καλά. Ήτανε ο ήλιος που γνώρισα στην Πόλη παιδί, ένας ήλιος φρέσκος, όχι φλογισμένος, όπως τόνε φαντάζουνται πολλοί. Την άνοιξη, κάποτες και το καλοκαίρι, στο παλιό μας το σπίτι του Γαλατά, στο πέτρινο το σπίτι, από πάνω από τ’ αψηλό το παραθύρι, πρωί πρωί, τον έβλεπα τον ήλιο στο Μπογάζι, τον έβλεπα στα κύματα μέσα να μπαίνει, να λούζεται στα νερά τα διαμαντένια, να χρυσώνει παρέκει τις κορφούλες, και κάποια παράξενη, μυρωδάτη, δροσάτη απαχνιά που ανέβαινε ως εμένα με τον αέρα το βελουδένιο, με περέχυνε και με ξυπνούσε. Πρέπει κανείς να ’ζησε στα μέρη μας από μικρός, για να καταλάβει, για να νοιώσει, για ν’ αγαπήσει όλη τη γλύκα, όλο το νόημα το άγνωστο αλλού, που έχει το αταίριαχτο κι απλό ρήμα ξυπνώ. Ναι, ξυπνάς και χαίρεσαι αμέσως. Χαίρεσαι τη Δημιουργία, την ύπαρξη, χαίρεσαι τον ουρανό που ιδιοστιγμίς, άμα φέξει, όλα τα πράματα σού τα ξεσκεπάζει, λες μάλιστα και πρόθυμος σού τα φέρνει ως τα χείλια, σαν ποτήρι νερό, να πιεις και ν’ ανασάνεις. Γίνεσαι και συ Δημιουργία, πάβεις να είσαι άτομο, χάνεσαι μέσα στην Πλάση, όπως χάνεται στα κύματα το κύμα, όπως χάνεται το λούλουδο στον κάμπο. Στους άλλους τόπους αργεί να ξημερώσει· φιλάργυρος ο ουρανός, κι ένα ένα σου τα ξεφανερώνει, θολά κάποτες και σκούρα. Στην Ανατολή και στην Ελλάδα, με μιας όλα τα ξανοίγεις. Κοιτάζεις κι η ματιά σου αρπάζει τον κόσμο· αναπνές κι η αναπνοή σου τον κόσμο αναπνέει.
Κι έτσι, θωρώντας το θάμα της παντοτινής μας φεγγοβολιάς, έλεγα μέσα μου και γω πως δε γίνεται, πως το ίδιο φως θα λάμπει και στον άθρωπο, αφού λάμπει στον ουρανό. Τότες όμως κατάλαβα κάποιο πολύ περίεργο γνώρισμα τ’ ουρανού μας, δηλαδή πως δε φωτίζει και πως δε φωτίζει από το περίσσιο το φως! Ναι, τέτοιος είναι αλήθεια ο ουρανός ο δικός μας. Ο άλλος ουρανός, ο ουρανός της Δύσης, φωτίζει περισσότερο, γιατί λιγότερο φέγγει. Φέγγει λιγότερο κι έτσι έχεις ανάγκη να προσέχεις, κι άμα προσέχεις, ούτε μισή αχτιδιά δε σου ξεφέβγει. Να μην ξεχνούμε κιόλας πως κάτι αχτιδούλες κρύφτουνται κάποτες και σε κείνα τ’ αποσκότιδα και τ’ αποφέγγια που δεν είναι μήτε σκοτάδι μήτε φως. Θέλουνε μάτι γυμνασμένο οι αχτιδούλες, να τις δεις. Ο ουρανός μας δε μας γυμνάζει το μάτι· δε βλέπουμε τίποτις, επειδή τα βλέπουμε όλα. Έτρεμε, λέει κάπου ένας ποιητής, έτρεμε μια λαμπίτσα μονάχα, για να δείξει ακόμη καλύτερα τη νύχτα τη βαθιά που βασίλεβε σε κειο το μέρος. Τέτοιες λαμπίτσες εμείς δεν ανάφτουμε. Δε μάθαμε να παρατηρούμε το σκοτάδι· την καταχνιά δεν τη συνοριζούμαστε. Ποιος θα πάει τώρα να γυρέψει αν άξαφνα δε μισοφαίνεται καμιά ασπράδα και γύρω στην καταχνιά, ή και μέσα της; Δε βαριέστε; Ωμά τ’ αγαπούμε τα χρώματα κι ανοιχτά· δε νοιώθουμε από χρωματιές. Με το μάτι συνήθισε κι ο νους· δεν ξέρουμε τίποτις, επειδή τα ξέρουμε όλα. Χρειάζεται αναθροφή, χρειάζεται πολιτισμός, για ν’ αποχτήσει δράση και το μυαλό.
Οι αρχαίοι Έλληνες σταθήκανε τόντις μεγάλοι αθρώποι. Κατορθώσανε να ’χουνε μάτια, όσο κι αν τους τύφλωνε ο ήλιος. Μα μήπως κι αφτοί δεν τη γνωρίζανε τη δύναμη την ολέθρια του Ήλιου τους; Μήπως δεν τον ονομάσανε Απόλλωνα, και ποιος θα τ’ αρνηθεί πως ο Απόλλων μοιάζει τρομαχτικά με το απολλύων, σα να ’τανε είδος μετοχή του ενεστώτα, για να χαραχτηρίσει το θεό που ολοένα σκοτώνει; Αχ! μας απώλεσε και μας, χωρίς να τονέ ξαπολύσουμε ποτέ μας. Η δόξα του μας θάμπωσε και δεν το νοιώσαμε μήτε το νοιώθουμε ακόμη πως τέτοιο θάμπωμα θα πει χαμός. Και χάσαμε τόντις πολλά, ώσπου κι οι ίδιοι να χαθούμε. Περίεργο πράμα! Το πιο πολύτιμο απ’ όσα χάσαμε,ήτανε ίσια ίσια η γλώσσα η αρχαία, που για να την κρατήσουμε κάμαμε τις περισσότερες θυσίες. Αφτή ζούσε στα χείλια του λαού. Εννοείται, αφού ο λαός τη μιλούσε και τη μιλεί. Ας την υποθέσουμε όσο πρόστυχη, όσο βάρβαρη, όσο χαλασμένη κι αν τη λένε μερικοί, έπρεπε ιερή να μας είναι, μια κι ήτανε απομεινάρι της αρχαίας. Τίποτα! Την καταστρέψαμε, για να φανούμε αρχαιότεροι. Βυθιστήκαμε στα βιβλία. Πήραμε μια λέξη, πήραμε δυο, πήραμε χιλιάδες. Κάθε λέξη που τραβούσαμε από τ’ απόβαθα της ιστορίας, κάθε λέξη που ξεψαρέβαμε από τον πάτο του ωκεανού, γαργάλιζε το φιλότιμό μας, την καμαρώναμε πια σα να καμαρώναμε στην καθεμιά την αρχαιότητα όλη. Δεν παρατηρούσαμε όμως πως οι λέξες αφτές, οι ξεψαρεμένες, μοιάζανε αλήθεια με κάτι ψάρια ωγύγια, θεόχοντρα και σεβάσμια, που συνηθίσανε χρόνια και χρόνια ν’ αργοκινιούνται κάτω στης θάλασσας τους αβύσσους, και που όταν τα φέρεις στην απανωσιά του νερού, σκάνουνε αμέσως, γιατί χρειάζουνται να τα πατεί το βάρος της κατάβαθης ατμοσφαίρας, κι ο αέρας μας τους είναι πάρα πολύ λαφριός. Οι ψαρογνώστες και ιχτυολόγοι δηγούνται πως αφτά τα ζώα, προτού γεράσουνε, δεν κατεβαίνανε, όπως κάνουνε τώρα, στ’ αόρατα και στα σκοτεινά, παρά παίζανε με το κύμα σαν τα δερφίνια, ήτανε και πολύ μικρότερα. Κάτι ψαράκια χαριτωμένα, που κολυμπούνε αλάργα στο γιαλό, είναι παιδιά τους, εγγόνια τους ή τρισεγγόνια· ο αέρας δεν τα πειράζει ακόμη κι έρχουνται ήσυχα και γελαστά, να σεργιανίσουνε, να γλεντίσουνε, να ζήσουνε στα πέλαγα τ’ αφρολουλουδιασμένα, που μοιάζουνε σαν απέραντα δροσάτα περιβόλια· εκεί λούζουνται τα ψαράκια, πηδούνε, κυνηγιούνται, αναγαλλιάζουνε με το φως τ’ ουρανού, ώσπου να τα πάρει, αγάλια αγάλια, στρώμα στρώμα, το ρέμα το σιγανοκατέβατο, να τ’ αποθέσει χαμηλά στις πρωτόπλαστες αμμουδιές, όπου δοξασμένα και πελώρια κοιμούνται, και φαίνεται πως μήτε νοιώθουνε τον αιώνα που περνά.
Εμείς σ’ αφτά πήγαμε, βουτήξαμε ως τα βάραθρα, μην ξεδιακρίνοντας το χάος από την αβγή. Τι λέγαμε; Ο ήλιος μας θα τα φταίει, που μας αποσκεπάζει και τα φανερά. Δεν είδαμε τα ψαράκια που χαίρουνται την ύπαρξή τους· δεν είδαμε τ’ απογόνια με την αληθινή προγονικιά ζωή που μέσα τους σώζεται. Δεν είδαμε τον εαφτό μας.
Κι όσο κοίταζα τα πρόσωπα, κι όσο έβλεπα τους αθρώπους, δεν ξέρω τι παράξενη έκφραση ζουγραφιζότανε απάνω τους, έκφραση σοβαρή συνάμα και ξέθαρρη, κατσουφιασμένη και γελαστή, τραγική και μαργιόλικη, έξυπνη και βουβή, σαν παιδιά που κάνουνε τους γέρους.
Κάμποσο τα κοίταξα ωστόσο τα πρόσωπα· κοίταξα κάμποσο και τους αθρώπους. Τουλάχιστο προσπάθησα όλους να τους κοιτάξω κι όλα να τα δω. Βρήκα τις προάλλες στα χαρτιά μου τα σημειωματάρια που γιόμιζα τότες μέρα τη μέρα με λογιώ λογιώνε ακουστά και ειδωτά. Κατόπι, αν η Ελλάδα δείξει στο τέλος περιέργεια περισσότερη και περισσότερη αγάπη για την εθνική της τη γλώσσα και για τη δουλειά που κάμαμε, ώσπου να την κανονίσουμε και κανονισμένη πια να της την καθιερώσουμε τη γλώσσα την εθνική, όσοι τύχει και διαβάσουνε κατόπι τα σημειώματά μου εκείνα, θα καταλάβουνε πως είχα τους λόγους μου όταν έγραψα το Ταξίδι μου, πως δεν καταπιάστηκα τέτοιο βιβλίο, χωρίς πρώτα να ξετάσω τα καθέκαστα κι από τα καθέκαστα να μορφώσω γνώμη που να στέκει. Την ιστορική μας γραμματική την είχα μελετημένη χρόνια πριν ξαναβγώ στο ρωμαίικο. Και στα μαθήματά μου και σε άρθρα επιστημονικά και σε αλάκαιρους τόμους είχα ξηγήσει τύπους, λέξες και κανόνες. Ο σκοπός μου, σαν ξαναπήγα κάτω, ήτανε να βεβαιωθώ για κάμποσα που από μακριά βρισκόμουνε σε ανάγκη να τα συμπεράνω μόνο και μόνο, συχνά και να τα υποθέσω. Πόσες φορές με τ’ αφτιά μου άκουσα εκείνα που όσο σπούδαζα, μάντεβα μόνο την ύπαρξή τους. Μεγαλύτερη χαρά για το γλωσσολόγο δεν έχει και την απόλαψα τότες με κάθε λέξη που μάζωνα. Πήγα στα σκολειά, ελληνικά, δημοτικά και γυμνάσια, πήγα στη Μεγάλη του Γένου Σκολή, κράτησα σημείωση για κάθε παράδοση, κάθε τάξη όπου πήγα. Μίλησα με τους βαρκάρηδες ή τους καϊξήδες, μίλησα με τους φτωχούς και μικρούς, μίλησα με την πιο διαλεχτή, με την καλύτερη κοινωνία. Παντού έβλεπα τους ίδιους νόμους να βασιλέβουνε, στρεβλωμένους κάπου κάπου από την καθαρέβουσα με τον ίδιο τρόπο. Καταντούσε λοιπόν πολύ έφκολο να ξεκαθαρίσει κανείς τους κανόνες τους αληθινούς, να βρει το σύστημα το σωστό της γραμματικής, να διορθώσει τα ίδια λάθια που τα ’φταιγε πάντα η καθαρέβουσα. Τα λάθια διορθωνόντανε και μοναχά τους, γιατί κι αφτό παρατήρησα, πως κοινωνία και λαός, αγράμματοι και γραμματισμένοι, διορθώνουνε παντού, ίδια κι απαράλλαχτα, τους δασκαλισμούς. Μια μέρα, στο βαποράκι που από το Γεφύρι της Πόλης κατεβαίνει στο Φανάρι, όπου πήγαινα κι αντίγραφα κάτι χερόγραφα παλιά, έτυχε να καθήσω κοντά σε τρεις τελειόφοιτους της Μεγάλης του Γένου Σκολής, που σας έλεγα. Ποτέ μου θαρρώ δε χάρηκα περισσότερο. Μιλούσανε αναμεταξύ τους την καθάρια δημοτική· ακόμη και σαν κουβεντιάζανε για το σκολειό, για πολιτικά, γι’ αψηλά αντικείμενα, τύπος δεν τους ξεγλιστρούσε στην κουβέντα που ο φανατικός εγώ να μην τον παραδεχόμουνε αμέσως. Με δυο λόγια, όπου κι αν ήμουνε, τη γλώσσα του μιλούσε το έθνος.
Μου έλειπε ωστόσο κάτι να μάθω, που μου φαινότανε σαν απαραίτητο. Στην Πόλη και στην Αθήνα, στα λεγάμενα τα κέντρα και μάλιστα στις πρωτέβουσες, συνηθίζουνε την κοινή τη λαλιά. Έπρεπε τώρα να δω και τα ντόπια τι πράμα ήτανε. Θυμούμαι, και πώς να τις ξεχάσω, τις μέρες τις χαρισάμενες που πέρασα στο Πυργί, ένα χωριό της Χιος, το πιο σημαντικό απ’ όλα τα μαστιχόχωρα, και για το γλωσσολόγο ακόμα σημαντικότερο. Πείστηκα και τότες κι αργότερα και κάθε φορά όπου γινότανε λόγος για το περίφημο το ζήτημα, πως όποιος πάει και φωνάζει — γιατί φωνάζουνε αφτοί, δε συζητούνε — πως τάχα κοινή γλώσσα δεν έχουμε, παρά ιδιώματα και ντοπιολαλιές, μήτε το υποψιάστηκε, μήτε τ’ ονειρέφτηκε τι θα πει γλώσσα χωριού η χωριολαλιά, όσο κι αν πολεμά να γαλλικίζει ονομάζοντάς τηνε patois. Patois ονομάζουνε καθαφτό στους πολιτισμένους τόπους τη γλώσσα που μιλιέται σ’ ένα χωριό, και δεν την καταφρονούνε διόλου. Οι διάφορες χωριολαλιές της Γαλλίας έχουνε κι έδρα στο Παρίσι· περνούνε γι’ ανώτερα μαθήματα. Οι δικοί μας όμως είναι πάντα λιγάκι πιο πίσω από τους άλλους. Είναι ακόμη της εποχής όπου και στη Γαλλία κι αλλού δεν καταλαβαίνανε την επιστημονική και φιλολογική αξία της χωριολαλιάς. Χωριολαλιά ήτανε κι η αττική στον καιρό της· έτσι άρχισε κάθε γλώσσα, και σα σμίγουνε πολλές χωριολαλιές, τότες γίνεται διάλεχτο ή ντοπιολαλιά, δηλαδή γλώσσα ενός τόπου αλάκαιρου, της Αττικής ή της Βοιωτίας κτλ., γιατί δεν μπορεί παρά να πάρει κάτι το ένα χωριό από τ’ άλλο. Γλήγορα η ντοπιολαλιά, για λόγους πολιτικούς και γεωγραφικούς, καταντά με το ρέμα της συγκοινωνίας κοινή γλώσσα, επειδή και λίγη απόσταση να ’χουνε αναμεταξύ τους τα χωριά, το καθένα σου δείχνει δική του γλώσσα, γραμματική δική του, κάποτες με λαφριές αλλαγές, κάποτε με σπουδαίες. Την ίδια γλώσσα δε μιλούνε σ’ όλα τα χωριά της Τσακωνιάς μήτε στα εικοσιένα μαστιχόχωρα της Χιος. Είκοσι ένα χωριά, μου έλεγε κάποιος, εικοσιένες γλώσσες. Την ίδια γλώσσα, για βέβαιο πως δε μιλούσανε σ’ όλα της Αττικής τα χωριά.
Μα τι δεν έχει να μάθει κανείς από τη γλώσσα του χωριού; Έβλεπα στα μάτια μου, άκουα στ’ αφτιά μου τον Όμηρο ζωντανό. Μάζωνα κάτι περίεργους τύπους στα δημοτικά τα τραγούδια και στα παραμύθια τα δημοτικά, τύπους λογιώ λογιώνε, τύπους διαφορετικούς από κείνους που συνηθίζανε στην καθεμερνή τους την κουβέντα οι χωριανοί, τύπους πότε κοινούς και πανελλήνιους, πότε του χωριού τους, πότε του πλαγινού του χωριού, πότε χωριού πιο απόμακρου, πότε και καμιάς ντοπιολαλιάς άγνωστης στο νησί τους. Απορούσα πως δε σηκώθηκε κανένας να μελετήσει τ’ ομηρικό ζήτημα στα χωριά μας, αφού και στα ομηρικά τα ποιήματα θα σμίξανε όχι μονάχα ντοπιολαλιές αντίθετες, αιολική, δωρική και ιωνική, μα πιθανό και κάμποσες χωριολαλιές, είτε της Αιωλίδας, είτε της Ιωνίας. Καταλάβαινα συνάμα κι ένα σπουδαίο ιστορικό, πως μορφώνεται δηλαδή, ως και στον αγράμματο λαό, μια κοινή φιλολογική γλώσσα. Κι αλήθεια, πως να μη μορφώνεται; Τα παραμύθια και τα τραγούδια δεν είναι χτήμα ενός χωριού. Πηγαίνουνε από τα ένα στ’ άλλο. Λοιπόν ποιανού χωριού γλώσσα να κρατήσουνε; Κρατούνε λιγάκι απ’ όλα. Κολνά το παραμύθι, μαζί με τον παραμυθά, δώθε κείθε. Στα Νένητα της Χιος, το μισό χωριό είχε καταστραφεί από σεισμούς, τ’ απάνω χωριό, η απάνω Νένητα· μνήσκανε μονάχα μερικά σπίτια και μερικοί κάτοικοι, που τώρα ερχόντανε κάτω να ψουνίσουνε, κάποτες και ν’ αποκαταστηθούνε. Μου είπανε ωστόσο, μου είπε κι ο Κανελλάκης, που καταγίνεται σ’ αφτά, που είναι κι από τα Νένητα, πως πριν από το σεισμό, τ’ απάνω χωριό και το κάτω δε μιλούσανε καθαφτό την ίδια γλώσσα. Και τόντις παρατηρούσα κάτι ανωμαλίες που δεν ξηγιούνται παρά σαν υποθέσεις, πως δυο κάπως αλλόγλωσσα χωριά ανακατέψανε τις λαλιές τους. Έτσι και τα παραμύθια μοναχά τους, που να πεις, ανακατέβουνε τους τύπους, άφησε που στα ίδια τα Νένητα έτυχε ν’ ακούσω μια ονομαστική ου του ενικού αρσενικού άρθρου, ενώ τέτοιο ου, αντίς άτονο ο, δεν είναι συνήθεια σε κείνα τα χωριά. Όπως όμως και στην κοινή μας γλώσσα, η αιτιατική πληθυντική του θηλυκού τις ανάγκη να γεννήθηκε στη Θεσσαλία ή σε κανένα μέρος της Ρωμιοσύνης, όπου το άτονο ε γίνεται ι με τέτοιον τρόπο αλληλοδανείζουνται τύπους και τα χωριά. Ώστε φτάνει να είναι στη μέση γλώσσα φιλολογική — φιλολογία και τα παραμύθια — κι αμέσως βγαίνει κοινή γλώσσα, είτε περιορισμένη σε δυο τρεις χωριολαλιές, είτε κι από ντοπιολαλιές καμωμένη, καθώς στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια. Είναι αναντίλεχτο πως πρέπει να ταξιδέψανε και τα ομηρικά ποιήματα, για να δείχνουνε τόσο αλλόκοτη διγλωσσία — διγλωσσία εννοείται που με τη σημερνή μας μήτε συγκρίνεται, αφού τότες την αποτελούσανε γλώσσες ζωντανές.
Είχα σκεφτεί να τα μελετήσω αφτά σε χωριστό βιβλίο, και τ’ ομηρικό το ζήτημα και τη φιλολογική δημοτική κι άλλα χίλια, επειδή μου φαινότανε πως άξαφνα γύριζα πίσω ίσα με τα παλιά, τα προϊστορικά τα χρόνια, πως την αρχαία μας τη γλώσσα, την παρακολουθούσα σε κάτι ωγύγιες αλλαγές της, γιατί όταν ερχότανε κανένας κι αντίς ακούσεις, μου το πρόφερνε ακούεις, αμέσως θαρρούσα πως βρισκόμουνε στην εποχή όπου κάποιος πρόγονός μας, στην ομιλία, μου έλεγε κι ένα γένεος, αντίς το κοινό τότες γένεσος, που μας το κοπανίζουνε στα σκολειά, μα που δε μας το δείχνουνε στη ζωή. Η δουλειά μου ήτανε άλλη, κι ήθελα να ξετάσω σε τι μοιάζουνε, σε τι δε μοιάζουνε κοινή γλώσσα και χωριολαλιά, ποια είναι της καθεμιάς τα γνωρίσματα, με τι τρόπο κι από τη γλώσσα του χωριού μπορείς να καταλάβεις τους νόμους τους γενικούς. Λούστηκα στην καθάρια γλώσσα του Πυργιού, όπου κάθησα μήνα, πότισα με τα πυργούσικα την ψυχή μου, αφού πρώτα είχα προσπαθήσει να ξεκαθαρίσω της γλώσσας μας τα ιστορικά, κι αφού κατόπι πάσκισα να την αρπάξω από τα χείλια ολωνώνε.
Κι έτσι έγινε το Ταξίδι μου.
Τον πρόλογο του Ταξιδιού, το γλωσσολογικό τον πρόλογο, άλλου τον έγραψα και θα δημοσιεφτεί πιο ύστερα στα Ρόδα και Μήλα. Εδώ, για τη γλώσσα δε θέλω να πω παρά δυο λόγια. Πρέπει κανείς κάπου κάπου να ξετάζει τον εαφτό του, για να δει σε τι βαθμό βρίσκεται, να συγκρίνει τα περασμένα του με τα παρούμενα και να καταλάβει αν άλλαξε ή δεν άλλαξε ιδέες, ποιες άλλαξε και πώς. Αφτό έκαμα στην Απολογία μου. Με είπανε πολλές φορές και με λένε ακόμη φανατικό. Φανατισμός στη γλώσσα, όπως το εννοούνε οι κατηγορητάδες μας, σημαίνει νόμος εθνικός. Άμα θέλεις ν’ ακούσεις το νόμο και ν’ ακολουθήσεις τη γραμματική, νομίζουνε πως είναι από πείσμα ή από καμιά υπερβολική πεποίθηση στη δύναμή σου. Πεποίθηση ανάγκη να ’χεις. Μα εγώ κι από τότες που καταπιάστηκα το Ταξίδι, έλεγα πάντα πως γλώσσα μας χρειάζεται, όχι τάχα για να γράφουμε τα βιβλία μας και σώνει, παρά για ν’ απολάψει στο τέλος μια γλώσσα και το έθνος, δηλαδή να τη μαθαίνουνε τα παιδιά στο σκολειό, επειδή συλλογιόμουνε το μέλλο κι αφτό πρέπει να συλλογιούμαστε. Όταν όμως βάζεις τέτοιο πράμα με το νου σου, όταν αποβλέπεις στα παιδιά, μου φαίνεται απαραίτητο να τους δώσεις και μια γραμματική. Η γραμματική σου πάλε θα βασίζεται σε κάποιους κανόνες. Να λοιπόν πού γίνεσαι φανατικός. Τη γραμματική εγώ την έγραψα με κάθε λέξη, με κάθε τύπο του Ταξιδιού. Αν υπάρχει κανένα γλωσσικό προτέρημα στο Ταξίδι, θαρρώ ίσια ίσια πως είναι η γραμματική του η ορισμένη, ο φανατισμός του, σαν αγαπάς. Κατόπι παραδέχτηκα στα γραφτά μου και διάφορους τύπους για μια λέξη, όλους εννοείται δημοτικούς. Σήμερα ξανάρχουμαι στο σύστημα του Ταξιδιού, από τη σκέψη που σας μολογούσα για τα παιδιά. Και το Ταξίδι το ίδιο, ακόμα και κει που τ’ άλλαξα, τ’ άλλαξα για να σιάξω κάπως τη γραμματική του, ίσως για να φαρδύνω, μα συνάμα και για να χαράξω πιο στενά τα σύνορά του. Λ.χ., έβαλα παντού τελικό ε στη ρηματική την κατάληξη, ενώ πρώτα έβαζα μόνο ν, και σκοτωνόμουνε ώσπου ν’ αρχίσει με κανένα π τ κ η ακόλουθη λέξη. Αφού εγώ σκοτωνόμουνε, πως να μη δυσκολεφτούνε οι άλλοι; Πιο σωστό να τ’ αποφασίσουμε, μια και καλή, πως έχουν [2] κτλ. πια δε γράφουμε και θα το γράφουμε πάντα έχουνε κτλ., γιατί το ν αφτό, αν τ’ αφήσουμε, είναι άξιο, για λόγους που αλλού τους είπα, να μας φέρει σε μπελάδες μεγάλους, να μας χαλάσει και τη γλώσσα.
Μου κόστισε πολύ να τ’ αλλάξω, επειδή το Ταξίδι δεν ήθελα να τ’ αγγίξω, σαν είδος ντοκουμέντο που είναι. Είχα τότες και τη συνήθεια να τελειώνω με παροξύτονα τις περισσότερες φρασούλες. Το έχουνε και τα τέτοια μου καταστρέφανε το ρυθμό μου. Τι να γίνει; Συλλογίστηκα τα παιδιά, τη γραμματική, τον κανόνα, την εφκολία, και τ’ αλλαξα. Είναι η πιο σημαντική μου αλλαγή, τουλάχιστο στους τύπους. Μα και στο λεχτικό και στο ύφος άλλαξα λίγα. Όταν έχει κανείς την κακή συνήθεια να δημοσιέβει πολλά, δεν πρέπει να πασπατέβει με το παραπάνω τα παλιά του. Κάλλια να κάμει καινούρια.
Έπειτα δε μου φάνηκε σωστό να κάθουμαι τώρα να στολίζω το Ταξίδι με τεχνοσοφίες που δεν τις είχε πρώτα. Βέβαιο πως σήμερα θα γράφω κάπως καλύτερα τη γλώσσα. Πιο τίμιο να μη γελώ τον αναγνώστη και ν’ αφήσω στη θέση τους κάτι αδέξια και νεανήσια που τότες δεν τα πρόσεχα. Τις επανάληψες, τις χασμωδίες και τα τέτοια, όση όρεξη κι αν είχα, το νόμισα περιττό να τα σιάξω. Διόρθωσα όμως άλλα μερικά. Θυμούμαι σα βγήκε το Ταξίδι, μέσα στις φωνές, στις βρισιές και το κακό, τ’ ασήμαντα λαθάκια, μόλις πέντ’ έξι, που πήγανε να μου ξεσκαλίσουνε. Δε βρίσκανε άλλα. Εγώ τους άφηνα, όσο το κάνανε γούστο, να φωνάζουνε, κι έπαιρνα σημείωση για ένα ή δυο σωστά που τύχαινε να πούνε. Μα τα περισσότερα λάθια που ξεσηκώνανε, νόημα δεν είχανε. Το σπουδαιότερο μου το ’δειξε κάποιος που χτυπούσε κατακέφαλα τη δημοτική, την ακανόνιστη, και που ωστόσο φαίνεται πως θα την ήξερε λιγάκι, αφού με κατηγορούσε που έβαλα για στην ακόλουθη φρασούλα· για πρώτη φορά, σ’ αφτό το βιβλίο, γράφηκε με κάποια σειρά κι ενότητα η γλώσσα του λαού (έκδ,, α’, σ. β’), αντίς να πω πρώτη φορά, δίχως το για. Το για πρώτη φορά, το λένε, το διάβασα κιόλας σε πολλούς δικούς μας· δεν είναι και μεγάλος ξενισμός, γιατί λέμε πήγα για μισή ώρα, που μοιάζει λιγάκι. Ωστόσο θαρρώ πως ο κάποιος είχε δίκιο· πιο ρωμαίικο έτσι, δηλαδή σκέτα πρώτη φορά. Άλλοι πάλε μου δείχνανε, όχι τα δικά μου, παρά τα δικά τους τα λάθια· δεν ξέρανε και κάνανε το σοφό, καθώς το ’παθε κείνος που τ’ αναφόρια, πάει να πει τα ρέματα, τα ήθελε ανηφόρια!
Καιρός δε μου απομνήσκει να τα πάρω ένα ένα. Μήτε αξίζει. Εγώ είμαι και καλό παιδί. Σα δίσταζα, σα δεν ήμουνε όλους διόλου βέβαιος για καμιά λέξη, την άλλαξα και τούτη στη δέφτερη έκδοση εδώ, λ. χ. το βιος (εκδ. α’, σ. 72), που και γι’ αφτό μου ριχτήκανε. Κι όμως νομίζω πως δε γίνεται, και θα τ’ άκουσα με τη σημασία που το ’χω. Δεν πειράζει. Ας λείψει μια λέξη· ο πλούτος δε μας λείπει. Φτάνουνε πια οι φιλονικίες. Για κάτι άλλα κι όχι για τα αιώνια γλωσσικά και γλωσσολογικά, θέλω σήμερα να σας μιλήσω. Με τι τρόπο και σκοπό ξαναδημοσιέβω το Ταξίδι μου, πώς με βοήθησε στο ξαναπέρασμα ο χρυσός μου ο Αργύρης, αφτά, σαν τα γυρέβετε, θα τα βρείτε στην Απολογία [3].
Όταν κανείς γράφει, εννοείται κι απαρχής πως πρέπει να ξέρει τη γραμματική της γλώσσας που γράφει. Μα δε φτάνει να ξέρεις τη γραμματική, για να γράψεις βιβλίο, άμα δεν είναι μόνο και μόνο επιστημονικό, αν και στην επιστήμη την ίδια χρειάζεται κάτι παραπάνω από την ξερή επιστήμη. Το κάτι αφτό χρειάζεται ακόμη περισσότερο στη φιλολογία. Τι είμαι, γλωσσολόγος ή ψυχολόγος, επιστήμονας ή ποιητής, καλά καλά δεν το κατέχω, να σας το πω. Ίσως δεν είμαι και τίποτις. Ένα πράμα νοιώθω, πως είτε λέξη πιάνω να ψιλολογήσω είτε αθρώπινη ψυχή, διαφορετική δουλειά δεν κάνω κι όσο η μια με συνεπαίρνει, τόσο με συνεπαίρνει κι η άλλη. Παλιά πρόληψη κιόλας πως η φαντασία, η δημιουργική φαντασία, δεν παίζει ρόλο, και ρόλο σημαντικό, στην αποκάλυψη κάθε αλήθειας. Καθώς πλέκεις ένα ρομάντζο, έτσι και τα ιστορικά τα φαινόμενα τα συνταιριάζεις. Λογική παντού θέλει, για να βγει το συμπέρασμα σωστό. Θέλει και αγάπη. Ωραία το ξεδιάλισε ο Παλαμάς· «ετοιμάζουμε και τ’ άρθρα μας, καθώς συνθέτουμε και τα τραγούδια μας. Με τον έρωτα και με το μεθύσι. Όπως από κάτου από το πιο ελεύτερο φτερούγισμα του ποιητή μπορεί να κρύβεται η καλομετρημένη του κριτικού παρατήρηση, έτσι κι ένα άρθρο πεζογραφικά δουλεμένο, και με όλη του τη δασκαλική μορφή, μπορεί να μην είναι ξένο προς κάποια δημιουργική πνοή, και προς την Ποίηση να στέκει πολύ πιο κοντά κι απ’ όσο κανείς υποψιάζεται. Πολλές φορές τυχαίνει να τα ζυγιάζουμε τα τραγούδια μας και να τραγουδάμε τ’ άρθρα μας.» (Νουμάς, άμ 40, 1905).
***
Να μη σας το κρύφτω, εγώ το Ταξίδι μου, σαν το ’γραψα, θέλησα να το τραγουδήσω. Μπορεί να γελιούμαι και να μου πείτε σεις πως η απαίτηση μεγάλη, να γυρέβω να περάσω άξαφνα και για ποιητής. Μα τι να σας κάμω που την απαίτηση την έχω; Το δήλωσα κι από την πρώτη έκδοση· «Τα βιβλίο μου είναι παραμύθι, όχι ταξίδι (σ. δ’)… αφτό τα βιβλίο μολονότι έχει βάση τη γραμματική γράφτηκε μόνο και μόνο για να μπορέσει, αν είναι δυνατό, να διασκεδάσει τον κόσμο με λίγη φαντασία και ποίηση» (σ. 268). Και στην αρχή λοιπό και στο τέλος αφτό έλεγα· στη μέση προσπάθησα μάλιστα και να το δείξω, πως ένοιωθα κάπως από ποίηση.
Έτυχε ωστόσο μια μέρα ν’ ακούσω από κάποιο φίλο μου ένα λόγο, ένανε από κείνους τους λόγους που έτσι, στα καλά καθούμενα, σου ξανοίγουνε αφανέρωτους κόσμους, είναι άξιοι να σου αλλάξουνε και την πίστη, γιατί σε κάνουνε να καταλάβεις, όχι ενός άτομου παρά ενός τόπου αλάκαιρου νου και ψυχή. Πρέπει όμως πρώτα να μάθετε πως ο φίλος μου αφτός είναι ο ίδιος ποιητής, άγνωστος ίσως στους περισσότερους, μα να μη θαρρούμε πάλε πως ο αδημοσίεφτος ή και λίγο δημοσιεμένος ποιητής δεν αξίζει κάποτες τους άλλους. Ο δικός μου μάλιστα έχει αίστημα τόσο φίνο, τόσο αψηλή και σίγουρη αντίληψη της τέχνης, που πολύ σπάνια τη βρίσκεις. Είναι και κριτής πρώτης τάξης, εννοείται και δημοτικιστής. Το Ταξίδι μου το διάβασε αμέσως, αμέσως του άρεσε, αμέσως μου έγραψε χίλια δυο να μου το παινέσει, να μου πει πως μπήκε στο νόημα, πως η μόνη γλώσσα είναι η εθνική και πως ο αγώνας είναι άγιος και μεγάλος.
Περνούνε δέκα χρόνια. Ο φίλος μου ξαναδιαβάζει το Ταξίδι και μου γράφει μέσα στ’ άλλα που μου έλεγε για το ζήτημα, και τ’ ακόλουθα λόγια· «Του κάκου! Είσαι ποιητής.»
Τα συλλογίστηκα πολλές φορές από τότες τα λόγια του αφτά, κι έφτασα νομίζω σ’ ένα δυο συμπεράσματα, που ίσως αχαμνό δεν είναι να τα ξετάσουμε από πιο κοντά, γιατί έχουνε γενική σημασία, τουλάχιστο καθώς τα βλέπω τα πράματα. Το ζήτημα το γλωσσικό έχει τα ψυχολογικά του. Αφτά θα μελετήσουμε, κι έτσι μπορεί να ρίξουμε ματιά βαθύτερη και στη σημερνή ψυχολογία του Ρωμιού.
Το πιο περίεργο, το πιο απίστεφτο που ακολούθησε στο περίφημο ζήτημα, μου φαίνεται πως δεν το παρατήρησε ως τώρα κανένας. Και φυσικό να μην το παρατήρησει, αφού ο καθένας έβρισκε πως όλα ήτανε σε τάξη όπως ήτανε, όπως τα συνήθισε και δεν μπορούσε να τα φανταστεί αλλιώς. Δε θέλω να κατηγορήσω τον Κοραή· ο Κοραής είχε μάθηση, δεν του έλειπε και κάποια επιστημονική αξία ή σαν προτιμάτε, κάποιο μύρισμα της επιστήμης. Ήτανε ικανός να σου διορθώσει κι ένα κείμενο αρχαίο, να σου βρει τη σωστή διόρθωση. Στην Εβρώπη ονομάζουνε φιλόλογους [4] ή philologues, όσους παίρνουνε για βάση τω σπουδώ τους, όχι τα λόγια ούτε τους λόγους ούτε το λόγο, καθώς τάχα το δηλώνει ο κάπως αταίριαστος όρος, παρά ό,τι γραφτό υπάρχει, επειδή το κάτω κάτω η philologie εκεί πέφτει, όπως κι αν το γυρίσεις, κι ο φιλόλογος ή philologue τέτοια δουλειά κάνει, αφού στηρίζεται είτε σε κώδικα, είτε σε πάπυρο, είτε και σ’ επιγραφή, όταν τύχει. Ρωμαίικα θα τον πούμε γραφτοδίφη, και σκοπό δεν έχω να τ’ αναιρέσω πως γραφτοδίφης με όνομα στάθηκε ο Κοραής.
Ανοίξτε τώρα τα βιβλία του. Σας το λέω δίχως πάθος κανένα, κι άμα μου ρίξετε και σεις κάθε πάθος αλάργα στο γιαλό, θα μου το μολογήσετε πως στα βιβλία του Κοραή δεν πρέπει να γυρέβουμε τίποτα που να μοιάζει με τέχνη, με ποίηση, με φαντασία, τίποτα που να σου δείχνει το φιλολόγο, γιατί ο litterateur νομίζω πως ταιριάζει να ονομαστεί φιλολόγος αφού ίσια ίσια ο φιλολόγος ανάγκη καμιά δεν έχει να βασιστεί στα γραφτά, παρά η σπουδή του κι η αγάπη του είναι ο λόγος ο ζωντανός. Άλλο λοιπόν, ο γραφτοδίφης κι ο φιλολόγος άλλο.
Δε θ’ αδικήσουμε μήτε τον κ. Κόντο, λέγοντας πως και στα δικά του τα συγράμματα φιλολογία καμιά δεν υπάρχει, καμιά ποίηση, τέχνη καμιά. Ωστόσο ξέρουμε πως ο Κοραής όσο κι ο Κόντος θελήσανε να ταχτοποιήσουνε τη γλώσσα, μας διδάξανε ποιους τύπους πρέπει να παραδεχτούμε, ποιους όχι, μ’ ένα λόγο, πώς πρέπει να γράφουμε. Κατόπι θα τρίβουνε τα μάτια τους για να το πιστέψουνε, σαν τύχει και το διαβάσουνε, πως μια φορά κι έναν καιρό, βγήκανε αθρώποι ξένοι προς την τέχνη, ξένοι προς την ποίηση, ξένοι προς τη φαντασία, ξένοι προς καθετίς φιλολογικό, να μας μάθουνε τι γλώσσα χρειάζεται η φιλολογία, δηλαδή ένα πράμα που ή δε σημαίνει τίποτα ή σημαίνει τέχνη, ποίηση, φαντασία, λόγο ζωντανό. Με τι δικαίωμα, κανείς βέβαια δε θα μας το πει. Μπορεί να καφκήθηκα πιο απάνω πως είμαι ποιητής. Μα σας παρακαλώ να το ’χετε για σίγουρο πως αν ήμουνε μόνο γλωσσολόγος, ποτέ μου, ποτέ δε θα τολμούσα ν’ ανακατωθώ σε ζήτημα που όσο γλωσσικό κι αν είναι, είναι όμως ζήτημα φιλολογικό. Και να δείτε πως κάθε φορά που μορφώνεται γλώσσα φιλολογική, ο ποιητής ή κι ο απλός φιλολόγος αναγκάζεται λίγο πολύ να κάμει και το γλωσσολόγο. Θ’ ακούσει πώς μιλούνε οι συντοπίτες του, θα πάει σαν το Malherbe στο πεφτοπάζαρο ν’ αρπάξει από του πιο πρόστυχου, από του χαμάλη το στόμα την αληθινή, την καθαρή λαλιά [5], ή σαν τον Ντάντε, θα μαζώξει λέξες και τύπους από διάφορες ντοπιολαλιές, για να στήσει γλώσσα κοινή. Στην Ελλάδα, όπου το ζήτημα είναι πιο δυσκολόλυτο, ίσως θέλει γλωσσολογία περισσότερη. Όπως κι αν είναι, ο ποιητής έχει πρώτα να πει το λόγο του κι όχι άλλος, αφού για τη γλώσσα του ποιητή γίνεται ζήτημα.
Κανένας ωστόσο στην Ελλάδα δεν απόρησε που ένας Κοραής ή ένας Κόντος ήρθανε να μας φιλολογήσουνε. Κι από κει βλέπουμε πού μας κατάντησε ο δασκαλισμός. Στα κλασσικά τα χώματα της φιλολογίας, ο κόσμος μήτε το υποψιαζότανε πια πως υπάρχουνε τέχνη, ποίηση, φαντασία και πως ίσια ίσια δουλειά της γλώσσας της φιλολογικής αφτά ήτανε. Δεν το υποψιαζότανε, αφού τη φιλολογία του την πρόσμενε από τους αφιλολόγητους. Και τόσο κατάβαθα του στρεβλώσανε τα μυαλά, που στην Ελλάδα, πριν από τους Κοραήδες, πριν από τους Κόντους, φανήκανε φιλόλογοι, φανήκανε τεχνίτες, φανήκανε ποιητάδες, κι ωστόσο ακολουθούσε τους άλλους ο Ρωμιός, χωρίς ούτε στιμούλα να το στοχαστεί πως αφτοί δεν ήτανε ούτε ποιητάδες, ούτε τεχνίτες, ούτε φιλολόγοι. Απόλαψε η Ελλάδα ένα Σολωμό, απόλαψε η Ελλάδα ένα Βαλαωρίτη, απόλαψε η Ελλάδα τα τραγούδια τα δημοτικά. Τίποτα! Γραφτοδίφηδες προσκυνούσε. Τόσο ένοιωθε από φιλολογία.
Και τότες είδαμε κάτι πολύ παράξενο. Το ζήτημα το γλωσσικό έγινε ζήτημα μόνο και μόνο της γλώσσας. Μα ξεχάστηκε παντάπασι πως η γλώσσα τα ’χει όλα μέσα της, ως και την τέχνη, ως και την ποίηση! Νομίσανε πως άλλο δε σημαίνει παρά γραμματική. Όξω από τη γραμματική, δεν κοιτάξανε. Κι έτσι, για να ξανάρθουμε στο ταπεινό μου το βιβλίο, ύστερις από δέκα χρόνια, συλλογίστηκε ο φίλος μου, που διόλου δε φταίει, πως το Ταξίδι μπορεί να ’ναι κι έργο ποιητικό, ενώ αν ο δασκαλισμός, αν η καθαρέβουσα δε μας χαλνούσανε κάθε ορθή κρίση και κάθε φιλολογικό αίστημα, έπρεπε πρώτα πρώτα να προσέξει στην ουσία, δεν τολμώ να πω την αξία τη φιλολογική του βιβλίου μου, είτε για να το παινέσει είτε για να το κατακρίνει, κι έπειτα να στοχαστεί· Να δούμε τώρα τι λέει και για τη γλώσσα.
Θα μου αποκριθείτε πως στην Ελλάδα τόσο σπουδαίο είναι το ζήτημα το γλωσσικό, που μας απορούφηξε νου και ψυχή, σε βαθμό που τ’ άλλα πια μήτε τα βλέπουμε. Μα και γω τι σας λέω; Θα με πιστέψετε καμιά μέρα και θα καταλάβετε πως με τον πόνο της καρδιάς μου κι όχι από παραξενιά, όχι από θέληση να ψεγαδιάζω και να φωνάζω — θα ’τανε αλλόκοτη θέληση, μα το ναι! — σας το είπα ίσως κάποτες, πως όταν κανείς βλέπει από δω τα πράματα, πολλά στην Ελλάδα του έρχουνται σαν παιδιάτικα, παιδιάτικη και η αντίληψη της φιλολογίας. Αφτά συλλογιούμαι, την κατάστασή μας παρατηρώ τη νοητική, μιλώντας για τα δικά μου, και μη θαρρείτε τάχα πως παραπονιούμαι για μένα. Έτυχε να γράψω κάμποσα, λοιπόν και κάμποσα ν’ ακούσω. Γι’ αφτό μπορώ και κρίνω. Μήπως αρκετά δε μου βγάλανε στη μέση και για το Ταξίδι; Δε λέω τις βρισιές. Λέω και τα καλά τα λόγια. Κάποιος άξαφνα, που πολύ μ’ αγαπά, μου έκαμε και την παρατήρηση, αφού δημοσίεψα τ’ Όνειρο του Γιαννίρη, πως φρόνιμα καταπιάστηκα βιβλίο μεγάλο, αλάκαιρο ρομάντζο, γιατί το Ταξίδι, όπως κι αν είναι, δεν είχε σειρά, παρά μόνο κεφάλαια, χωριστά κάπως το ένα από τ’ άλλο, κι έτσι έμοιαζε σαν κομματιασμένο.
Πού να το βάλει ο νους μου πως ένας στίχος μικρός αξίζει λιγότερο από ένα μεγάλο; Κάποτες μάλιστα πιο δύσκολα καταφέρνεις το μικρόνε. Ίσως κιόλας θέλει πολλή δουλειά, ώσπου να καταφέρεις ένα σύγραμμα που να μη συνεχίζουνται τα κεφάλαιά του, κι όμως άφαντο κι άσπαστο φάδι να τα συνεδένει ανάμεσά τους. Δεν πειράζει. Το ξέρω κι απαρχής τι θα πούνε και γι’ άλλα μου βιβλία. Το ξέρω, δηλαδή, όσο που φτάνει ο νους μου, γιατί όλα πού να τα μαντέψω; Κι ωστόσο γράφω και γράφω. Γράφω με αγάπη. Γράφω με χαρά. Γιατί γράφω για την Ιδέα.
***
Εδώ μιλούμε. Κουβεντιάζουμε ξέγνοιαστα, φιλικά, σας ανοίγω την καρδιά μου. Μα παράπονο κανένα δεν έχω. Και πώς να ’χω; Ύστερις από δεκαεφτά χρόνια σωστά, όταν ξανατυπώνει κανείς ένα βιβλίο που η δράση του, αντίς να λιγοστέψει, θαρρώ πως ξαπλώνεται και πάει, αχάριστος θα ’τανε, θα ’τανε από μέρος του αμαρτία μεγάλη, αν καθότανε άξαφνα στη γωνιά του να πικραίνεται, να δέρνεται και να κλαίει. Έναν ένανε φιλώ τους παλιούς και τους καινούριους φίλους, που μ’ ακολουθήσανε και που συχνά μ’ οδηγήσανε στο δρόμο. Δεν είναι ο λόγος μου μονάχα για την κοινή μας την εργασία, για το σκοπό μας τον κοινό. Η φιλία, η αφοσίωση κι η αγάπη που χάρηκα στη ζωή μου απ’ αφτούς, λίγοι μπορώ να το πω, τη χαρήκανε σαν και μένα. Λίγοι γνωρίσανε τέτοια παρηγοριά. Το φιλί της ψυχής μου τους το δίνω και δω· τους το ’δωσα και στην Απολογία. Εκεί προσπάθησα να τους πλέξω το στεφάνι που το χέρι μου ίσως άξιο δεν είναι να τους πλέξει, μα που μια μέρα θα τους το πλέξουνε καλύτερα τα παιδιά μας. Εκεί χαιρετώ και τους νέους που θα συνεχίσουνε το άγιο το έργο, γιατί κι από τώρα την καρδιά μου γιομίζει και μου μαγέβει της νιότης τους η μυρωδιά. Εγώ βρίσκουμαι σε κείνο το σημείο της ηλικίας όπου νοιώθει κανείς τα γεράματα και ζυγώνουνε. Είκοσι εικοσπέντε χρόνια το πολύ πολύ, έχω ακόμη να ενεργήσω. Τι είναι εικοσπέντε χρόνια, τι είναι και τριάντα, για όσα σκέδια, για όσες ιδέες βάζει κανείς με το νου του; Μπορεί και προτού περάσουνε, η ακατάπαφτη δουλειά να μ’ αποκάμει, μπορεί κι αρρώστια να με κόψει. Ένα μονάχα θέλω να πω στους οχτρούς μας, στους αντίπαλους και στους δασκάλους, πως αφτοί δε θα με κουράσουνε, και του κάκου. Να με ξέρουνε για χαλκέντερο, και ν’ απορούνε, γιατί πού να το υποψιάζουνται τι δύναμη μπορεί και δίνει σ’ έναν άθρωπο μια Ιδέα; Νοιώθω μέσα μου ακόμα περισσότερο κουράγιο, τον ήλιο με ακόμα πιο αχόρταγο πλεμόνι τονέ ρουφώ, παρά στον καιρό του Ταξιδιού. Και πάντα μου φαίνεται καινούριο, πάντα φρέσκο το φως.
Η λύπη που κάποτες από την πέννα μου στάζει έχει αλλού την πηγή της. Ο πόλεμος δε μου τη φέρνει μήτε ο αγώνας, μήτε κι η δυσκολία της δουλειάς. Μου τη φέρνουνε ίσως τα χρόνια τα γοργά. Βιαζόμουνε να βγάλω τη δέφτερη έκδοση του Ταξιδιού, για να καταπιαστώ και τ’ άλλο το ταξίδι, που λογαριάζω να τ’ ονομάσω το ΜεγάΛο. Το μεγάλο για τον άθρωπο είναι κείνο που το λένε και το στερνό, το μεγάλο για το έθνος είναι της ιστορίας του το ρέμα, για τον πλανήτη μας είναι ο δρόμος του στον ουρανό. Για κάτι τέτοια σκοπέβω να φιλοσοφήσω στο καινούριο μου το ταξίδι, όταν το κάμω. Με τέτοιους λογισμούς ταιριάζει κιόλας να προτοιμάζεται κανένας, ας είναι κι από νωρίς, για την ώρα του μισεμού που γυρισμό δεν έχει. Θέλω να κατεβώ στην Ελλάδα· θέλω να τη δω· θ’ αρχίσω από τα Εφτάνησα τα τρισάγια· έπειτα θα πάω στην Κρήτη, την ξαναγεννημένη· θα τραβήξω ύστερα ίσα με την Κύπρο, το νησί της πρωτόπλαστης Αγάπης· και τότες θα περάσω από την Αθήνα, για ν’ ανεβώ στον Παρθενώνα. Έναν ύμνο θέλω να ψάλω της Ιδέας. Έναν ύμνο Της χρωστώ. Τη γνώρισα ψυχή και σάρκα. Με τα μάτια μου την είδα και στο πρώτο μου ταξίδι. Της έπρεπε κι από τα χίλια οχτακόσια ογδόντα οχτώ ένα προσκύνημα, δεν ήξερα όμως ο δύστυχος και δεν το ’βαλα στο Ταξίδι μου πουθενά. Σήμερα το βάζω, για να συνεδένει όλα μου τα έργα μια Ιδέα και πάντα. «Νοιώθω μέσα μου κάτι αθάνατο που δεν μπορεί να μαραθεί. Στα χέρια του Ποιητή μου τ’ αφήνω το Έργο που τόσο τ’ αγαπήσαμε κι οι δυο μας, το Έργο το ιερό. Ακόμη και σα δε θα με βλέπετε κατόπι, εγώ θα είμαι για ολωνώ σας τον αγώνα η βοήθεια και η πίστη.» Έτσι μου μηνούσε η άδολη ψυχή, η αθώα η παρθένα, η παναιώνια που είναι αγαθοσύνη γεμάτη. Μην κλαίτε, μάτια βουρκωμένα. Όλα του κόσμου τα ωραία, όλα τα μοναδικά, έρχεται μια στιγμή που χάνουνται και πάνε. Τι πειράζει και τι χάνεται και τι πάει; Από τα σπλάχνα ενός τάφου άξαφνα περεχιέται ολόγυρα ζωή πλημμύρα. Πόσοι ζούνε που είναι κι από τώρα πεθαμένοι! Μα ύστερις από το θάνατό σου πάντα να ενεργάς, πάντα να βασιλέβεις, αφτό θα πει ζωή. Διαβατάρικα στον κόσμο ανάφτουνε μια και σβιούνε πολλές γυναίκες, κόρες πολλές. Αθανασία στην Κόρη που η Ποίηση τη συνεπήρε και που έμαθε στον Ποιητή ν’ αγαπά την Ιδέα! Μια Ιδέα είναι το μόνο που δεν περνά, το μόνο που μνήσκει από μας. Τ’ άλλα τίποτα δεν είναι. Φτάνει να λάμπει μέσα στην Ιδέα ένας αψηλός λογισμός και συνάμα να γλυκοτρέμει μέσα της ένα δάκρυ. Τότες είναι αμάραντη, όπως έλεγε κι η Κόρη. Παντού και πάντα η Καρδιά θα νικήσει. Θα νικήσει μαζί της η Ιδέα. Την Ιδέα, όπου πας κι ό,τι κάμεις, πλάγι σου, μέσα σου, θα τη βρεις. Θα την ακούσεις στη μουσική που τραγουδά το θλιβερό της το τραγούδι, θ’ αντιλαλήσει στον πόνο που σε παραδέρνει, στη φαντασία που θ’ ανοίξει στο νου σου τα φτερά της. Όταν ο ήλιος βασιλέβει, στη θάλασσα ή στη στεριά, ότα γύρεις το κεφάλι σου λυπημένος, να τον αποχαιρετήσεις, την Ιδέα θα σου χαράξει ως κι η αχτίδα η στερνή που ροδίζει. Όταν ο ήλιος ανατέλνει, πάλε στα φως της Ιδέας θα λουστείς. Η ποίηση του κόσμου είναι αφτή. Με δύναμη και καλοσύνη αφτή θα σε θρέψει. Αφτή θα σε κάμει και άθρωπο και άντρα, θα καταλάβεις, άμα την καταλάβεις, και τη θυσία. Θυσία γράφει, γράφει μεγαλείο κι αφέλεια η καρδιά της. Μη λυπάσαι τον καημό, μη λυπάσαι τα δάκρυα που σου κόστισε η λατρεία της Ιδέας. Η θυσία που η Αγάπη της σου έμαθε, θα σε σώσει. Άγια μέρα είναι κείνη όπου σμίγει ο Ποιητής με την Ιδέα. Κάτι σημαντικό, κάτι πρωτόφαντο, κάτι μεγάλο ακολούθησε στον κόσμο. Η Αγάπη της Ιδέας, της Οδηγήτρας σου και της Εμπνέφτρας, την αρχαία την Ελλάδα θα σου αναστήσει, αφτή, και μόνη αφτή, πίστεψέ με ώσπου τα μάτια σου να το δούνε, θα μας ζωντανέψει τον Παρθενώνα.
Δώδεκα του Απρίλη 1896-1905, μεσημέρι.
Ψ.
ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ
Όποιος με διαβάσει θα καταλάβει με τι σκοπό έγραψα το Ταξίδι μου. Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα αμύνεται περί πάτρης.
Η ζωή μου είναι της Γαλλίας. Ό,τι είμαι, στη Γαλλία το χρωστώ. Την αγαπώ σα μητέρα και σαν πατρίδα. Έγινα παιδί της στην ώρα της δυστυχίας και της θλίψης· πώς να μην τη λατρέβω; Γεννήθηκα όμως Ρωμιός και δεν μπορώ να το ξεχάσω· έχω χρέη και στην Ελλάδα. Θέλησα να της το δείξω. Αφού δεν μπορεί να της είμαι χρήσιμος στον πόλεμο, τουλάχιστο πολεμώ για την εθνική μας γλώσσα. Ένα έθνος, για να γίνει έθνος, θέλει δυο πράματα· να μεγαλώσουνε τα σύνορά του και να κάμει φιλολογία δική του. Άμα δείξει πως ξέρει τι αξίζει η δημοτική του γλώσσα κι άμα δεν ντρέπεται γι’ αφτή τη γλώσσα, βλέπουμε πως τόντις είναι έθνος. Πρέπει να μεγαλώσει όχι μόνο τα φυσικά, μα και τα νοερά του τα σύνορα. Γι’ αφτά τα σύνορα πολεμώ.
Άλλα δεν είχα να πω στον πρόλογό μου. Όσοι πιάσουνε το βιβλίο μου στο χέρι για να διασκεδάσουνε και να περάσει η ώρα — να το πω φανερά, γι’ αφτούς γράφω — δεν έχουνε ανάγκη μήτε να τους ξηγήσω τ’ ορθογραφικό σύστημα που ακολούθησα, μήτε να τους δώσω λόγο για κάθε λέξη, για κάθε φράση που έγραψα. Δεν έβαλα έναν τύπο γραμματικό, δεν έγραψα μια λέξη, μια συλλαβή στο βιβλίο μου, χωρίς να το συλλογιστώ πριν ώρες, μπορώ μάλιστα να πω χρόνια, αφού κάθε χειμώνα στα δημόσια μαθήματα που δίνω, της γλώσσας μας την Ιστορία μελετώ.
Όποιος πάλε θέλει να με διαβάσει για να με κατακρίνει, για να βρει λάθη, για να κάμει το δάσκαλο, τον παρακαλώ πρώτα να ρίξει μια ματιά στα επιστημονικά και φιλολογικά μου δοκίμια — στα Ιστορικά ζητήματα και στα γαλλικά μου συγράμματα. Για να με κατηγορήσει, πρέπει πρώτα να διει με τι ιδέα γράφω κι αν ακολούθησα παντού την ίδια ιδέα ή όχι. Θα μου κάμουνε παρατήρηση για πολλά πράματα που αποκρίθηκα αλλού, χωρίς μάλιστα να προσμένω την παρατήρηση. Δε θ’ απαντήσω και δέφτερη φορά. Δική μου γλώσσα δεν έχω και δεν έφτιασα γλώσσα, γιατί πλάστης δεν είμαι. Γράφω την κοινή γλώσσα του λαού· όταν η δημοτική μας γλώσσα δεν έχει μια λέξη που μας χρειάζεται, παίρνω τη λέξη από την αρχαία και προσπαθώ, όσο είναι δυνατό, να την ταιριάξω με τη γραμματική του λαού. Έτσι κάμανε όλα τα έθνη του κόσμου· έτσι θα κάμουμε και μεις. Μου φαίνεται πως πρώτη φορά, σ’ αφτό το βιβλίο, γράφηκε με κάποια σειρά κι ενότητα η γλώσσα του λαού. Προσπάθησα να τη γράψω κανονικά, να φυλάξω τους νόμους της, να προσέξω στη φωνολογία, στη μορφολογία, στο τυπικό και στη σύνταξη της δημοτικής γραμματικής.
Δεν είμαι τόσο νέος, δεν είμαι και τόσο παιδί, που να νομίζω πως κατόρθωσα μ’ αφτό μου το βιβλίο να λύσω το πρόβλημα που μας βασανίζει όλους. Για να το λύσουμε, χρειάζουνται ακόμη πολλά· πρέπει πρώτα ο καθένας να πιάσει να μάθει με τα σωστά του αφτή τη γλώσσα που καταφρονεί χωρίς να την ξέρει, να γίνουνε γραμματικές, να παραδίνεται η αληθινή μας γλώσσα, κι όχι μόνο η καθαρέβουσα, στα σκολειά και στο Πανεπιστήμιο. Πρέπει μάλιστα να σπουδάσουμε καλύτερα την αρχαία, για να καταλάβουμε την ιστορική αξία της δημοτικής, να τη μελετήσουμε με σέβας και να διούμε πως μόνο τη δημοτική είναι δυνατό να καλλιεργήσουμε και να γράψουμε. Προσπάθησα να δείξω πως μπορεί κανείς να γράψει αφτή τη γλώσσα και στα πεζά. Το λέω φανερά και μ’ όλη μου την καρδιά· αν το βιβλίο μου δεν είναι καλό, φταίω γω· η γλώσσα μας δε φταίει.
Γραμματική όμως δε θέλησα να κάμω. Το βιβλίο μου άλλο δεν είναι παρά φαντασία και ποίηση. Αφορμή μου στάθηκε το ταξίδι που έκαμα, κοντέβουνε τώρα δυο χρόνια, στην Ανατολή και στην Ελλάδα. Πολλοί ταξιδιώτες συνηθίζουνε και μας λένε τι κάμανε τη δεφτέρα και την τρίτη, τι ώρα φτάσανε και τι ώρα φύγανε, τι κρασί ήπιανε, πόσα κουνούπια τους δαγκάσανε, ποιόνε είδανε κει που κατεβήκανε, τι μαλλιά είχανε η νοικοκερά κι ο νοικοκύρης του σπιτιού. Έπειτα, σ’ ό,τι χώρα κι αν πατήσουνε, κάθουνται και μας δηγούνται τα ιστορικά της. Τέτοια δεν έχω. Ο guide Joanne είναι πολύ πιο χρήσιμος οδηγός από μένα. Κανένα απ’ όσα λέω στο βιβλίο μου δε συνέβηκε αλήθεια. Αλήθεια είναι μόνο το μίσος που έχει κάθε Ρωμιός για τον Τούρκο κι η αγάπη που έχει για την πατρίδα του και για τη γλώσσα που του μίλησε η μάνα του παιδί. Ποτές στη ζωή μου δεν έδωσα μεγάλη προσοχή στ’ άτομα· ο άθρωπος μοναχά, η ιδέα κι ο νους έχουνε κάποια αξία στον κόσμο. Τα γενικά ζητήματα είναι τα μόνα σπουδαία ζητήματα. Για τούτο, όπου γράφω το εγώ, είναι τύπος ρητορικός· εγώ τίποτα δεν είμαι· η εθνική ψυχή κάτι σημαίνει· προσπάθησα να διω πού και πού τι έχει μέσα της αφτή η ψυχή, και μιλώντας για μένα, συλλογιούμαι τους άλλους. Το βιβλίο μου είναι παραμύθι, όχι ταξίδι.
Αφτό θέλησα. Θέλησα και κάτιτις άλλο· να διασκεδάσει ο αναγνώστης μου, κι αν είναι δυνατό να μη με βαρεθεί, ακόμη κι όταν του μιλώ για σοβαρά κι επιστημονικά ζητήματα. Μα πρώτα απ’ όλα θέλησα να μπορέσει ο καθένας να με καταλάβει.
Παρίσι, 1888.

Α’ Πόθος κρυφός.

Ένα πρωί στην έξοχη, που μυροβολούσανε οι πεδιάδες και που τα δέντρα κελαδούσανε, πουλιά γεμάτα, βγήκα και γω — κάτω στης δυτικής Γαλλίας τ’ απόμακρα τα παράλια όπου βρισκόμουνε τότες — να σεργιανίσω όξω στους κάμπους και να λούσω στη δροσιά της αβγής κορμί και ψυχή. Ανέβηκα απάνω σ’ ένα λόφο μικρό. Στο πλάγι μου, τα χόρτα είχανε ξαπλωμένη τη λαμπρή τους πρασινάδα· μισοβρεμένα από την πρωινή δροσιά, σαν καμαρωμένα μέσα στο ζωηρό τους το χρώμα, όλα τους φορούσανε τη στολή τους, διαμάντια, σμαράγδια και μαργαριτάρια. Το χορτάρι, χρυσολούλουδα κεντημένο, έμοιαζε ύφασμα ζωντανό. Τα τριαντάφυλλα ανοίγανε τα κόκκινά τους φύλλα. Τ’ αγιόκλημα, η αλιφασκιά, οι σπαρτιές περεχούσανε την καρδιά με τη μυρωδιά τους. Φυσούσε αγέρι σιγαλό· παρέκει, σε μια κοιλάδα, κουνιόντανε τα στάχυα αγάλια αγάλια και κάνανε την κυματιστή τους την κουβέντα· έσκυφτε το ένα στ’ άλλο, σα να χαιρετιόντανε. Ήτανε όλο χαρούμενα που τα ζέσταινε ο ήλιος με τις γλυκές του αχτίδες. Ο ουρανός ερωτεμένος γλυκοκοίταζε τη γης, σαν που κοιτάζει την αγάπη του ένας νιος, όταν περάσει και τη διει. Τόσο φως, τόση φλόγα σκόρπιζε από κει απάνω στον κόρφο της μέσα, που φαινότανε, αλήθεια, σα να μην ήξερε ο ήλιος πώς να προφτάσει από τα τρελά φιλιά που γύρεβε να της δώσει. Η άνοιξη είναι ο μεγάλος έρωτας που μας ανάφτει και που κάθε χρόνο τον κόσμο γεννά. Όλα τα ξανοίγει, όλη τη φύση, όλες τις ψυχές· πες μια πλημμύρα ζωή που κατεβαίνει.
Καθόμουνε ήσυχος, δίχως φροντίδα, δίχως καμιά συλλογή. Γαλήνη γινότανε η ψυχή μου. Μ’ όλη μου τη δύναμη τέντωνα τα στήθια μου, για να τα γεμίσει ζωή. Χαιρόμουνε και γω την άνοιξη, τη φύση, τον κόσμο. Η εφτυχία, τι είναι; Μια ενέργεια, τίποτις άλλο. Όλα ενεργούσανε τριγύρω μου και μέσα μου, τα δέντρα για να λουλουδιάσουνε, η καρδιά μου για να καταλάβει ακόμη καλύτερα τη γλύκα, την ομορφιά της ζήσης. Άκουγα τη φύση και τραγουδούσε κοντά κοντά στ’ αφτιά μου το παντοτινό της το τραγούδι, που κάθε χρόνο το ξαναλέει, το τραγούδι της ζωής και της αγάπης. Έβλεπα την όμορφη θέα που είχα μπροστά μου, από πάνω μου τον ουρανό με τη φεγγοβολιά του, στο πλάγι μου κάμπους και πρασινάδα κι άξαφνα πιο κάτω, άμα σήκωνα τα μάτια, απέραντη θάλασσα με τα μαβιά της κύματα, θάλασσα γελαστή, άσπρους αφρούς στολισμένη.
Αχ! τη θάλασσα, γιατί να τη διω; Γιατί να μη μου τη σκεπάσουνε οι πλατάνοι, οι ιτιές και τ’ άλλα τα δέντρα που βγάζει το χώμα το γαλλικό; Μόλις την είδα τη θάλασσα, και πήρε η φαντασία μου άλλο δρόμο. Θυμήθηκα την πατρίδα! Και στην πατρίδα θάλασσα θα με πάει. Ότι το συλλογίστηκα, ότι έβαλα τέτοια ιδέα στο νου μου, του κάκου! Δεν μπορούσα πια τίποτις άλλο να συλλογιστώ. Ξέχασα την πρασινάδα, τα λουλούδια, τον ουρανό, και τη φύση που πρώτα δε χόρταινα να τη βλέπω. Κάτι με τραβούσε! Μια λιγούρα μου έτρωγε την καρδιά και δε μου άφηνε ησυχία. Στη στιγμή έπρεπε να σηκωθώ, να γυρίσω σπίτι, να μετρήσω τους παράδες μου — να βγω στο ταξίδι.
— «Ναι! έλεγα μέσα μου όσο περπατούσα και πήγαινα σπίτι, είναι ανάγκη πια! Πρέπει, πρέπει χωρίς άλλο να διω τους ομογενείς! Τέτοια λαχτάρα έχει η καρδιά μου. Δεν ξέρω, μα σα να μου φαίνεται πως γέρασα πάρα πολύ. Είναι καιρός να πάω να ξανανιώσω, να πέσω μέσα στον Ιλισό, το νόστιμο το ποτάμι που δε φταίει το κακόμοιρο α δεν τρέχει, αφού δεν έχει μήτε μια σταλιά νερό. Πρέπει να διω τους δικούς μου, να διω την Πόλη, τη Χιο και την Αθήνα! Πόσα χρόνια είναι τώρα που άφησα την πατρίδα, πόσα χρόνια που ζω ήσυχος, φτυχισμένος στην καινούρια μου, την αγαπημένη πατρίδα! Εδώ τίποτις άλλο δεν έπαθα παρά καλό. Καιρός, καιρός είναι να μαλώσουμε λιγάκι με τους ομογενείς. Πότε θα τους χαρώ και γω τους βλογημένους μου Ρωμιούς, τους καλούς μου πατριώτες; Πάντα αψηλά πετά ο νους τους, όλο εβγένεια πνέει η ψυχή τους· ζούνε ακόμη με το Σωκράτη και με τον Περικλή. Από τ’ αρχαία τα χρόνια τίποτα ίσα με τώρα δεν άλλαξε, γλώσσα, αίμα, προφορά. Φτάνει να τους ρωτήσεις· έχουνε πάντα χίλια δυο να σου πούνε για να σου τ’ αποδείξουνε— και να σε βρίσουνε, αν πεις όχι.
Τις βρισιές τους, να τις ξανακούσω μια ώρα αρχύτερα! Εδώ στη Γαλλία που κάθουμαι, ποτές, όχι! ποτές κανένας μου φίλος — αλήθεια είναι, και πρέπει να το πω — μήτε θύμωσε, μήτε τα χάλασε μαζί μου, μήτε μου το βάσταξε βαρύ, μήτε μια γροθιά μου έδωσε στη ζωή μου. Αν και δε συφωνούσανε πάντα οι ιδέες μας, συφωνούσανε οι καρδιές μας. Το φέρσιμο μας πάντα της αθρωπιάς. Γίνεται τέτοια μονοτονία; Βαρέθηκα την τύχη μου. Θα φιλήσω τον πρώτο που θα με βρίσει. Καβγάδες δίψασε η ψυχή μου. Είναι καιρός που μου τρώει σα λιγούρα την καρδιά μου. Λαχτάρα μ’ έπιασε να ξαναδιώ τη μάνα μου — την Ελλάδα! Ο νους μου μεγάλα γυρέβει. Θέλω δόξα και γροθιές!
Πόσους είδα, πόσους γνώρισα στον κόσμο! Όσους φωστήρες έχει η καλή μου Γαλλία, μικρούς και μεγάλους, τους ξέρω. Πρόφτασα και τον περίφημο το γέρο, το Βιχτώρ Ουγκώ. Μου έκαμε σωρό τεμενάδες και μου είπε· — «Μεγάλος είσαι συ· τι είμαι γω;» Μόνο τους δικούς μας τους μεγάλους, μόνο τους καλούς μας δασκάλους δε θα τρέξω να διω; Και τι να την κάμω τότες τη ζωή; Κάλλια μια ώρα να τους πλησιάσω και να πεθάνω, παρά να ζω χρόνια και να μην τους βλέπω! Ξέρεις τι γλύκα, τι νοστιμάδα πού την έχει ένας που σου πετά πρώτα στο πρόσωπο όσα λόγια, όσες βρισιές ξέρει και δεν ξέρει, κι έπειτα πετιέται κι ο ίδιος στην αγκαλιά σου, λέγοντας· Μπρε αδερφέ! έλα να σε φιλήσω!
— Γυναίκα μου, να σε χαρώ, να ’χεις έτοιμο το σεντούκι. Ή αν το θέλεις κι έτσι (πλήρωσον το κιβώτιον και κράτει τας αποσκευάς ετοίμους.» Θα σε πάω στην Ελλάδα! Ας αφήσουμε για τρεις μήνες — το πολύ πολύ — τη γλυκιά μας τη γωνιά όπου καθούμαστε κουκουλωμένοι ζεστά στην αγάπη μας μέσα, σαν το πουλί στη φωλιά του. Έλα να διεις του αντρός σου την πατρίδα. Έλα να καταλάβεις πως μιλούσανε ο Πλάτωνας κι ο Σωκράτης. Έλα ν’ ακούσουνε τα βάρβαρά σου τ’ αφτιά την προφορά που έβγαζε του Όμηρου το στόμα. Τι κάνουνε οι σοφοί της Εβρώπης, οι επιστήμονες, οι αρχαιολόγοι, οι γλωσσολόγοι, όταν κανένα δύσκολο ζήτημα τους σκοτίζει το κεφάλι, όταν πολεμούνε να καταλάβουνε πώς ζούσανε οι αρχαίοι, με τι τρόπο ντυνόντανε, πώς βάζανε τη φορεσιά τους, πώς πεινούσανε και πώς τρώγανε; Τι κάνουνε, όταν απαντήσουνε άξαφνα σε κανένα συγραφέα, πεζογράφο ή ποιητή, μια φράση που τους ξεφέβγει, μια λέξη που δεν εννοούνε; Τι κάνουνε, όταν άλλη βοήθεια δεν έχουνε πια, για να φωτιστεί ο νους τους, παρά κανέναν κώδικα μισοσβησμένο, και προσπαθούνε, όλοι τους μαζί, να διορθώσουνε τα σακατεμένα χωρία ενός χερόγραφου; Μήπως κάθουνται και σπουδάζουνε, ανοίγουνε ή σφαλνούνε τα βιβλία της επιστήμης, σκαλίζουν επιγραφές και σπάνουνε το κεφάλι τους για να ξεδιαλύσουνε την αλήθεια, με τα λίγα μνημεία της αρχαιότητας που σωθήκανε ίσα με τώρα; Όχι βέβαια! Οι σοφοί Εβρωπαίοι, αν κανένας αρχαίος ζούσε ακόμη και σήμερα, θα τρέχανε αμέσως, θα φιλούσανε τα πόδια του για να τους πει την έννοια της λέξης που δεν ξέρουνε, το νόημα του χωρίου που τους βασανίζει, τα μέτρα του στίχου, την ποιότητα και την ποσότητα κάθε συλλαβής. Τώρα πάνε όλοι στην Ελλάδα, κι είναι σα να μιλούσανε κανενός αρχαίου. Ρωτούν ένα δάσκαλο ή ένα χωρικό, κι ο δάσκαλος ή ο χωρικός αμέσως λέει του σοφού ό,τι θέλει ν’ ακούσει· όλες του τις απορίες με μια λέξη θα του τις λύσει, γιατί ξέρει ο καθένας στην Εβρώπη πως άμα πατήσει στο βασίλειο, θα βρει την αρχαία Ελλάδα απαράλλαχτη και ζωντανή.
Ας πάμε και μεις. Άβριο φέβγουμε. Ακόμη μια παραγγελιά να σου δώσω. Μην ξεχάσεις, ζωή μου, σε παρακαλώ, να βάλεις δυο τρεις σταφίδες στο σεντούκι. Είναι της αθρωπιάς να φέρουμε και μεις κανένα χάρισμα στους ομογενείς. Μπορεί να σωθήκανε κι οι σταφίδες. Πρόσεχε, φως μου, και θυμήσου να πάρεις καμιά Γραμματική της νεοελληνικής. Πρέπει να ξέρουμε να μιλούμε. Κάτω κάτω στο σεντούκι, ρίξε, ψυχίτσα μου, την Grammaire du grec actuel του Rangabe»
Δεν έκαμα τίποτα στη ζωή μου, χωρίς να ρωτήσω πρώτα τη γιαγιά μου. Εμένα αγαπούσε μέσα σ’ όλα της τα παιδάκια. Την έλεγα γιανούλα και της άρεζε να τ’ ακούει. Όλα της τα χάδια, όταν ήμουνε παιδί, όλες μου τις τρέλες και τα τρυφερά της μαλώματα, τα θυμόμουνε κάθε φορά που τη φώναζα γιανούλα. Έβλεπε αμέσως πως γύρεβα να την καλοπιάσω. Όταν έγινα μεγάλος, συχνά ακόμη έτσι της μιλούσα. Τι μοναδική γυναίκα που ήτανε κείνη! Πόσες ανοησίες μ’ εμπόδισε να κάμω, κι ας μοιάζανε κάποτες οι ανοησίες μου σωστές! Πόσα καλά, πόσα φρόνιμα λόγια είχε πάντοτες να μου πει! Με τι τρόπο ήξερε να μ’ αρμηνέψει! Μόνες οι γυναίκες γνωρίζουνε, χωρίς να τη μάθανε ποτέ τους, την τέχνη που μαλακώνει την καρδιά και πείθει το νου. Ο λόγος τους μπαίνει ίσια μέσα στην ψυχή. Η γυναίκα, ότι γεννηθεί, είναι μάνα· μάνα την έχει η φύση καμωμένη, και με τον ίδιο τρόπο που ξέρει μωρά να μας νανουρίζει, να μας ησυχάζει με το φιλί της, έτσι και κατόπι, με την ίδια καλοσύνη, με την ίδια αγάπη, ξέρει να παρηγορεί, ξέρει να κάμει μέλι τη ζωή μας.
Μια γλύκα ξεχωριστή είχανε της γιανούλας μου τα λόγια· είχανε τα λόγια της μια φρόνηση δική τους. Το πρόσωπό της είχε ένα χαμογέλιο έξυπνο και τρυφερό συνάμα· τέτοιο και το μίλημά της. Δεν ήμουνε γω που την έκανα κάπου κάπου να ξεχνά τις τόσες πίκρες της ζωής της, τις δυστυχίες που σαν τ’ αγκάθια κεντούσανε την καρδιά της· μ’ όλα της τα χρόνια ήτανε κείνη που μ’ έσπρωχνε, που μου έδινε θάρρος, που μου έλεγε πάντα να μην απελπίζουμαι. Μαζί της ησύχαζα. Άμα είχα κανέναν καημό, αμέσως στη γιανούλα! Έτσι και τώρα. Όση βία κι αν είχα να βγω στο ταξίδι, να διω την πατρίδα, να χαιρετήσω τους δασκάλους, συλλογίστηκα μέσα μου· — «Καλό είναι να πάω πρώτα να βρω τη γιαγιά μου, τι θα μου πει.»
Όταν πήγα, την ήβρα καθισμένη στην πολτρόνα της· φορούσε τη μάβρη της σκούφια λίγο στραβά στο πλάγι, που της σκέπαζε το ένα της τ’ αφτί· ήτανε πάντα μαβροφορεμένη κι ωστόσο την έβλεπες πάντα με τ’ αγαθό της το χαμογέλιο, που έλαμπε μέσα στα ζωηρά της, τα γλυκά της τα μάτια.
— Γιανούλα μου χρυσή, την εφκή σας! Το ’χω απόφαση από χτες· θα σύρω στην Ελλάδα. Αποθύμησα τους ομογενείς (αφτή τη λέξη, θυμούμαι, η γιανούλα δεν την αγαπούσε). Κοιμάται μέσα στο στήθος βαθιά της πατρίδας η αγάπη· άξαφνα μια μέρα, και κει που κανείς δεν το προσμένει, παίρνει φωτιά, κορώνει σα σπίθα κρυφή και σου καίει γλυκά την ψυχή.

Β’ Η γιανούλα

— Ο ίδιος είσαι που ήσουνε πάντα, ορμητικό, πεταχτό παιδί, μεγαλόκαρδο κι αστόχαστο. Δεν κάθεσαι, Γιάννη μου, στη γωνιά σου; Σωστό ν’ αγαπά κανείς την πατρίδα του, να τη θυμάται, ακόμη κι αν έκαμε άλλη πατρίδα· η ιδέα σου φρόνιμη μοιάζει κι ο πόθος σου φαίνεται καλός. Μα δεν το βλέπεις πως κάνεις τρέλα; Πρώτα πρώτα δε μου λες, από πότε σ’ έπιασε τόσος πατριωτισμός, εσύ που δε θέλεις ν’ ακούσεις τέτοια λέξη;
— Από χτες, γιαγιάκα μου, από χτες! Αλήθεια είναι, το ’χω αφτό το κακό· σιχαίνουμαι τα λόγια, και ντρέπουμαι, για το παραμικρό πράμα που θα κάμει κανείς, να βγάζει τόση λέξη από το στόμα του. Σιχαίνουμαι τον πατριωτισμό, γιατί κάτι νομίζουνε πως λένε όσοι για πατριωτισμό σου μιλούνε. Σιχαίνουμαι τους φαφλατάδες, τους φωνακλάδες τους μισώ! Μ’ αρέσει δουλειά, όχι ρητορική και φωνές.
— Τι πας τότες στην Ελλάδα; Τι πας να κάμεις με τους ομογενείς; Όλες σας οι ιδέες αντίθετες· έλα να τις πάρουμε μια μια. Πρώτα πρώτα, ποτέ σου δε θέλησες να το πιστέψεις πως έχουμε στις φλέβες μας μέσα, ίδιο κι απαράλλαχτο, των αρχαίωνε το αίμα. Λες πως και σε μας, όπως και σ’ όλους τους λαούς του κόσμου, αρχαίους και νέους, αίματα ξένα πολλά με τον καιρό ανακατωθήκανε και στο τέλος γενήκαν ένα.
— Δεν πρέπει λοιπό να λέμε τέτοιο πράμα;<
— Όχι! Πρέπει να μη μοιάζουμε με κανένα έθνος. Ας πα να είναι και καθώς το θέλεις, δε σου λέω· αν είναι, πώς μπορούμε κιόλας να κάμουμε να μην είναι; Να πούμε όμως την αλήθεια, δε γίνεται. Για στοχάσου το λιγάκι! Εσύ τώρα, είχες έναν παππού Ιταλό· ο άλλος σου παππούς ήτανε Χιώτης και μένα ο πατέρας μου Αρβανίτης. Ταιριάζει, σε παρακαλώ, να φανερώσεις ποτέ σου τέτοια γενιά; Πρέπει να την αρνηθείς. Η Εβρώπη, που σ’ έχει για απόγονο του Περικλή, τι θα πει, άμα τα μάθει; Αμέσως ξεπέφτεις.
— Όχι μόνο δεν ξεπέφτω· μου φαίνεται μάλιστα πως ανεβαίνω. Ο Θεός να με φυλάξει να ντραπώ για την αλήθεια· πιότερο από καθετίς η αλήθεια μάς τιμά. Πήραμε αίματα ξένα, τα κάμαμε δικά μας. Ποιος βλέπει σήμερα στην Ελλάδα πως και Φράγκοι και Σλάβοι την έχουνε πατημένη, πως μας χύσανε ο ένας ή ο άλλος μια σταλιά αίμα στη φλέβα μας τη ρωμαίικη; Ρωμιός είναι, Ρωμιός λέγεται ο καθένας, η καρδιά του φωνάζει Ρωμιός. Νίκησε το ελληνικό το στοιχείο, κι έτσι πλουτίσαμε με δύναμη νέα και με νέα ζωή.
— Τέτοια φιλοσοφία, παιδάκι μου, δεν τη σηκώνουμε ακόμα. Θέλεις να συφωνούνε οι άλλοι με την ιδέα σου; Πρέπει πρώτα να πάρεις εσύ τη δική τους. Ποιοι είναι που έχουνε πέραση στον κόσμο; Όσοι ξέρουνε και κολακέβουνε τους αθρώπους. Ποιους αγαπούνε στην Ελλάδα; Όσους όλο τα ίδια κοπανίζουνε. Έτσι να το κάμεις και συ. Ό,τι σου πούνε, ποτέ σου να μην πεις όχι. Αν ακούσεις μάλιστα τίποτα για την προφορά, αμέσως σώπα. Θα το καταφέρεις; Δεν το πιστέβω. Κανείς ως τώρα δεν μπόρεσε να σε καταπείσει, πως δυο και τρεις χιλιάδες χρόνια στάθηκε δυνατά να προφέρνουμε πάντοτες με τον ίδιο τρόπο. Κάθε τριάντα χρόνια παντού, λες, αλλάζει κάθε προφορά. Πρόσεχε καλά· θα πειράξεις και τους άλλους λαούς. Φαντάσου να βγούνε τώρα στη μέση κι οι Εβρωπαίοι! Αν πούμε στους Γάλλους πως δε μιλούνε σήμερις απαράλλαχτα σαν που μιλούσανε ή στα χίλια ή στα χίλια διακόσια, θα νομίσουνε πως τους βρίζουμε. Μήπως κι αφτοί δεν είναι οι ίδιοι Γάλλοι που ήτανε και τότες; Τον πατριωτισμό τι τον κάνεις;
— Τον αφήνω κει που πρέπει. Ο Πλάτωνας βέβαια δεν πρόφερνε σαν τον Όμηρο. Στοχάστηκε ποτές κανένας να του πει πως δεν ήταν Έλληνας και κείνος σαν τον Όμηρο; Δεν είμαστε ακόμη σαν τους πεθαμένους. Δε μας πλάκωσε ο τάφος, να βουβαθούμε. Οι πεθαμένοι μονάχα δεν αλλάζουνε. Ένας ζωηρός, δραστήριος λαός σαν το δικό μας, τουλάχιστο κάθε τριάντα χρόνια βγάζει καινούρια προφορά κι από κει φαίνεται πως είναι ο ίδιος λαός. Έτσι μας δείχνει ίσια ίσια πόση ενέργεια έχει μέσα του η ψυχή του, πόσο τρέχει μέσα στο στόμα του η γλώσσα του. Ίσως είναι τ’ αφτιά μου χαλασμένα· μα τέτοια ακούω να μου λέει σιγά σιγά ο πατριωτισμός. Ο πατριωτισμός θέλει πρώτα πρώτα να ξέρουμε τι γίνεται στον κόσμο, τι λένε και τι κάνουνε οι αληθινοί σοφοί. Καιρός είναι που κατάλαβε η επιστήμη με τι τρόπο, με τι νου πρέπει κανείς να πιάνει τέτοια ζητήματα· έμαθε να ξεχωρίζει πράματα που μαζί δεν ταιριάζουνε· άλλο πατριωτισμός κι άλλο γλωσσολογία. Μόνοι μας θα μείνουμε πίσω, μέσα στ’ άλλα τα έθνη; Ένα βλέπω και λυπούμαι, πως με τις ιδέες μας, με το μπόσικο μας το πείσμα γενήκαμε περιγέλιο στον κόσμο. Και τη λύπη μου τούτη τη λέω πατριωτισμό.
— Εμένα, θα με ξεχνιάσεις με τα λόγια σου; Σε κατάλαβα και βλέπω πού θέλεις να με φέρεις. Τους δασκάλους και τη γλώσσα τους πολεμάς να ξεπαστρέψεις. Και ποιόνα ελπίζεις να ’χεις με τα μέρος σου; Όλος ο κόσμος λέει τη γλώσσα μας βάρβαρη· εσύ λες πως να μην την ξέρουμε είναι βάρβαρο. Εμείς φωνάζουμε πως διόρθωση θέλει· εσύ γράφεις πως διόρθωση θέλει το κεφάλι μας. Άραγες θα βρεθεί κανένας να σε πιστέψει; Ο καθένας νομίζει πως γυρέβεις το κακό μας. Δεν είναι πιο φρόνιμο, δεν είναι πιο σωστό να μιλούμε μια γλώσσα σαν την αρχαία, που κανένας μας πια σήμερα δεν τη νοιώθει, παρά να καθούμαστε να μελετούμε τη μητρική μας γλώσσα, που και τα μωρά παιδιά μπορεί σήμερα να την καταλάβουνε; Τι να σου πω; Αφού μου λένε πως με ξεβγενίζει η καθαρέβουσα, άρχισε πιάνα μ’ αρέσει τω δασκάλωνε το σύστημα.
— Γιαγιάκα μου, ξέρετε όλα νόστιμα να τα λέτε. Βλέπω και γω η γνώμη σας που πέφτει. Η μόνη εβγένεια είναι της αλήθειας η αγάπη, κι η εβγένεια αφτή δεν κάθεται στα στόμα· βρίσκεται μοναχά μέσα στην ψυχή· δεν την κάνουνε τα λόγια· γεννιέται με τον άθρωπο και μεγαλώνει με το νου του. Από την αλήθεια δεν μπορεί να βγει παρά καλό. Γίνεται τώρα να βρίζουμε της μάνας μας τη γλώσσα και μάλιστα να τα θαρρούμε σωστό; Η γλώσσα που μου μιλήσατε παιδί είναι σα θησαβρός κρυμμένος στην καρδιά μου. Τη σέβουμαι όσο σας σέβουμαι και σας. Τα καλά τα αιστήματα κάνουνε και τις ιδέες τις καλές. Θα ξεχάσω ποτές πως με παίρνατε στα γόνατά σας και πως μου λέγατε παιδί μου; Πώς να τολμήσω λοιπό, το παιδί μου που άκουγα τότες, τώρα να τα κάμω τέκνον μου;
— Με τα χάδια δεν πιάνεις τους δασκάλους. Εμένα μπορείς να με πιάσεις. Κάμε καλύτερα καμιά παραχώρηση. Κοίταξε να τα σιάξεις με τους ομογενείς. Βάλε νερό στο κρασί σου.
— Το κρασί, μάνα μου, καλό και το νερό που πίνουμε στην πατρίδα λάμπει σαν τον ήλιο κι είναι καθαρό σαν το διαμάντι. Δε θέλει κρασί· πίνεται μοναχό του. Έτσι και με την αλήθεια. Να μην την ανακατέβουμε· καθαρή να την πίνουμε, για να μας δροσίζει το νου.
Το κρασί, λέω μάλιστα να τ’ αφήσουμε όλους διόλου· το κρασί μοιάζει σα να είναι το φοβερό εκείνο το ρωμαίικο φιλότιμο, που μας ζαλίζει το κεφάλι και που μας θολώνει την αλήθεια. Κάμαμε γλώσσα καινούρια, αλλάξαμε προφορά, με το δικό μας μαζί πήραμε κάπου κάπου στις φλέβες μας μέσα κι άλλο αίμα. Το πρώτο μας χρέος είναι να το ξέρουμε και να το λέμε. Ένας λαός υψώνεται άμα δείξει πως δε φοβάται την αλήθεια. Όταν τη φοβάται, θα πει πως δεν τιμά, πως δε σέβεται τον εαφτό του. Στολίζεται με ξένα ρούχα και βάζει ψέφτικες θωριές στο πρόσωπό του, σα να του φαινότανε πως δεν του φτάνουνε τα φυσικά του στολίδια. Πρέπει να ’χουμε συνείδηση καθαρή. Ας έχουμε και καλύτερη ιδέα για την καινούρια μας την Ελλάδα και για το νέο μας το λαό. Ας μην ντρεπούμαστε να φανούμε κείνο που είμαστε. Έτσι θα δείξουμε πιότερη αξιοπρέπεια. Να μη ζητούμε ξένα φτιασίδια και προτερήματα που δεν τα ’χουμε. Όσο μικρά κι αν είναι τα δικά μας, θα προκόψουμε την ημέρα που θα ’χουμε το θάρρος να περηφανεφτούμε για τα δικά μας μοναχά.
— Κάλλια, παιδί μου, να ’πιανες να ’γραφες κινέζικα, κάλλια να καταγινόσουνε — είναι καιρός ακόμη — με καμία γλώσσα της Αουστραλίας ή της Αφρικής, παρά να μελετάς τα ρωμαίικα· Μη σε μέλει· οι δικοί μας ποτές γνώση δε θα βάλουνε και συ άδικα θα χολοσκάνεις. Ο μπελάς στο κεφάλι σου θα ξεσπάσει. Ή θα σε βρίσουνε ή θα κάμουνε πως δε σε ξέρουνε. Τουλάχιστο να μου τα λες εμένα· μην τα λες εκεινούς.
— Το χρέος του πρέπει να κάμει ο καθένας, όσο ζει, και την πεποίθηση που έχει μέσα ριζωμένη στην καρδιά του, σα σκλάβος να την ακούει. Η πεποίθηση μέσα φωνάζει κι η φωνή της, άμα βροντήσει μέσα στο στήθος, πρέπει με κάθε τρόπο όξω να βγει!
— Πήγαινε το λοιπό, αφού έτσι το θέλεις! Ποιος σε πιάνει; Μια χάρη μόνο θα σου γυρέψω. Πρόσεχε, παιδί μου, τη θρησκεία να μην την αγγίξεις. Θρησκεία σε μας πατριωτισμό σημαίνει και τον πατριωτισμό τον έχουμε ανάγκη για την ώρα.
Άκουσε κι ένα άλλο που θα σου πω, να σε βρίζουνε, μα εσύ να μη βρίζεις· τράβα ίσια το δρόμο σου και μη σε μέλει. Τρόπους καλούς μπορούμε να ’χουμε πάντα· έχε τους και συ. Ό,τι κι α σου πούνε στην ομιλία, πάντοτες να λες ναι· όταν πιάσεις την πέννα, τότες αλλάζει· όσο θέλεις, το όχι σου να το χτυπάς. Οι καβγάδες δε φελούνε· οι αθρώποι πιάνουνται με τα γλυκά τα λόγια. Για να το θυμηθείς ακόμη καλύτερα, φύλαγε στο νου σου κι αφτή μου την παραγγελιά·
Μ’ όλους όμορφα, παιδί μου,
Να φερθείς μη λησμονήσεις
— Και στον Κόντο να μην κάμεις
Γλωσσικάς Παρατηρήσεις.

Γ’ Ταξίδι

Μήνα Γιούλη, στις τριάντα σωστά, μέρα Παρασκεβή, η ώρα ξήμισυ το βράδυ — αφού αποχαιρετήσαμε τη γιανούλα και κλειδώσαμε το σπίτι — με τα σεντούκια και με τα σακιά σηκωθήκαμε να πάμε στο σταθμό, για να πάρουμε το σιδερόδρομο. Είχαμε καλό αμάξι, μα έβρεχε φοβερά
Άμα φτάσαμε, δώσαμε τα μπαούλα στα μπαγάλια, πήραμε την απόδειξη και την έβαλα στην τζέπη μου, να μην τη χάσω. Μπήκαμε τότες πια στο ξενοδοχείο του σταθμού. Ήπιαμε ένα ζουμί, φάγαμε δύο μπριζόλες, μισό πουλί, τρεις ρόγες σταφύλι, μας φέρανε καφέ, πλερώσαμε οχτώ φράγκα και τριάντα πέντε λεφτά. Δώσαμε και πέντε σολδιά μπαξίσι στο γκαρσόνι./p>
Ανεβήκαμε στο βαγόνι, στις εφτά και δέκα. Στις εφτά και τέταρτο σωστά ξεκίνησε τα τραίνο. Κάμαμε ταξίδι μοναδικό· δεν έσπασε ρόδα, δε χάλασε αμάξι, άλλο τραίνο δεν απαντήσαμε να μας πλακώσει — και δε μας σκότωσε κανείς. Το σάββατο πρωί, στις δέκα και δωδεκάμισυ, φτάσαμε στη Μαρσίλια.
Κάμαμε σ’ ενός θειου μου πρόγεμα λαμπρό· είχαμε πολύ καλή όρεξη κι όχι λίγη δίψα. Κάτσαμε, φάγαμε, γελάσαμε κι έτσι ήρθε πια κι η ώρα να μπαρκαριστούμε.
Στις τρεις, ανέβηκα στο βαπόρι με τη γυναίκα μου. Φύγαμε στις πέντε. Στο ταξίδι, κάμαμε κάμποσες γνωριμίες· η συντροφιά καλή, οι κυρίες νόστιμες κι ώσπου να φτάσουμε στην Πόλη, περνούσε λαμπρά με τις κουβέντες ο καιρός. Δε ζαλιστήκαμε διόλου.
Να μην ξεχάσω να το πω κι αφτό! Στα σιδερόδρομο, στη Μαρσίλια, στου θειου μου, στο βαπόρι, μήτε ψύλλους είδαμε μήτε μισό κουνούπι. «Σεντ» ήτανε τ’ όνομα του βαποριού.

Δ’ Παρίσι

Παρίσι μου, να σε ξεχάσω δεν μπορώ! Οι κουβέντες, τα γέλια και τα παιχνίδια δε με διασκεδάζουνε. Πάντα σε σένα πάει ο νους μου. Κι ωστόσο μπορούσα άλλα να συλλογιστώ, μπορούσε η καρδιά μου να χαρεί. Προβαίνει το βαπόρι και μου δείχνει νέα θάλασσα, νέο κόσμο· σα να περηφανέβεται που βλέπει τόσα κύματα και δεν τα φοβάται· ήσυχο προχωρεί και ξεσκεπάζει στα μάτια μου μπροστά, όταν είναι μέρα, την αιώνια καλοσύνη τ’ ουρανού μας, όταν είναι νύχτα, τις άπειρες λαμπάδες που τρέμουνε κει απάνω μέσα στο σκοτεινό τους το φως.
Το κορμί μου μοναχά σέρνει μαζί του το βαπόρι, την ψυχή μου πίσω την αφήνει. Του κάκου συλλογιούμαι πως σε λίγες μέρες θα πατήσω το ξακουστό της πατρίδας το χώμα, πως η ώρα κοντέβει όπου τα μάτια μου θα χαρούνε την πανώρια θέα της Ελλάδας, πως θα πλησιάσω τόσα θάματα της φύσης, τόσα ιερά της ιστορίας μεγαλεία! Του κάκου λέω μέσα μου πως γλήγορα θα διω την Άγια Σοφιά, μοναδικό κατόρθωμα της τέχνης, τον Παρθενώνα, παντοτινή φαιδρότητα του κόσμου!
Όχι! Παρίσι μου αγαπημένο! Πάντα εσένα ποθεί, εσένα σε κλαίει πάντα η καρδιά μου. Η πατρίδα μου είσαι συ. Εσύ μου γέννησες νου και ψυχή. Πού είναι πόλη να σ’ αξίζει; Ποιος σε γνώρισε ποτές και δε σ’ αγάπησε για πάντα; Με τη βαριά σου την ατμόσφαιρα, με το συννεφιασμένο σου τον ουρανό, με τον ψυχρό σου τον αέρα, το γκάζι σου που βρωμά και το κακό σου το κλίμα, μάγεψες τον κόσμο. Τι νόστιμη που είναι η λάσπη σου, τι γλύκα που την έχει η βροχή σου! Η λάσπη σου μιλεί και λέει του διαβάτη· — «Εσύ που λερώνεις τα παπούτσια σου κι αφανίζεις το πανταλόνι σου, μη σε μέλει! Ιδέες γεμίζεις το μυαλό σου. Άγιο χώμα πατείς. Φρονήματα γενναία, σοβαρούς λογισμούς, αγάπη της λεφτεριάς, της πρόοδος και της πατρίδας, φτάνει ν’ ανοίξεις το στόμα σου κι όλα μαζί τ’ αναπνές.» Για διες τις, καλέ, τις ιδέες πώς πετούνε τριγύρω σου στον αέρα, από δω κι από κει κι από κάθε μεριά. Η ατμόσφαιρα που καταπίνεις είναι ιδέες φορτωμένη· από παντού σου τριγερνούνε το κεφάλι, ποια να πρωτομπεί.
Κι όλο τρέχει στους δρόμους, κάνει, δείχνει, κοπιάζει, δουλέβει ο λαός σου. Ξυπνός, εργατικός λαός, ορμητικά παιδιά και γενναία, πρόθυμα για το καλό, φοβερά στο θυμό τους.
Δεν πρέπει να τα πειράξεις· ξέρεις να τα πιάσεις, σαν πρόβατα σ’ ακολουθούνε· ορμούνε σαν το θεριό, άμα τ’ αγγίξεις. Δε θέλουνε σκλαβιά· τους βασιλιάδες δεν τους φοβούνται, κι όταν τους βαρεθούνε, απλώνουνε το χέρι και τους σπάνουνε σαν τα παιχνίδια. Οι πέτρες στους δρόμους σηκώνουνται μοναχές τους· η μια απάνω στην άλλη ανεβαίνει· τ’ αμάξια που περνούνε, στέκουνται κι εφτύς γίνουνται πύργοι· τα κάγκελα τα κάνουνε κοντάρια, και το φύσημά τους μπαρούτι. Ώσπου να γυρίσεις να διεις, βρεθήκανε μπάλες, πιστόλια και τουφέικα· δεν ξέρεις από πού βγήκανε. Από πάνω από τα σπίτια, από κάτω από τα κελάρια, μαζώνουνται, πηδούνε, ξεφυτρώνουνε καρέγλες, ξύλα, γυαλιά, σίδερα, μολύβι. Όλα μαζί στη μέση του δρόμου σωρέβουνται, μεγαλώνουνε, άξαφνα γίνουνται βουνό κι αφτό το βουνό — αχ! Πόλη μου καημένη, πού να τα ξέρεις εσύ αφτά; — λέει στους τυράννους· — «Ίσαμε δω, αρχοντικό μου, κι όχι παρέκει!»
Με τα βουνά σου τα ξαφνικά, Παρίσι μου ποθητό, έσωσες την Εβρώπη κι ακόμη θα τη σώσεις. Όλα σε σένα τα χρωστούμε. Εσύ θυσιάστηκες για τον κόσμο. Από σένα πρωτομάθαμε λεφτεριά τι θα πει. Δε σου έμελε μόνο για σένα· την αθρωπότητα αλάκαιρη συλλογιόσουνε. Τους δικούς σου τους τυράννους δε σου έφτασε όξω να τους πετάξεις· είχες στο νου σου την οικουμένη· τη γης θέλησες να γλυτώσεις. «Όλοι οι αθρώποι είναι αδέρφια κι έχουν ένα νόμο.» Έτσι μηνούσες της Εβρώπης, όταν και μικροί και μεγάλοι, βασίλεια και δημοκρατίες, τρέμανε μπροστά σου και σκύφτανε το κεφάλι. «Λεφτεριά. Ισότη. Αδερφοσύνη», τέτοια λόγια μας έλεγες τότες κι ακούστηκε μακριά μακριά η φωνή σου. Θέλει δε θέλει, αργά ή νωρίς, από το δρόμο που μας άνοιξες, πρέπει σήμερις ο κόσμος να περάσει. Οι βάρβαροι δε θα βαστάξουνε πολλή ώρα. Όποιος δεν ξέρει λεφτεριά, ισότη κι αδερφοσύνη, — όποιος γυναίκες δεν ψηφά και λέει τους άντρες σκυλιά — ας ξολοθρεφτεί η βασιλεία του κι ας αφανιστεί τ’ όνομά του!
Γίνεται λοιπό, Παρίσι μου, να σε ξεχάσω τώρα που τρέχω στη χώρα της σκλαβιάς, τώρα που πάω στην Πόλη; Τι με μέλει η Αγιά Σοφιά; Την ιστορία σου μελετώ, τη φήμη σου τη ζουλέβω· με πόνο ψυχής, με καρδιοχτύπι και με δάκρυα σε θυμούμαι. Άντρα μ’ έκαμες εσύ· μου έμαθες να δοξάζω τη λεφτεριά, να σέβουμαι, ν’ αγαπώ τα μεγάλα τα κεφάλια που γέννησες και που πάντα γεννάς — να τα σέβουμαι, γιατί κυνηγούνε το καλό και ξέρουνε να μας δείξουνε πού θα το βρούμε και μεις — να τ’ αγαπώ, γιατί μαζί τους γεμίζει θάρρος η καρδιά και σα να σου φωνάζουνε·— «Πρόσεχε, παιδί μου, και συ κάτι να φανείς, την πατρίδα σου να δουλέψεις.» Εσύ μου έθρεψες το νου· έφαγα το ψωμί σου, βύζαξα το γάλα σου, και το χώμα σου έγινε χώμα μου.
Για τούτο και τώρα στο ταξίδι, τη νύχτα που βγαίνουνε τ’ άστρα στο σεργιάνι, τραβιούμαι μοναχός μου στο κατάστρωμα, ακουμπώ στο κατάρτι και σε συλλογιούμαι. Όλα με μιας τα θυμούμαι, όλα τα ξαναβλέπω, όσο η φύση κοιμάται κι ο ουρανός ξαπλώνει απάνω στη θάλασσα το μυστικό του σκοτάδι. Ένα δεν μπορώ να ξεχάσω, ένα μου δέρνει το νου, σαν το κύμα που δέρνει το βαπόρι. Ποτές όπως εκείνη την ώρα δεν ταράχτηκα στη ζωή μου. Νύχτα ήτανε και τότες, νύχτα τρομαχτική για μένα. Είχε πεθάνει ο μεγάλος ο γέρος, ο Βιχτώρ Ουγκώ, ο γενναίος ο φίλος της Ελλάδας. Όσο ζούσε, πήγαινα σπίτι του συχνά και τον έβλεπα. Ένα βράδυ, με τη βαριά του φωνή — σα να μιλούσε μνήμα — μου είπε δυο του στίχους για την Ελλάδα. Σε λίγες μέρες πέθανε. Και πολύ πιότερο ακόμη απ’ όλα τα λόγια που μου έλεγε, με τάραξε ο θάνατός του.

Ε’ Δόξα και μοναξιά

Προτού να τον πάρει για πάντα η μάβρη γης και η πλάκα να σκεπάσει το πρόσωπό του, θέλησε το Παρίσι να προσκυνήσει τον ποιητή του, να γονατίσει στο μνήμα του μπροστά. Ξέρει το Παρίσι να τιμά τα μεγάλα του τα παιδιά. Τον έβαλε να κοιμηθεί μια μέρα και μια νύχτα στην άκρη της Πόλης, από κάτω από τη μεγάλη την τροπαιόφορη καμάρα που είχε χτίσει ο μεγάλος ο Ναπολέοντας με δόξα και με πέτρα. Κοντά στο μέρος όπου είχε χαράξει ο αφτοκράτορας τις χίλιες νίκες του στρατού του, βάλανε τους τίτλους του άλλου του νικητή, γράψανε των εργώνε του τα ονόματα. Έτυχε κιόλας, το μάβρο σκέπασμα που είχανε κρεμάσει στην αψίδα, εκείνη την ήμερα, και που έπεφτε από πάνω ίσα με τη μέση, πέφτοντας ν’ αγγίξει με την άκρη του τον πέτρινο στέφανο που φορεί ο αφτοκράτορας κάτω στ’ ανάγλυφα της πόρτας. Έμοιαζε τώρα και κείνος να λυπάται. Έτσι μια νύχτα αλάκαιρη κοιμήθηκε αδερφικά η μια δόξα κοντά στην άλλη.
Το Μάη, στις τριάντα μια, η ώρα οχτώ το πρωί, μέρα Κεριακή, ήτανε να φέρουνε το λείψανο για να τ’ απιθώσουνε από κάτω από τη μεγάλη την Καμάρα. Τριγύρω στεκότανε πολύς λαός, τον πρόσμενε κόσμος πολύς μαζωμένος. Με σέβας, με λύπη, μα και με κάποια περηφάνια για τέτοιο ποιητή, τον καρτερούσε το πλήθος, κι άμα τον είδανε ξεσκεπαστήκανε όλα τα κεφάλια. Πρι να ’ρθει ίσα με κει κάτω, πρωί πρωί είχα πάει στο σπίτι του κι από το σπίτι του με λίγους φίλους, μαζί με την οικογένεια και τα εγγόνια του, ακολουθούσαμε το λείψανο μοναχοί μας. Δε συλλογιόμεστα το λαό που μας περίμενε· μόνο γεμίζανε τα μάτια, μας δάκρυα, γιατί ξέραμε πως δε θα ξαναδιούμε τα καλό του, το σοβαρό του πρόσωπο, πως ποτέ μας δε θα ξανακούσουμε πια τη φωνή του. Ναι, είχε δίκιο η μεγάλη πατρίδα να προσκυνά το μεγάλο της τον πατριώτη· είχε δίκιο ο λαός να δοξάζει τ’ όνομά του· βλέπαμε φανερά της ποίησης τη νίκη, την αποθέωση του ποιητή. Μα τι μας φελούσε που το βλέπαμε; Κλαίγαμε τον άθρωπο κι όχι μόνο τον ποιητή. Ό,τι κι αν του έκανε τώρα το Παρίσι, όσο κι αν τιμούσε τη μνήμη του, τι μ’ αφτά; Εμείς που τον είχαμε γνωρίσει, βαριαναστέναζε μέσα η καρδιά μας. Πάει, πάει και μας άφησε για πάντα. Καλές οι πολυτέλειες και τα μεγαλεία, μα τι κατάλαβες τώρα που κείτεται πεθαμένος, τι θα κάμουμε τώρα που πια τα μάτια μας δε θα τον ξαναδιούνε;
Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα! Όσο κοιμότανε έτσι στο κιβούρι, σε τόσο κόσμο μπροστά, μου φαινότανε πως ήτανε ολομόναχος και ξενιτεμένος. Φύγανε οι φίλοι· γυρίσανε οι δικοί του καταλυπημένοι στο σπίτι. Μια στιγμή στάθηκε στον τάφο κοντά το δύστυχό του το εγγόνι· γύρεβε καμιά κόχη, καμιά γωνιά για να μπορέσει κρυφά να γονατίσει, ίσως κάτι να του πει. Του κάκου! Μπορεί τώρα ν’ ακουμπήσει πουθενά τ’ ορφανό, τώρα που τα χίλια μάτια του λαού τους κοιτάζουνε και τους δυο, τώρα που του πήρε το Παρίσι τον παππού του; Πού θα πέσει, να τον προσκυνήσει; Σε ποιο μέρος θα τραβηχτεί να χύσει όσα δάκρυα έχει μέσα του η καρδιά του; Πώς θ’ αναστενάξει, δίχως να τον ακούσει κανείς; Πώς θα πάει να πει σιγά σιγά στ’ αφτί του περίφημου γέρου· «Παππού μου, παππού μου, έτσι μ’ αφήνεις και φέβγεις και δε με λυπάσαι!» Αχ! το πλήθος που στέκεται τριγύρω στον τάφο, τι μοναξιά που την έχει, τέτοια ώρα, για τους πεθαμένους!
Κι ωστόσο το καλό το γεροντάκι αγαπούσε, λάτρεβε τα παιδιά του. Άλλη φροντίδα στην αρρώστια του δεν είχε, παρά να μη νοιώσουνε τα εγγόνια του τα βάσανα που τραβούσε. Πάλεψε με το Χάρο μέρες και νύχτες. Ψυχομαχούσε κι έκρυφτε τους πόνους του. Το κακό που τον είχε πλακώσει του ράγιζε την καρδιά· πιανότανε η αναπνοή του κι αρχινούσε να τρέμει σαν το φύλλο, όταν ο άνεμος δέρνει και ταράζει το δέντρο και πάει να το ρίξει κατά γης. Πρόσεχε όμως να μην το καταλάβει κανένας. Όσο ήτανε τα παιδιά του μπροστά, στο πλάγι του κοντά, χαμογελούσε γλυκά και τα σπλάχνα του τα θέριζε ο θάνατος. Τη νύχτα, όπου δεν ήτανε κείνα μπροστά, σηκωνότανε όρθιος, τίναζε χέρια και ποδάρια, χτυπούσε το κεφάλι του στους τοίχους, έτριζε τα δόντια του, και δίχως φόβο να διούνε τίποτις τα παιδιά, ήσυχα και στα γεμάτα άφηνε τον πόνο να του τρώει κορμί και ψυχή.
Και τώρα κείτεται μόνος. Ήτανε πεπρωμένο, γραμμένο στον ουρανό. Όποιος θυσιάζεται για την πατρίδα και δουλέβει για το έθνος, όποιος φανεί μεγάλος, όποιος υψωθεί, μήτε πατέρα, μήτε μάνα, μήτε παιδιά, μήτε φίλους πρέπει να ’χει. Αλάκαιρο τον παίρνει η πατρίδα. Τον έχει μοναχή της, με σιδερένιο χέρι τον αρπάζει και τον κάνει δικό της — ίσα με τον τάφο και παρέκει… Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα!

Στ’ Ο Ποιητής

Έφυγα και γω τότες από κειπέρα. Γύρεβα μοναξιά ν’ ανασάνει η καρδιά μου. Κι ωστόσο πάντα κάτι με τραβούσε, κάτι μ’ έσπρωχνε να γυρίσω πίσω, να ξαναδιώ την Καμάρα και τον τάφο. Πάντα στεκότανε το πλήθος μαζωμένο. Πήγαινα μέσα στον όχλο που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάσει. Δεν μπορούσα να φύγω. Μια δύναμη με βαστούσε, μ’ είχε καρφωμένο σε κείνο τα μέρος — σα να πρόσμενα, κάτι να διω, κάτι να καταλάβω που δεν ήξερα ακόμη. Όλη την ημέρα ζαλισμένος, με γεμάτο φροντίδες το κεφάλι, σερνόμουνε, κυλιόμουνε από δω κι από κει, κουρασμένος, μισοσακατεμένος.
Τέλος πλάκωσε κι η νύχτα. Δεν το κουνούσα. Λάμπανε αναμμένα όλα τα φώτα. Τριγύρω στον τάφο, καίγανε τέσσερεις λαμπάδες μαβροτυλιμένες. Έλεγε τα Παρίσι να ξενυχτίσει, να μείνει μπροστά στα μνήμα του ποιητή, ώσπου να σηκώσουνε το λείψανο το πρωί. Χώθηκα παράμερα σ’ ένα δρόμο σκοτεινό, με τρόπο ν’ αποφύγω τον τόσο κόσμο κι όμως πάντα να βλέπω την Καμάρα με το μνήμα.
Δεν ξέρω τι μου κατέβηκε τότες· από την κούραση ήτανε, από τη λύπη την πολλή, δεν μπορούσα να σταθώ στα ποδάρια μου. Σα μουδιασμένη μέσα μου η ψυχή μου. Αναγκάστηκα να κάτσω σε μια πέτρα, να πάρω την αναπνοή μου. Άμα βρέθηκα μόνος, μου φάνηκε σα να μην έβλεπα πια τίποτις απ’ όσα είχα διει όλη την ημέρα. Ξέχασα τον ποιητή, ξέχασα το λείψανο, ξέχασα το Παρίσι. Ορμητικά πήγε ο νους μου στην πατρίδα — και ποτές στη ζωή μου, ποτές μέσα μου δεν έγινε τόση ταραχή, δεν ξέσπασε τόση φουρτούνα. Κάποτες στεκόμουνε ώρες βυθισμένος, αφανισμένος, σε μια ταπείνωση που μήτε γινότανε πιο μεγάλη, και φαρμάκωνε η πίκρα την καρδιά μου. Κάποτες πάλε, ξανάπαιρνα θάρρος, στεκόμουνε όρθιος και κοίταζα αψηλά αψηλά κατά τον ουρανό. Τόση πλήξη, τόση σταναχώρια, τόση θλίψη δεν έτυχε να ’χω ποτές — και ποτές δεν έβαλα στα νου μου τόσες ελπίδες, ποτές δεν ένοιωσα τόσες χαρές. Σαν τ’ ανήσυχο πουλί που τρέμει και πηδά μέσα στα κλαδιά, λαχταρούσε η καρδιά μου και πετούσε από χαρά σε λύπη κι από λύπη σε χαρά.
Θε μου, Θε μου παντοδύναμε, τι νυχτιά ήτανε κείνη! Τι ήτανε, Θε μου, το τόσο σκοτάδι! Τρόμαξα και φώναξα μοναχός μου· — «Μήπως σήμερα την πατρίδα μου θάφτουνε; Τώρα μόλις γεννήθηκε, και τώρα πρέπει να πεθάνει; Θε μου παντοδύναμε, μην το θελήσεις! Αχ! πόσα χρόνια πρέπει να ζήσει ένας λαός, για να γίνει έθνος; Αφτά τα φώτα τα μισοσκεπασμένα, που μόλις φαίνουνται κει κάτω, τι σημαίνουνε και γιατί καίνε; Ίσως για να μας δείξουνε τη μικρή μας τη δόξα, μπροστά σε τέτοια μεγαλεία! Θα το κατορθώσουμε ποτές να ’χουμε και μεις τέτοιους άντρες; Αφτό εδώ το μνήμα παρασταίνει έργα περίφημα, παλιά ιστορία, αιώνες κόπο, δουλειά, πόνους, λεφτεριά και δόξα. Πόσα πρέπει να τραβήξει ένας λαός για να φτάσει στο σημάδι όπου έφτασε τούτος ο λαός! Δεν έχει πια σήμερις ανάγκη τους προγόνους του— τους Λατίνους και τη Ρώμη. Ζει δική του ζωή. Πρόγονο μπορεί μια μέρα και τον ίδιο άλλοι να τον καφκηθούνε.
Πού να το διούμε και μεις τέτοιο πράμα; Σαν το παιδί που τη μάνα του δεν μπορεί ν’ αφήσει, γιατί νοιώθει πως είναι αδύνατο ακόμη, έτσι και μεις μόλις έχουμε πόδι να πατήσουμε τη γης· άντρες δε γενήκαμε ακόμη. Έχουμε ανάγκη, οι προγόνοι να μας βαστούνε από το χέρι και να μας πηγαίνουνε. Όλο προγόνους φωνάζουμε. Έπαινό μας θαρρούμε ίσια ίσια κείνο που δείχνει τη λίγη μας δύναμη. Έθνος αφτεξούσιο δε γενήκαμε, κι ίσως δε θα γίνουμε ποτές. Η δόξα μας η παλιά θα καταντήσει ο χαμός μας. Δε μας αφήνει να μεγαλώσουμε, να περπατούμε με τα δικά μας τα ποδάρια, να συλλογιούμαστε με το κεφάλι το δικό μας, με τα μάτια τα δικά μας να βλέπουμε, να μιλούμε γλώσσα δική μας. Όλο προσπαθούμε να κάμουμε σαν και κείνους. Σ’ ένα μόνο δεν τους μιμηθήκαμε· προγόνους εκείνοι δεν είχανε! Εμείς, δε θα τ’ αξιωθούμε ποτές, και μας μια μέρα προγόνους άλλοι να μας πούνε.
Όσο έλεγα μέσα μου τέτοια μοναχός μου, τραβιόμουνε, τραβιόμουνε όλο πίσω, γιατί ντρεπόμουνε τον ποιητή κι έβλεπα πόσο μικροί, πόσο ασήμαντοι μπροστά σε τέτοιους αθρώπους είμαστε ακόμη. Όσοι στην Εβρώπη είναι μόλις μαθητάδες, εμείς μπορεί να τους πάρουμε για δασκάλους, και τώρα πέρασε ο καιρός όπου λέγανε την Αθήνα δασκάλισσα του κόσμου! Τ’ άλλα τα έθνη, όσο περίφημοι κι αν ήτανε οι πατέρες τους, αφήσανε πίσω την παλιά τους ιστορία· ξανακάμανε καινούρια, δική τους. Η Ιταλία κι η Γαλλία ξεχάσανε τη Ρώμη και της είπανε· — «Όσο μεγάλη ήσουνε συ, τόσο και μεις θα γίνουμε μεγάλες. Μας φτάνει το δικό μας το μυαλό και το αίμα που πήραμε από σένα.»
Βγήκανε τότες από παντού, άπειρα σαν τα λουλούδια που την άνοιξη ορμούνε από μέσα από τα σπλάχνα της γης, βγήκαν έργα κάθε λογής, της τέχνης, τω γραμμάτω, της επιστήμης. Βγήκε και μια γλώσσα καινούρια. Άλλες λέξες, άλλη γραμματική χρειαστήκανε τότες παντού για τις ιδέες, για το νου και για την καρδιά του καθενός. Άναψε η μια σπίθα την άλλη, διαδοθήκανε ιδέες, τέχνες, επιστήμες, ο καθείς έφερνε το μερτικό του και το δάνειζε του αλλουνού. Έτσι μορφώθηκε μια Εβρώπη κι ανάμεσα στους λαούς έπιασε συγκοινωνία διανοητική. Εμείς πίσω, όλο πίσω! Πού η δύστυχη πατρίδα, με των παιδιώ της την αμάθεια, την περηφάνια και την τρέλα, να μπορέσει και κείνη να ζήσει το μεγάλο, το χαρούμενο βίο της ξαναγεννημένης Εβρώπης!
Έτσι μου μιλούσε το μνήμα, γιατί η όψη του μονάχη μου θύμιζε την ελεεινή μας κατάσταση. Κι ωστόσο ποιος από τους δικούς μας κατάλαβε ποτέ του τι μας λείπει; Περηφανέβεται ο Ρωμιός με τους προγόνους του, νομίζει πως τους μοιάζει, και πειδή σαν τον αγράμματο χάλασε τη φυσική του γλώσσα, θαρρώντας πως τη διόρθωσε, προσμένει κάθε μέρα να φανεί Σοφοκλής.
Σοφοκλής, Αριστοφάνης, Αισκύλος κι Εβριπίδης στάθηκε ο άντρας που κείτεται τώρα στο μνήμα. Έγινε μεγάλος, γιατί κανενός δε θέλησε να μοιάξει. Ας του μοιάξουνε κεινού άλλοι κατόπι! Ας του μοιάξει κανένας από μας, αν μπορέσει να το καταφέρει. Αφτός είναι ποιητής και πατέρας! Εκατό χρόνια και παραπάνω, πρι να φανεί, κοιμότανε η ποίηση στη Γαλλία. Σα μούμια την είχανε οι δασκάλοι τυλιμένη στο σεντόνι. Από μέσα της, με το σμιλάρι και με το ψαλίδι, της είχανε βγάλει άντερα και καρδιά, για να τη γεμίσουνε άχερα και μυρωδικά κάθε είδος. Της έμνησκε μόνο το πετσί, και για να μη φαίνεται και κείνο, της βάζανε από πάνω ρούχα μεταξωτά, στολίδια, μαργαριτάρια και φτιασίδι στο μάγουλο. Κειτότανε η δύστυχη δίχως πνοή, με το στόμα στουμπωμένο, αδειασμένη και συγυρισμένη.
Εκείνοι σαν τους Φαραώνηδες καθόντανε αψηλά στο θρονί τους. Με περήφανο μάτι κοιτάζανε από πάνω το λαό, το χυδαίο τον όχλο. Φτιάνανε σωρό νόμους δικούς τους, κάνανε κανόνες χιλιάδες του κεφαλιού τους — πάντα μ’ εβγένεια μεγάλη. Ζωή καμιά! Είχανε πλήθος νοστιμάδες ανόητες, τσακίσματα και κερατσιτσιές. Ποιος να καμαρώσει τον άλλονε. Ποιος να πει τα πράματα με τρόπο που να μην τον καταλάβει κανένας. Ποιος να μη μιλήσει σαν που μιλεί όλος ο κόσμος. Το μαντίλι δεν έπρεπε κανείς μαντίλι να το πει, μήτε τη σκάλα σκάλα. Τους χρειαζότανε αρχοντιά τους αφεντάδες. Είχανε κάμει τη γλώσσα κι έμοιαζε σαν παλάτι ψυχρό και ρημασμένο. Του λόγου τους, κλειδωμένοι στο παλάτι, ζούσανε και βασιλέβανε.
Βγήκες τότες εσύ· με μιας άλλαξες τον κόσμο. Όρμησες κι έπεσες μέσα στο παλάτι. Πέταξες όξω τους δασκάλους κι άρχισες να φωνάζεις· — «Αλήθεια ζητούμε, διψούμε ζωή· μούμιες μας κάνουνε.» Τι θόρυβος και τι κακό έγινε τότες! Μια σκουντιά κι άνοιξες παράθυρα, άπλωσες χέρι κι έσπασες πόρτες· μπήκε μέσα ο ζωντανός αέρας τ’ ουρανού, πλημμύρισε το φως κι είπες στο λαό που στεκότανε όξω· — «Όρσε, αφεντικό μου· δικό σου το παλάτι· δάσκαλός μου είσαι συ και συ βασιλιάς μου· δούλος σου είμαι γω κι από σένα τη γλώσσα μου θα μάθω.»
… Θα το παρατήρησε ο καθένας· αν ποτές διούμε, ή καταλάβουμε, ή μόνο μας έρθει φόβος πως μπορεί κανείς να μας κατηγορήσει, ή να πάρει κακή ιδέα για μας — μάλιστα όταν τύχει κανείς να φανεί μεγάλος μπροστά μας, να παινεθεί ο ίδιος ή άλλοι να τον παινέσουνε — κάτι μέσα μας σπρώχνει να δείξουμε και μεις τι αξίζουμε, κάποτες ίσως να δείξουμε παραπάνω από κείνο που είναι. Φοβήθηκα και γω τον ποιητή. Αφότου μας πλακώσανε οι σκολαστικοί, τόσες φορές βρίσανε όλο το έθνος, τόσες φορές είπανε τη γλώσσα μας βάρβαρη και πρόστυχη, που κόντεψε ο κόσμος να τους πιστέψει. Έτρεμα, τα λόγια τους να μην τ’ ακούσει κι ο πεθαμένος. Βγήκα τότες από μέσα από το δρόμο εκείνονε όπου καθόμουνε απάνω σε μια πέτρα, τράβηξα ίσα με την Καμάρα, και με θάρρος μεγάλο, με μάτι γεμάτο φλόγες, φώναξα δυνατά, χωρίς να προσέξω που στεκότανε κόσμος τριγύρω κι ίσως μπορούσε να μ’ ακούσει·
— Όχι! μην τα πιστέψεις πως γενήκαμε βάρβαροι· μην το πιστέψεις πως έχουμε πρόστυχη γλώσσα! Η γλώσσα μας για πέταμα δεν είναι. Πρόστυχη γλώσσα μπορεί να ’χει μόνο μια πρόστυχη ψυχή κι οι ψυχές μας είναι γενναίες, και τα χέρια μας σηκώσανε τουφέκι και διώξαμε τους Τούρκους και μας έψαλες στα νιάτα σου και συ. Μην τους συνορίζεσαι τους δασκάλους που μας κατατρέχουνε· είναι οι χερότεροί μας οχτροί, και γυρέβουνε τώρα να μας βγάλουνε τιποτένιους σ’ όλο τον κόσμο μπροστά, για να φανούνε του λόγου τους κατιτίς. Εσύ που τα ξέρεις αφτά, μην τ’ αψηφήσεις το προσκύνημά μου. Σέβουμαι τη γλώσσα που μιλώ, γιατί σέβουμαι τον εαφτό μου. Ίσως είμαι κάτι και γω που σέρνουμαι τώρα στο σκοτάδι, και που με θάρρος προβάλλω ίσα με το μνήμα που σε σκεπάζει. Δεν ντρέπουμαι, και μη σε μέλει. Σου μιλώ μια γλώσσα, που δεν την έχει ο καθένας και που μπορείς και συ να μας τη ζουλέψεις, μια γλώσσα που είναι παιδί και μοναχοκόρη της παλιάς της ελληνικής, την καινούρια μας τη γλώσσα, που πρώτος εγώ σήμερα τη γράφω!
Με τρομάξανε τα λόγια μου και μένα. Έφεβγα γλήγορα και κρυφτόμουνε πάλε στις στενάδες μέσα, μακριά. Ωστόσο μ’ όλη μου τη θλίψη, μου ερχότανε κάποτες και να γελάσω. Άμα ήθελα να σφουγγίσω τα δάκρυα που μου καίγανε τα μάτια, δεν ήξερα τι βαστούσα στο χέρι ρινόμακτρον ή μαντίλι. Πώς έπρεπε να το πω, την ώρα της λύπης; Αχ! δασκάλοι, δασκάλοι, τι κακό είναι αφτό που μας κάματε! Πρέπει το λοιπό να μας κατατρέχει η γραμματική σας, και στη στιγμή όπου η καρδιά μας πονεί! Πόσο τον έχουμε ανάγκη ένα Βίχτωρα, ένα νικητή να μας γλυτώσει από τέτοιο βάσανο — (το βάσανο μάλιστα καταντά κάπου και μπελάς) — και να πει το μαντίλι μαντίλι. Ας αφήσουμε το ρινόμακτρον για τα ξερά τα μάτια και τις μακριές τις μύτες!
Όσο δερνόμουνε και σερνόμουνε και συλλογιόμουνε τέτοια με το νου μου, η νύχτα προχωρούσε, και στους απέραντους κάμπους του κόσμου γλιστρούσε η γης μας σιγά σιγά, να κάμει την καθεμερνή της βόλτα (τον καθημερνό της δρόμο, ύστερα από τη διόρθωση του Ψυχάρη που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου) γύρω στον ήλιο. Καίγανε πάντοτες τα φώσια· με το θολό τους φέξιμο, κάνανε και φαινότανε ακόμη καλύτερα τα σκοτάδι. Κάπου κάπου άκουγες μια βοή κι ανατρίχιαζες· ήτανε τα κανόνια που βροντούσανε. Έλεγες πως αστροπελέκια σειούσανε τη γης και θέλανε να σπάσουνε πέτρα. Ήτανε για να προσκυνήσουνε το λείψανο. Σάλεβε, κουνιότανε το πλήθος, μουρμούριζε σα θάλασσα που βράζει. Μ’ αρέσει να περπατώ μέσα στο λαό, δίχως να με ξέρει κανείς και γω να συλλογιούμαι τα δικά μου. Η φαντασία μου παίρνει φωτιά· στράφτει ο νους μου, χιλιάδες ιδέες, σα χαλάζι και σα βροντή, μου δέρνουνε το μυαλό. Στο κεφάλι μου μέσα σηκώνουνται φουρτούνες.
Δεν ξέρω γιατί μήτε πώς, μα δεν ένοιωθα πια κούραση καμιά. Ξέχασα βάσανα και πόνους. Μου φάνηκε πως ξανάνιωνα ξαφνικά. Αθάνατες ελπίδες μου περεχούσανε την ψυχή. Άξαφνα γύρισα να διω, και κει που κοίταζα, κάτω κάτω, σαν ασημένια γραμμή, στα μέρη της ανατολής, έβλεπα τον ορίζοντα ν’ ασπρίζει· φάνηκε σα μια χαραμάδα στον ουρανό. Ήτανε η αβγή.
Φως! Το φως! Να και το φως που ζητούσα. Όχι, όνειρο δεν ήτανε! Ήτανε αλήθεια που ΤΟΝ είδα και το θυμούμαι καλά τώρα που σας το δηγούμαι. Κάποιος ερχότανε, κάποιος φαινότανε κει κάτω. Όσο ξάπλωνε η αβγή την κάτασπρη της φορεσιά, τόσο και κείνος προχωρούσε. Έλαμπε στα χαράματα μέσα· μαζί με τον ήλιο ανέβαινε, και το πρόσωπό του έπλεχε μέσα στις ολόχρυσες αχτίδες σα σε μια θάλασσα φως. Το ποδάρι του βαριά χτυπά τη γης· τα μάτια του καίνε σαν τ’ αστέρια. Να ΤΟΣ εκείνος που προσμένω. Άπειρος λαός τον ακολουθά και κατόπι του τρέχει, φοβερός σαν το κύμα που πα να σηκωθεί. Αφτός είναι ο ποιητής, ο λυτρωτής μας. Παλάτια θα γκρεμίσει και θα στήσει γλώσσα. Έλα, έλα και μην αργείς. Σ’ αφτό τον αιώνα όπου ζούμε, βασιλέβουνε οι λαοί και ρίχνουνε κάτω τους τυράννους. Μισή λεφτεριά δεν τη θέλει ο λαός μας. Δεν του στρέγει να βρίζουνε ατιμώρητα την πατρική του γλώσσα. Πρέπει να λεφτερωθεί κι από τους δασκάλους. Νίκησε το σπαθί του· είναι ανάγκη κι η γλώσσα του τώρα να νικήσει.

Ζ’ Φτωχοπρόδρομος

Πότε, πότε θα μας έρθεις, πότε θα σε διούνε τα μάτια μας και θα σε χαρούνε οι καρδιές μας, Χριστέ μου και σωτήρα, νέε δημιουργέ, νέε πλάστη της γλώσσας μας της νέας; Το χορτάρι μοναχό του θα φυτρώσει όπου πατήσεις. Η γης θα σε χαιρετήσει· θα σκύψουνε τ’ αστέρια να σε προσκυνήσουνε κι αφτά. Στο δρόμο που θα πηγαίνεις, η φύση θα στολίζεται και θα ξαπλώνει όλες τις ομορφιές της. Τα πουλιά θα ζουλέψουνε τη φωνή σου. Θα κυριέψεις τις καρδιές και θα τις κάμεις να σ’ αγαπούνε και να γλυκοτρέμουνε κάθε φορά που θ’ ακούνε τ’ όνομά σου, γιατί στην ποίησή σου θα βρούνε όσα μέσα τους έχουνε και δεν ξέρουνε να τα πούνε. Ένα λόγο θα ’χεις για κάθε ψυχή, μια παρηγοριά για κάθε δάκρυ, μιαν αλήθεια για κάθε νου. Ό,τι ποθεί ο καθένας, ό,τι συλλογιέται κι ό,τι νοιώθει, θα τ’ απαντήσει στη γραφή σου. Ολωνώνε τα φρονήματα θα τα κάμεις δικά σου· όλα τα καρδιοχτύπια θα τ’ αντηχήσεις. Σαν καθρέφτης μας θα σταθείς και σε σένα θα γυρέβει το έθνος να διει τη μορφή του, γιατί μ’ ένα που θα πεις, ο καθένας θα καταλάβει πρώτη φορά τον εαφτό του. Τα φαινόμενα της φύσης, των αθρώπωνε τα πάθη και τα πάθια θα μας ξανοίξεις. Θα μας δώσεις ύψος και θάρρος και παντού θα σκορπίσεις τους θησαβρούς σου.

Εσύ θα γίνεις άλλος Ορφές. Θα μαλακώσεις τις πέτρες· θα σέρνεις κατόπι σου τα θεριά. Με τους αψηλούς σου λογισμούς, με τις τολμητερές σου ελπίδες, με την καινούρια σου τη φράση, όπου περάσεις θα νικήσεις. Θα πλουτίσεις τη γλώσσα και θα σε πλουτίσει. Θα περπατείς και θα ψέλνεις την ξαναγέννηση της πατρίδας, τη λεφτεριά και τον καινούριο μας κόσμο. Έθνος τότες μόνο θα φανούμε· θα ’χουμε και μεις τον ποιητή μας. Για τούτο κι από τώρα σε χαιρετώ, με νου ταπεινό, με καρδιά μέλι γεμάτη, γιατί με γλυκαίνει ο ερχομός σου πιότερο από μέλι κι από ρόδα.

Δε θα σε προφτάσω· θα με σκεπάζει το χώμα όταν εσύ θα το πατείς. Μη με καταφρονείς που δε σ’ αξίζω. Τα λόγια μου μπορείς να τ’ ακούσεις, δίχως να ξεπέσεις, γιατί ο καθένας δεν μπορεί να σου μιλήσει σαν που σου μιλώ. Θα μάθεις και συ τ’ όνομά μου. Αγάπησα την πατρίδα μου και τη γλώσσα μου. Ξέρω τι κάνω, και ποιος είναι ο σκοπός μου το ξέρω. Δε με μέλει για τη δόξα· η μόνη μου αγάπη είναι η αλήθεια. Κι άβριο να σκοτωθώ κι η μνήμη μου μαζί μου να χαθεί, δε με πειράζει· φτάνει ο κόπος μου να μείνει, η ιδέα μου να ζήσει. Και θα ζήσει! Μοναχή της η πατρίδα θα πάρει το δρόμο που της είπαμε να πάρει, γιατί αφτός είναι ο δρόμος ο σωστός, ο ίσιος, ο μόνος ο δρόμος.

Να με λυπηθείς που δεν μπόρεσα να της δείξω σαν και σένα το μεγάλο το δρόμο. Να είσαι καλός και γενναίος. Μη φανείς με το παραπάνω σκληρός για τις κακορίζικές μου αφτές τις δοκιμές, για την προσπάθεια και τον κόπο μου, γιατί, να σου πω, ό,τι δε μου έδωσε η φύση, δεν το φταίει η καρδιά μου. Είχα προαίρεση καλή, αν και δεν πέτυχα σαν που θα πετύχεις. Σ’ αγάπησα πριν ακόμη σε γνωρίσω· κι αφτό κάτι θα πει. Για σένα δουλέβουμε όλοι· για σένα μ’ εφκολία χαρίζω τη ζωή μου. Κάπου κάπου λοιπό να με θυμάσαι δίχως κάκητα καμιά, να θυμάσαι και να συχωρνάς τον καημένο σου τον πρόδρομο — το Φτωχοπρόδρομό σου.


Η’ Πόλη και Πολίτες


Ό,τι κι αν είπα, ό,τι κι αν έγραψα, όσα παραμύθια κι αν αράδιασα, τώρα που σας μιλούσα για δάκρυα, βάσανα, πίκρες και νυχτερνούς περίπατους, όλα, όλα τα παίρνω πίσω· κάλλια χίλιες νυχτιές σαν και κείνηνε που πέρασα στο Παρίσι, παρά την πρώτη νύχτα που πλάγιασα στην Πόλη! Τέτοιο πράμα δεν το ’παθα ποτές. Και μη νομίζετε πως είναι ο λόγος μου για ψύλλους ή κουνούπια, γιατί συνηθίζουνε οι ταξιδιώτες και βγάζουνε κουνούπια στη μέση, άμα δεν ξέρουνε πια τι να πούνε, κι άξαφνα σας γράφουνε καμιά νοστιμάδα, να σας διασκεδάσουνε. Όχι! Άλλα ήτανε τα δικά μου τα βάσανα. Θα σας το μαρτυρήσουνε όσοι με γνωρίσανε τότες, όσοι με τα μάτια τους είδανε το χάλι που είχα το πρωί, την ώρα που σηκώθηκα. Έμοιαζα πεθαμένος· είχα χλωμιάσει, ασπρίσει, λιγνέψει και κονταίνει. Όλα τα ’φταιγε η φοβερή αγρυπνία της νύχτας εκείνης.

Του κάκου, πέφτοντας στο κρεβάτι, προσπαθούσα να κοιμηθώ. Ώσπου να χαράξει, δεν μπόρεσα μάτι να σφαλίξω. Ένοιωθα τέτοιο βάρος στο στήθος μου, που νόμιζα πως σήκωνα βουνό. Η μάβρη πλάκα δεν είναι τόσο βαριά. Κοβότανε η αναπνοή μου, κρύος ίδρος με περέχυνε, το στομάχι μου ανεβοκατέβαινε σαν τη θάλασσα, και κόντεβε ν’ αγγίξει τη ράχη μου· το κεφάλι μου φωτιά! Ανακατώθηκα, με συμπάθειο, κι όλη τη νύχτα, πήγα να βγάλω τ’ άντερά μου. Δεν είχα πια και δύναμη να ξαναπέσω· κειτόμουνε κατά γης αφανισμένος και σπασμένος. Ψυχομαχούσα.

Το πρωί φέρανε το γιατρό κι άδικα τονέ φέρανε. Ο γιατρός δεν μπορούσε τίποτα να μου κάμει. Είπε πως είχα λίγη ζάλη, πως ήμουνε κουρασμένος από το ταξίδι κι άλλα τέτοια. Εγώ το ξέρω τι είχα. Χωρίς να μου το ξηγήσει ο γιατρός, ένοιωσα μέσα μου τι γινότανε, άμα πάτησα της πατρίδας το χώμα, άμα είδανε τα μάτια μου Τουρκιά. Καθόντανε οι μιναρέδες στην ψυχή μου· αδύνατο να τους χωνέψω. Οι μιναρέδες είναι που όλη τη νύχτα μου πλακώνανε το στομάχι. Ανάθεμάν της εκείνη την κόκκινη τη σημαία με το μισοφέγγαρο στη μέση, που ίσια ίσια αντίκρυ στα παράθυρα της κάμερής μου ήτανε ανεβασμένη αψηλά απάνω στον Κουλά. Μου έτρωγε το συκώτι, το αίμα μου ρουφούσε. Αχ! τα καταραμένα τα φέσια! Μου σκάνανε τη χολή. Παλάτια, τζαμιά, τουρμπέδες, τίποτις απ’ αφτά να μη διω! Το αίμα μου βράζει· τετρακόσιω χρονώ μίσος μου πνίγει την καρδιά! Δώστε μου, φέρτε μου ό,τι κι αν είναι, ότι κι αν τύχει· κάτι πρέπει να σπάσω. Δε θέλω, δεν μπορώ Τούρκο να διω, δε θέλω Τούρκος κοντά μου να βρεθεί, από μακριά δε θέλω Τούρκο να μυρίσω, δε θέλω να ξέρω πως είναι Τούρκοι στον κόσμο, Τούρκο δε θέλω ν’ ακούσω…

Το πρωί, που βγήκα να σεργιανίσω την Πόλη, απάντησα παντού στους δρόμους πρόσωπα γελαστά και χαρούμενους αθρώπους. Με χαιρετούσε ο ένας κι ο άλλος. — «Καλώς τον είδαμε!» και «Τι χαμπάρια;» — «Πώς τα πάμε δα στο Παρίσι;» — «Έβγε σου, που δεν ξέχασες την πατρίδα!» — «Έλα, να σε τρατάρω ένα καφεδάκι.» — «Καλέ, διέστε που μας άφησε μωρό και μας γύρισε λεβέντης!» κι άλλα τέτοια πολλά που, να πω την αλήθεια, μ’ άρεζε να τ’ ακούω. Για μίσος, για σκλαβιά τίποτα! Μπορεί μέσα τους να βράζανε οι καρδιές· βέβαια όμως δεν το δείχνανε. Και γω ο ίδιος, πρέπει να το μολογήσω, δεν έσπασα τίποτα, δεν έσφαξα Τούρκο, κανενός αίμα δεν ήπια. Είδα μάλιστα και κάμποσα φέσια. Λίγο λίγο μαλάκωνε η ψυχή μου. Έτσι μοιάζει πως το φέρνει η ατμόσφαιρα της Πόλης. Στρώνει σιγά σιγά τα πάθη και τους θυμούς ο γλυκός αέρας τ’ ουρανού και σου τα κάνει όλα γαλήνη.

Οι Πολίτες έχουνε άλλο σύστημα. Οι Πολίτες ζούνε, όσο μπορούνε, αδερφικά με τον Τούρκο και προσπαθούνε να τον κυβερνήσουνε — ή μ’ άλλα λόγια να τον κάμουνε του χεριού τους. Πρώτα, κάπως το κατωρθώνανε το πράμα· να που τώρα κάτι πιο δύσκολο τους έρχεται το σύστημά τους. Ανακατεύεται σήμερα κι η Εβρώπη στις δουλειές τους και θέλει και κείνη να πει το λόγο της. Τι να κάμουνε οι δυστυχισμένοι μας οι Ρωμιοί; Τι να κάμει κανείς, όταν τουφέκι δεν έχει; Θα μου πείτε· — «Αγοράζει.» Ναι, τέτοια ιδέα έχω και γω. Μα ελάτε που είναι η Εβρώπη! Τι θα κάμουνε οι δικοί μας με την Εβρώπη, αν πιάσουνε κι αγοράσουνε τουφέκια; Πώς σας φαίνεται αφτός ο λόγος; Σα να είναι σωστός. Όπως συνηθίσει κανείς! Αν απαρχής θύμωνε ο Πολίτης, αν και τώρα προτιμούσε θάνατο παρά σκλαβιά, τότες ποιος ξέρει; Η Εβρώπη σήμερα δε θα πρόφταινε να πει λέξη. Μα λογαριάστε πως μπορούσε κιόλας να μην απομείνει Πολίτης ζωντανός.

Έτσι φαίνεται το καταλάβανε οι Πολίτες, και φαίνεται πως τα καταλάβανε περίφημα, γιατί ποτέ τους δε σαλέψανε. Παιδιά, τι να σας πω; Έχω πάρα πολλή αδυναμία μαζί σας και δε μ’ αρέσει να σας κατηγορώ. Θα λέτε και σεις οι ίδιοι πως τα μισά σας τα ψεγάδια δεν τα ’βγαλα στη μέση. Άξαφνα μπορεί καμιά μέρα να το κάμετε παράπονο, και να πείτε πως σας παίνεσα με το παραπάνω. Τι να γίνει; Δικός σας ήμουνε και γω. Ας σκεπάσουμε και μερικά. — Έτσι το θελήσαν, έτσι το κάμαν, έτσι το σήκωνε τα αίμα τους. Φιλονικίες, μικρολογίες και θεολογίες όσες θέλετε· φτάνει να κάθουνται στη γωνιά τους. Κι ωστόσο, χωρίς μεγάλες κολακείες, χωρίς να δείξουνε ταπείνωση πιότερη απ’ ότι έπρεπε, με το φιλότιμό τους, με τη φρόνησή τους, με το νου τους, με την ορθή τους κρίση, το κατορθώσανε, ο Τούρκος να τους ακούει, να τους σέβεται, κάποτε, κιόλας να τους φοβάται — και τέλος πάντα, πρέπει να το πούμε, βαστάξανε τον ελληνισμό. Κάτι πάθανε, κάτι είδανε κι αφτοί στο μεγάλο το Σηκωμό· εδώ κόρωσε η φωτιά· η σπίθα ήτανε κρυμμένη σ’ όλες τις καρδιές κι όλοι μαζί τη θρέφανε, να μη σβήσει.

Για την ώρα προσμένει ήσυχα ο Πολίτης, μοναχός του να πέσει ο αφέντης του. Ξέρει πως ο Ρωμιός, και μόνο ο Ρωμιός, πάντα στον τόπο του θα μείνει και πως ποτέ του από την Πόλη του δε θα το κουνήσει. Αφτό του φτάνει. — «Παραφέντη, μου έλεγε ένας γέρος καϊξής που με πήγαινε κάθε μέρα στο Φανάρι, πολύ τσακιστήκανε οι Τούρκοι.» — «Παιδάκι μου, του λέω γω, με τον καιρό ακόμη πιότερο θα τσακιστούνε· καμιά μέρα τόσο τσακισμένους θα τους διεις, που θα τους πετάξουνε κιόλας στη θάλασσα. Μα τι κατάλαβες εσύ; Βασιλιά δε θα σε βάλουνε σένα — μήτε μένα. Θα σου έρθει άλλος νοικοκύρης.» — «Παραφέντη μου, μη σε μέλει· θα τσακιστεί κι αφτός!»

Ό,τι έχουνε όλοι μέσα τους μου έλεγε ο καλός μου ο καϊξής. Έτσι λογαριάζουνε με το νου τους. Για τούτο τους βλέπεις και σιγά σιγά κάνουνε τη δουλειά τους. Το εμπόριο το βαστούνε στο χέρι· έχουνε τη μεγαλύτερη δύναμη του κόσμου, τον παρά. Καλλιεργούνε και τα γράμματα· μαθαίνουνε κάπου κάπου δυο τρία ελληνικά· χαίρουνται και καμαρώνουνε, γιατί νομίζουνε πως τα ξέρουνε. Αγαπούνε τη μάθηση· χτίζουνε σωρό σκολειά· τα θέλουνε πλούσια και καλά. Ξοδέβουνε παράδες αμέτρητους για να χτίσουνε τέσσερα όπου ένα φτάνει. Ο πιο φτωχός κάτι θα βγάλει να δώσει και κείνος.

Οι καλοί μας οι Πολίτες έτσι κυβερνιούνται, έτσι ζουν, έτσι πεθαίνουνε. Κάπου κάπου σου λένε· — «Η ανάπτυξις των γραμμάτων υπήρξε το μέγιστον αίτιον της αναγεννήσεως της Ελλάδος» ή «τα σχολεία, η εκπαίδευσις τρέφουσιν ακαταπαύστως τον πατριωτισμόν» κι άλλα τέτοια πολλά, κι άλλοι τα λένε αλλού, και θα τα λένε ακόμη χρόνια. Και σ’ αφτό έχουνε άδικο οι καλοί μας οι Πολίτες και κακά το λένε. Το σκολειό όχι μόνο δε θρέφει τον πατριωτισμό, μα και τον ξολοθρέφει· κόντεψε και τον έφαγε όλονε. Όλους τους παράδες τους άρπαξε το σκολειό· δεν άφησε μισό παρά μήτε για το στρατό μήτε για το ναφτικό. Αντίς άρματα, βιβλία· αντίς στρατιώτες, δασκάλοι. Για τούτο κι οι Πολίτες κάθουνται και διαβάζουνε κι έχουνε από πάνω από το κεφάλι τους τον Τούρκο. Όποιος μάθει γράμματα, τουφέκι πια δεν πιάνει. Στην Επανάσταση ήτανε αγράμματος ο κόσμος, μα ήτανε αγράμματο λιοντάρι. Ο Τούρκος, όταν πήρε την Πόλη, με τη σοφία του δεν την πήρε. Σοφοί ήτανε οι Βυζαντινοί. Τώρα που ξέρει πιότερα ο Ρωμιός, σκούριασε το σπαθί· η πέννα βασιλέβει.

Τόσες δοτικές δε χρειάζουνται. Στα 1821, έφτανε να ’χει ακουστά ο στρατιώτης πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μεγάλο έθνος στον κόσμο, πως ήταν έθνος λέφτερο, πως το λέγαν Ελλάδα, πως οι Έλληνες δα αφτοί ήτανε προγόνοι μας και πως καταντήσανε τώρα σκλάβοι του Τούρκου. Με τους απαρεφάτους δεν πήγαμε ομπρός, πήγαμε πίσω. Ας έχει γεια ο Αλέξαντρος ο πρίγκηπας της Βουργαριάς! Μαζί του θα κάμω χωριό. — «Πρώτα, άρματα και καλό στρατό», άκουσα πως είπε μια μέρα, «έπειτα βλέπουμε για πανεπιστήμια και μάθηση.»

Αφτού κλίνω και γω. Όσο θωρώ τα λαμπρά τα χτίρια, λυπούμαι τις πέτρες που πήγανε του κάκου, κι αντίς να σπάσουνε κεφάλια, γίνανε σκολειό. Οι πέτρες, που ξέρουνε τι θα πει σκλαβιά, μέσα τους θα το ’χουνε καημό. Ένα χοντρό σίδερο, ένα παλούκι, μια τράβα, ένα δοκάρι δεν μπορώ να διω, χωρίς να δακρύσουνε τα μάτια μου, που δε σηκώνεται, Τούρκο να σκοτώσει… Ας τ’ αφήσουμε πια αφτά! Δε μας φελούνε και πέρασε η ώρα. Ας χαρούνε άλλοι την Πόλη! Ας την έχουνε, ώσπου και κείνοι να τσακιστούνε, σαν που το ’λεγε ο γέρος. Την Πόλη, Θε μου, και τι θα την κάμουμε τώρα; Μόλις το μικρό βασίλειο ξέρει να κυβερνηθεί. Ας μας γλυτώσουνε άλλοι πρώτα από τα δικά μας τα χέρια. Πού θα τα βγάλουμε στο κεφάλι με δυο πρωτέβουσες, που η μια μας αφανίζει; Τις δυο πρωτέβουσες κάποιος άλλος ας τις κάμει. Τότες βλέπουμε τι λογης ζυγαριά θα πάρει, για να μη σπάσουνε τους δίσκους από το ένα μέρος η Πετρούπολη κι από τ’ άλλο η Κωσταντινούπολη.

Οι Πολίτες δεν την πολυθέλουνε αφτή τη ζυγαριά. Μήτε γω δεν τη θέλω, μα τι να κάμω; Όσο κάθεστε ήσυχοι και προσμένετε, μη γυρέβετε άλλα. Κάποτες ακούς και κάτι παιδιακίσια· — «Ας την κρατούνε οι Τούρκοι την Πόλη, ώσπου να πάρουμε δύναμη.» Για να δυναμώσει το χέρι, πρέπει να δίνει όλο γροθιές· άμα φορέσει γάντι, μουδιάζει. Αμέ, σ’ αφτό το διάστημα, οι Ρούσσοι τι θα κάμουνε; Εκείνοι δε θα δυναμώσουνε; Οι δικοί μας μόνο θα δυναμώσουνε, που μήτε πιστολιά δεν ξέρουνε να τραβήξουνε; Οι καλοί μας οι Πολίτες έτσι τα πιστέβουνε και για τούτο ζούνε ήσυχα με το φονιά τους.

Φτάνει, φτάνει ο βάρβαρος να φύγει, που μου χαλνά το κέφι και δε μ’ αφήνει τη νύχτα να κοιμηθώ! Δε με μέλει ποιος θα τον καταστρέψει· μόνο να καταστραφεί! Πρώτα είχανε και το μεγαλείο τους· τώρα καταντήσανε καραγκιόζηδες της Εβρώπης. Από την ώρα που πατήσανε τούτο το χώμα, φέρανε την κατάρα μαζί τους. Ο Τούρκος δεν προδέβει· σφάζει και στέκεται· πνίγεται στο αίμα που χύνει. Η θρησκεία του είναι ο πρώτος του οχτρός· δεν τον αφήνει να πάει ομπρός, γιατί του μπλέκει τα ποδάρια. Αλλοίμονο στο Ρωμιό που δεν το νοιώθει!

Ο Τούρκος ή πρέπει να είναι παντοδύναμος ή τίποτα να μην είναι — ή βασιλιάς ή δούλος. Ας γυρίσει πίσω το λοιπό στην κόκκινη μηλιά, αφού πια δεν μπορεί να κυβερνήσει τον κόσμο. Από πού ξεσπάσανε, από πού μας ήρθανε τέτοιοι βαρβάροι στην Εβρώπη; Το χώμα μας δεν τους σηκώνει. Νικήσανε και νικηθήκανε οι ίδιοι. Ως και στα καλά που μας κάμανε, δείξανε τι λίγο μυαλό που είχανε. Παντού στην ιστορία βλέπουμε και διαβάζουμε πως ο νικητής άλλη έννοια δεν έχει, άμα πάρει έναν τόπο, παρά να τον πιάσει καλά· γίνεται ένα με τους νικημένους και σε μερικά χρόνια, σα στη Γαλλία, στη Γερμανία, στη Ρουσσία, δεν μπορείς πια να ξεδιακρίνεις τον έναν από τον άλλο. Ο νικητής θρέφεται και δυναμώνει με του ντόπιου το αίμα. Αφτοί δεν μπορέσανε ποτέ τους να γίνουν έθνος. Τους στράβωνε ο φανατισμός. Άμα πλάκωσε ο καταχτητής, άμα μπήκε στην Πόλη, ξεχώρισε Τούρκο και Χριστιανό. Έμεινε ξένος μέσα σ’ όλους. Δε συντρόφιασε με κανένανε και τέσσερεις αιώνες ζήσαμε ο ένας κοντά στον άλλο, σαν το σκύλο με τη γάτα. Κρίμας όμως που ήτανε κείνοι το σκυλί — και που εμείς δε φανήκαμε ούτε γάτα.

Τέτοια συλλογιόμουνε κι έλεγα μέσα μου, όσο περπατούσα στους δρόμους και σεργιάνιζα την Πόλη. Θυμόμουνε τη Σύρα όπου είχα κατεβεί δυο μέρες πρι φτάσω στην Πόλη. Γιατί να σταθώ πρώτα στη Σύρα; Η Σύρα μου φαρμάκεψε την ατμόσφαιρα της Πόλης και μου χάλασε τον ουρανό που βλέπω τώρα από πάνω μου. Πολύ πιο όμορφη από την Πόλη μου φαίνεται η Σύρα! Η Σύρα είναι λέφτερο χώρα. Τι λαμπρά που θα κοιμούνται τη νύχτα οι Συριανοί! Στη Σύρα δεν έχεις πλάκα στο κεφάλι, δε σου πέφτει βάρος στο στομάχι. Ο ουρανός γλυκογελά· η καρδιά ξεθυμαίνει. Αχ! δεν είναι ουρανός στον κόσμο, δεν είναι ωραιότητα στη φύση που ν’ αξίζει τη λεφτεριά. Όπου λείπει, είναι νύχτα και σκοτάδι· όπου βασιλέβει, ξεπερνά τον ήλιο με το φως της.

Στη Σύρα Τούρκο πια σήμερα δε βλέπεις. Απ’ όσους ήτανε πρι, ένας απόμεινε μοναχά. Ότι κατέβηκα, τον πήρε το μάτι μου. Φορούσε φέσι· γονατισμένος κατά γης, έσκυφτε το κεφάλι· δεν έβλεπα τα πρόσωπό του. Ένας Ρωμιός, από πάνω του, στεκότανε όρθιος κι έσπρωχνε το ποδάρι του στου Τούρκου τη μύτη. Μου φάνηκε μια στιγμή πως ο Τούρκος προσκυνούσε το Ρωμιό. Ύστερα κατάλαβα· ο Τούρκος είχε γίνει λουστρατζής! Τον περασμένο χειμώνα, κι αφτόνε τον Τούρκο κοντέψανε οι Συριανοί να τον πνίξουνε. Ή πρέπει ο Τούρκος, να πατεί του αλλουνού τα κεφάλι ή πόδι να φιλεί. Και για τούτο τώρα στην Πόλη θυμούμαι με γλύκα τη Σύρα, όπου φιλούσε πόδι.


Θ’ Cabinet de lecture

Την άλλη μέρα, με πήγε ο πατέρας μου στη λέσκη όπου συνηθίζει και πηγαίνει. Τραβήξαμε στα Σταβροδρόμι (είναι το σπίτι μας στο Γαλατά), μπήκαμε στο κλούμπι (οι κυρίες κάπου κάπου θα το λένε και κλουβί για τους άντρες), ανεβήκαμε ένα πάτωμα και βρεθήκαμε στην «αίθουσαν της αναγνώσεως.» (Έτσι, νομίζω, θα πει το cabinet de lecture ένας προκομμένος που ξέρει και σέβεται τη γλώσσα του· να μιλούσαμε ρωμαίικα, ίσως ήτανε τρόπος να το πούμε κι αναγνωστήρι ή μάλιστα καλύτερα διαβαστήρι, που το καταλαβαίνει όλος ο κόσμος, μα τι να γίνει;…). Το διαβαστήρι όπου κάτσαμε ήτανε μια μεγάλη κάμαρα, μακρουλή και στενούτσικη· είχε στη μέση ένα τραπέζι, με πράσινη τσόχα στρωμένο, που πήγαινε από τη μιαν άκρη της κάμαρας στην άλλη. Κάτι παράθυρα, αψηλά ίσα με το ταβάνι, κόφτανε τους τοίχους· άσπροι μπερντέδες κρεμασμένοι μισοσκεπάζανε τα τζάμια. Τα παραθυρόφυλλα δεν ήτανε όλους διόλου σφαλισμένα κι είχανε στη μέση μια χαραμάδα από πάνω ίσα με κάτω. Γύρω γύρω στο τραπέζι ήτανε αραδιασμένες μια μια οι φημερίδες, με το ξύλο που από τη μέση βαστά την καθεμιά, έτοιμες για να τις πιάσεις στο χέρι και να διαβάσεις.
Έτυχε κείνη τη βραδιά να μην είναι στο διαβαστήρι ψυχή. Όλοι οι Πολίτες βρισκόντανε όξω στο Κατάστενο ή στα Νησιά· ήτανε μεγάλη μοναξιά· μόνο ο πατέρας μου και γω. Σε κάθε γωνιά, οι δούλοι με τις άσπρες ποδιές και τα κοντόμαβρο σουρτουκάκι, καθόντανε απάνω σ’ ένα σκαμνάκι και σκύφτανε το κεφάλι από τη νύστα. Ο καιρός όξω ήτανε ωραίος — μια βραδιά μοναδική, ένας καιρός μαλακός, όλος γλύκα, που σα βελούδο σου χάδεβε το πρόσωπο. Τέτοιο καιρό δε θα διεις παρά στην Πόλη. Φυσούσε αγεράκι σιγαλό, σα λουλουδιώ πνοή. Από των παραθυριώ τη χαραμάδα έβλεπες πέρα πέρα σαν ασημένιο λάκκο που άσπριζε κάτω κάτω. Ήτανε το Κατάστενο που γυάλιζε με το φεγγάρι. Χαιρόμουνε την τόση ησυχία. Δεν άκουγες φωνή. Ήτανε μια από κείνες τις καλοκαιρινές βραδιές που σου κάνουνε την ψυχή σου να μοιάζει γαλήνη. Όλο σου το κορμί σου φαίνεται πως μαλακώνει, πως γίνεσαι γάλα. Θαρρείς και βρίσκεσαι μέσα σε κούνια, ενώ τ’ αγέρι σε γλυκονανουρίζει και φυσά. Η ατμόσφαιρα και κείνη σα να νυστάζει· λίγο λίγο λες και στάζει ύπνο· όσο κειτόμουν έτσι, βαθιά χωμένος στην πολτρόνα μου μέσα, μου φαινότανε πως ήμουνε στον παράδεισο. Είναι ώρα για να μισοσφαλνάς τα μάτια και να διαβάζεις — να βλέπεις όνειρα, μισό ξυπνητός μισό κοιμισμένος — κι η φαντασία σου να παίρνει δρόμο.
Σε κομμάτι, ο πατέρας αποκοιμήθηκε. Στρώθηκα με την ησυχία μου στην πολτρόνα μου, και πήρα μια γαζέτα. Με περεχούσε χαρά που τέλος πάντα πήγαινα να διαβάσω καλά ελληνικά, ύστερις από τόσες φράγκικες φημερίδες που ήμουνε αναγκασμένος να διαβάζω κάθε μέρα στο Παρίσι. Τώρα που το γράφω, θυμούμαι πολύ καλά πως, άμα άπλωσα το χέρι στο τραπέζι κι άγγιξα το πρώτο φύλλο που ήθελα να πιάσω, την ίδια στιγμή άκουσα να τρίζει κατιτίς — σα να γινότανε κάπου μακριά καμιά ταραχή, σα να σηκωνότανε βοή πουθενά. Έτσι τουλάχιστο μου φάνηκε. Μα δεν πρόσεξα πολύ. Νόμισα πως ήτανε το τσαλάκωμα του χαρτιού και το ξέχασα.
Δε συλλογιόμουνε παρά την καλή μου τύχη. Κάτι θα πει να γεννηθείς Ρωμιός· σ’ αξιώνει ο Θεός και βλέπεις στον αιώνα όπου ζεις, τη γλώσσα που μιλούσες είναι τώρα δυο χιλιάδες χρόνια και παραπάνω, ακόμη να τη μιλούνε οι δικοί σου, ίδια κι απαράλλαχτα σα στου Σωκράτη τον καιρό. Η μόνη διαφορά είναι που τότες τυπογραφεία δεν είχε και που σήμερα τυπώνεται κιόλας. Όμως τόσο δεν άλλαξε! Πάρε ένα βιβλίο να το καταλάβεις. Θα διεις το ίδιο τυπικό· ένα ν δε λείπει· πάντα βάζουνε το ν όπου πρέπει. Κύρια και κοινά ονόματα κλίνουνται σαν και πρι· τα ρήματα έχουνε τις ίδιες συζυγίες. Κι αφτό είναι ίσια ίσια που μας δίνει τόση εβγένεια, που μας υψώνει το νου και μας ξανοίγει τις ιδέες. Κολακεβότανε και μένα το φιλότιμό μου με το παραπάνω· και ποιος δε θέλει να μοιάξει τον Περικλή; Ήξερα μάλιστα πως οι φημερίδες το βαστούνε πολύ αψηλά. Πρόσμενα να διαβάσω του Ξενοφώντα ή τουλάχιστο του Πλούταρχου τη γλώσσα. Αφτή η ελπίδα μ’ έκανε να τρέμω. Έπαιρνα τις φημερίδες μια μια· μόνο μπροστά μου να τις βλέπω, μου άνοιγε την όρεξη. Ήμουνε σαν τον άθρωπο που πάει να βάλει στο στόμα του κανένα νόστιμο μεζεδάκι, που το χαίρεται, και μόλις τολμά να τσιμπήσει.
Όπου κι αν πάει κανείς, σ’ ό,τι μέρος κι αν κατασταλάξει, είναι φρόνιμο και σωστό να βολέβεται με το καθετίς. Καλά κάνει να ζει σαν που συνηθίζουνε και ζούνε όσοι ζούνε στον τόπο που βρίσκεται — να τρώει το φαγί τους, να στρώνει το κρεβάτι του σαν που το στρώνουνε και να ρουχαλίζει με τον ίδιο κρότο. Πρέπει να πίνει το κρασί τους, να ’χει τη μάθησή τους (αν μπορεί!), να διαβάζει τις φημερίδες τους και να του φαίνουνται καλογραμμένες. Τόσο καιρό που είχα κάμει στη θάλασσα, δεν ήξερα πια τι γινότανε ο κόσμος. Θέλησα λοιπό να μάθω και γω τι τρέχει, να διω τουλάχιστο κανένα ελληνικό φύλλο.
Άρχισα τέλος να διαβάζω. Μα διες τι παράξενο πράμα! Δεν ξέρω να πω πώς το ’παθα κι αν ήτανε από το ταξίδι ή από τη νύστα. Δεν μπορούσα να ξεχάσω τα γαλλικά μου· δε μου βγαίνανε από το νου. Άμα διάβαζα μια λέξη γραμμένη ελληνικά, νόμιζα την ίδια στιγμή πως τη διάβαζα γαλλικά· ο τύπος ήταν ελληνικός, γαλλικά τα λόγια, το νόημα γαλλικό. Μου ερχόντανε όλα σα φράγκικα. Τι δυσάρεστη δουλειά! Θύμωνα μέσα μου κι ανυπομονούσα· αδύνατο, όπως κι αν το ’πιανα, να μη θυμηθώ τα γαλλικά μου· σα φάντασμα, σαν πεισματάρικο δαιμόνιο με κυνηγούσανε. Έλεγα· — «Μετάφραση βλέπω, ή τόντις τη γλώσσα μου διαβάζω; Φταίω γω ή φταίνε οι φημερίδες;» Τρομερό ζήτημα! Δεν τολμούσα, δεν μπορούσα να το λύσω! Όσο προχωρούσα, τόσο μ’ έπιανε πλήξη· χωρίς να το θέλω, χωρίς να το κάμω πίτηδες, τα μάτια μου ξεσκεπάζανε από κάτω από τα ελληνικά γράμματα φράση γαλλική, άλλη γλώσσα! Έμοιαζε σα να ήτανε τα γαλλικά φωλιασμένα μέσα στο χαρτί.
Θα σου έτυχε κάποτες να πάρεις ψιλό χαρτί, να το βάλεις απάνω σε καμιά ζουγραφιά ή σε κανένα γράμμα, για να σηκώσεις του γραμμάτου το γράψιμο ή τα χαρακώματα και την κάθε γραμμή της ζουγραφιάς, απαράλλαχτα όπως είναι. Τεντώνεις το χαρτί, το βαστάς δυνατά με το δάχτυλο για να μη φύγει, πιάνεις μια πέννα κι αντιγράφεις. Όσο αντιγράφεις, κάθε γραμμή που κάνει το κοντύλι σου, σκεπάζει τη γραμμή του πρωτότυπου. Φτάνει όμως λίγο να γλιστρήσει το χαρτί και φαίνεται. Και να μη γλιστρήσει, πάντα κάτι θα φανεί. Τ’ αντίγραφο που παίρνουμε δε θα κρύψει ποτές όλους διόλου τα παλιά τα ψηφιά ή τη ζουγραφιά· ή πιο ψιλό θα βγει το χαράκωμα το δικό μας ή πιο χοντρό. Να προσέξει κανείς, θα τα διει και τα δυο μαζί, το ένα απάνω στ’ άλλο. Έτσι το πάθαινα και γω· κατάντησα να τα βλέπω όλα διπλά. Αν απαντούσα, ας πούμε, τη φράση «ελάμβανε τον κόπον», την ίδια ώρα θυμόμουνε και το «il prenait la peine» Αφτό το «il prenait la peine» ξετρύπωνε ξαφνικά από κάτω από τα ελληνικά που προσπαθούσα να διαβάσω. Αν είναι τρόπος να σας το παραστήσω με τον τύπο, ήτανε απάνω κάτω σα να διάβαζα όπως σας το σημειώνω εδώ·
εΙλLάΡμRβΕαΝνΑεΙτΤόLνΑκΡόΕπΙοΝνΕ
Στην ίδια γραμμή έβλεπα δυο ψηφιά και πάντοτες τα γαλλικά ξεπερνούσανε τα ελληνικά, με τρόπο που φαινόντανε και καλύτερα. Κάμποσες φράσες διάβασα έτσι, φράγκικα όλο μαζί κι ελληνικά· σας τις αραδιάζω κοντά κοντά τη μια με την άλλη·
Αι δυνάμεις προτίθενται να ακολουθήσωσι το επόμενον πρόγραμμα προς λύσιν του βουλγαρικού ζητήματοςLes puissances se proposent de suivre le programme suivant pour la solution de la question bulgare.
Αι διακοπείσαι σχέσεις θα επαναληφθώσι.Les relations interrompues vont être reprises.
Συγκέντρωσεν εις εαυτόν άπασαν την προσοχήν των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.Il a concentré sur lui l’attention de tous les gouvernements de l’Europe.
Εν δεδομένη τινί στιγμή.Dans un moment donné.
Την ιδίαν αυτών ατομικότηταLeur propre individualité.
Επελόγησαν επί της διαφοράς του χαρακτήρος.Ils ont compté sur la difference de caractère
Αναλόγως των περιστάσεων.Selon les circonstances
Τάσις της εθνικότητοςTendance de la nationalite
Παρασκευάζει υπόμνημαIl prépare un mémoire.
Αι πανταχόθεν διαβιβαζόμεναι ειδήσεις.Les nouvelles qui se transmettent de toutes parts.
Η λύσις εγγίζει.La solution approche.
Σπουδαίον διάβημα προς λύσιν των περιπλοκών.Un pas décisif vers la solution des difficultés.
Η συνεννόησις των δυνάμεων.L’entente des puissances.
Δεν έχουσιν διάθεσινIls ne sont pas disposés.
Ν’ αποθέσει το καταπληκτικό ηθικόν κύρος της ροπαλοφορικής ετυμηγορίας.(Δε μεταφράζεται σε καμιά γλώσσα – μήτε στην καθαρέβουσα).
Άλλοι εισέρχονται εις αναλυτικωτέρας πληροφορίας.D’autres entrent dans de plus amples renseignements (?)
Εξανίσταται κατά των τοιούτων προσβλητικών μομφών.Il s’élève contre ces injurieuses accusations.
Ελάμβανε τον κόπον.Il prenait la peine.
Ενσάρκωσις της ιδέας οριστικής λύσεως του βουλγαρικού ζητήματος.Incarnation de l’idée d’une solution définitive de la question bulgare.
Πολιτική ατμοσφαίρα πεπληρωμένη ηλεκτρισμού.Atmosphère politique chargée d’ électricité.
Αποτέλεσμα του συντάγματος.Résultat de la constitution.
Αληθές στήριγμα του νέου ηγεμόνος.Véritable appui du nouveau souverain.
Μη μεμολυσμένος υπό φιλελευθέρων θεωριών.Point corrompu par les théories du libéralisme.
Υπό συνταγματικήν σχολήν διαπαιδαγωγηθείς.Élevé dans l’école du constitutionalisme.
Δύναται να παρουσιασθώσι γεγονότα υποχρεούντα…Il peut se présenter des faits nous obligeant a…
Ρήξις διπλωματικών σχέσεων.Rupture de relations diplomatiques.
Αι απειλαί βαίνουσιν έτι περαιτέρω.Les menaces vont encore plus loin.
Δύναται να υπολογίση τας συνεπείας.Il peut supputer les conséquences.
Επαρκώς απέδειξενIl a suffisamment démontré.
Θίγει χορδήν ευαίσθητον.
Il touche à une corde sensible.
Να παράσχη διασαφήσεις.Fournir des explications.
…όπερ δεν θα ήτο ιπποτικόν.… ce qui ne serait pas chevaleresque.

Αντίς γαλλικά κι ελληνικά, μου φαινότανε πάλε κάποτες πως διάβαζα ελληνικά και γερμανικά, σαν που τα βάζω τώρα·
Θεωρούμεν όχι ανάξιον του κόπου να ερευνήσωμεν εις τι έγκεινται αυταί αι δικαιολογίαι.Wir betrachten es nicht der Muhe unwerth zu untersuchen, worin diese Rechtfertigungen liegen.
Να ασκή σοβαρόν έλεγχον.Ernsten Tadel zu Üben.

Κάποτε πάλε δε φτάνανε τα γερμανικά ή τα γαλλικά, ξεχωριστά το καθένα· τα ’βλεπα μισό γερμανικά, μισό γαλλικά, μέσα στα ελληνικά, σα να είχε στο νου του ο συντάχτης, όταν έγραφε, και τις δυο γλώσσες·
Αρμονίαν θελήσεως παρ’ αυταίς ταις μεγάλαις δυνάμεσιν.
Uebereinstimmung des Willens selbst bei den grandes puissances.
Κέκτηται όλη την μόρφωσιν και την παίδευσιν ευ ηγμένου Ευρωπαίου.Il possède toute la Bildung et toute l’ instruction d’un wohl erzogenenEuropéen.

Κρίμας που δεν έμαθα παιδί τ’ αγγλικά! Είχα πάρει για δυστυχία μου μια δασκάλισσα, όταν ήμουνε πια παλληκάρι, κι αντίς να με σπουδάσει, μου έμαθε… κάλλια να μη σας το πω. Τώρα το μετάνιωνα. Θα μου ξεφύγανε πολλά απ’ όσα διάβαζα, που μόνο τ’ αγγλικά θα μου τα ξηγούσανε. Τι καλά ήτανε τουλάχιστο που ήξερα γαλλικά και γερμανικά! Α δεν τα ήξερα, δε θα μπορούσα να καταλάβω λέξη απ’ όσα γράφανε οι φημερίδες. Νόημα δε θα μπορούσα να βγάλω και του κάκου θα ’σπανα το κεφάλι μου. Άμα τα ’βαζα στο γαλλικό, αμέσως έβλεπα τι θα πει. Είχα διαβάσει τη φράση· — «Δεν ηδύνατο να αρθρώσει λέξιν.» Τι μπορούσε να σημαίνει τέτοιο πράμα; Γύρεβα, σκάλιζα στην αρχαία· αδύνατο να βρω τίποτα που να μοιάζει. Βέβαια πως ο Ξενοφώντας, αν ήτανε ποτές να «αρθρώσει λέξιν», θα ’μνησκε βουβός όλη του τη ζωή. Την ίδια δυσκολία είχα και με κάτι άλλες φράσες· — «Εν δεδομένη τινί στιγμή.» Ποιος, έλεγα μέσα μου, να δώσει τούτη τη στιγμή και ποιος να την πάρει; Ή και — «Η λύσις εγγίζει.» Άγγιξε, συλλογιόμουνε, κανέναν και τον πείραξε; Του κάκου θυμόμουνε τους αρχαίους πεζογράφους, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Θουκυδίδη! Δεν έβγαινε τίποτις. Αφτό το «εγγίζει» με βασάνιζε, και δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήθελε να πει «πλησιάζω.» Αν έγραφε την αρχαία, έλεγα, θα το ’βαζε «εγγύς» ή «πέλας ημίν έστι», κι αν το ’γραφε στη γλώσσα μας, έπρεπε να πει «κοντέβει.» Άμα ξεχνούσα την αρχαία και τη νέα, με τη γαλλική μετάφραση καταντούσε το νόημα πολύ έφκολο· «Il ne pouvait articuler une parole.» – «Dans un moment donné» «La solution aprroche» — Είναι κάτι συνηθισμένα και κακορίζικα γαλλικά, που τ’ ακούμε στο Παρίσι κάθε μέρα. Τα λέει κανείς, άμα δεν ξέρει τι να πει.
Κατάλαβα τότες πως έπρεπε να διαβάζω ανάποδα· αντίς πρώτα να τα διαβάζω ελληνικά, ήτανε πολύ πιο σωστό να τα λέω μέσα μου γαλλικά κι έπειτα να κοιτάζω τα τυπωμένα γράμματα. Και χωρίς να το θέλω, τόντις έτσι το ’παθα. Τώρα τα ’βλεπα πρώτα πρώτα όλα φράγκικα, σα να ήτανε τα φράγκικα πρωτότυπα·
N’est soumis à aucune restrictionΕις ουδέν α υπόκειται περιορισμόν.
A première vueΕκ πρώτης απόψεως.
Il s est vu forcéΕίδεν (!) εαυτόν ηναγκασμένον.
L usage éclairé et opportun de ce droitΗ πεφωτισμένη και επίκαιρος χρήσις του δικαιώματος τούτου.
L opinion publique s est élevée contre ce votre par ses manifestationsΗ κοινή γνώμη δια διαδηλώσεων ηξεγέρθη κατά της ψηφοφορίας ταύτης.
Il se trouvait dans son droit.Ευρίσκετο εν τω δικαίω αυτού.
L’opinion publique qui se forme d’ après la pleine conscience de la force, des besoins et de la situation générale du peuple et de la nation.Η κοινή γνώμη ήτις μορφούται εκ της πλήρους συναισθήσεως της δυνάμεως, των αναγκών και της εν γένει καταστάσεως του λαού και του έθνους.
Il a soulevé l’indignation universelle.Εξήγειρε την γενικήν αγανάκτησιν.
Cette question touché sérieusement aux intérêts nationaux et prives du people.Το ζήτημα τούτο σπουδαίως θίγει τα τε εθνικά και ιδιωτικά συμφέροντα του λαού.
L’opinion publique qui s’est vivement manifestée.Η ζωηρώς εκδηλωθείσα κοινή γνώμη.
Ces mesures devaient être prises.Τα μέτρα ταύτα έδει να ληφθώσι.
Cela dépasse vraiment les bornes permises!Υπερβαίνει αληθώς του επιτρεπομένου τα όρια!
Le phénomène caractéristique.Το φαινόμενον το οποίον χαρακτηρίζει.
Il les a tous surpassés par son ignominie!Υπερέβη πάντας κατά την αθλιότητα!
Elle a donné la dernière impulsion généreuse.Η δούσα την τελευταίαν γενναίαν ώθησιν.
Le 16 Mai.Η 7 Απριλίου.
La nuit des tempes et la poussière des bibliothèques.Ο ζόφος των αιώνων και ο κονιορτός των βιβλιοθηκών.
Il a eu le courage d’exposer.Έσχε το θάρρος να εκθέση.
Il est en situation.Είναι εις θέσιν.
Vous arriverez à la même conclusionΘα φθάσητε εις το αυτό συμπέρασμα.
De ceux qui ont la meilleure volonté d’apprendre.Την βελτίστην προς μάθησιν θέλησιν εχόντων.

Στο τέλος ήτανε κι αφτός ο λόγος που μου φάνηκε πολύ σωστός·
Nous apprécions sa connaissance de la langue grecque où il excella comme poète: c’est la une qualité des plus sérieuses, car on peut compter sur les doigts dans notre pays les personnes qui savant le grec. Εκτιμώμεν και την γνώσιν της ελληνίδος φωνής εν η και ως ποιητής διέπρεψε· θεωρούμεν δε τούτο σπουδαιότατον προσόν, διότι εν δακτύλοις μετρούνται οι παρ’ ημίν τοιούτοι.

Εκείνος ο κρότος που είχα ακούσει στην αρχή, όταν πήρα να διαβάσω τις φημερίδες, να που μεγάλωνε τώρα και γινότανε πιο δυνατός. Τρόμαξα μια στιγμή, γιατί στη μοναξιά αγριέβει κανείς ν’ ακούει θόρυβο και να μην ξέρει από που έρχεται. Και πάλε όμως δεν πολυπρόσεξα. Ήτανε ο νους μου βυθισμένος ακόμη σε τόσα και τόσα που διάβασα. Χαιρόμουνε που τα καταλάβαινα· μάλιστα με κολάκεβε που είχα βρει με τι τρόπο έπρεπε να τα καταλάβω. Όταν κανείς μελετήσει χρόνια κανένα φιλοσοφικό σύστημα, κι ύστερις από πολλούς κόπους και κάμποση σπουδή, τέλος μπει στο νόημα, ξανοίγει ο νους του. Έτσι και γω περηφανεβόμουνε που μοναχός μου είχα σταθεί άξιος να μαντέψω τη μεγάλη σοφία που φώτιζε τα ελληνικά μας φύλλα. Ναι, τώρα πρώτη φορά, ένοιωσα τι σύστημα έχουνε οι φημεριδογράφοι μας και μου φάνηκε το σύστημά τους χρήσιμο κι απλό. «Ξέχασε τα ελληνικά σου, τ’ αρχαία και τα νέα· κοίταξε μόνο να προσέχεις στο τυπικό τ’ αρχαίο. Άμα έμαθες πως η ονομαστική μούσα έχει γενική μούσης κι όχι μούσας, πως ο ενεστώτας ακούω κάνει αόριστο ήκουσα και παρακείμενο ακήκοα, παίρνεις αμέσως ξένες φημερίδες, τις μεταφράζεις μάνι μάνι. Έτσι ξεβγενίζεις τη γλώσσα. Δεν πειράζει να γράφεις φράγκικα, φτάνει να τα τυπώνεις ελληνικά. Με τέτοιο τρόπο, οι λέξες σου φαντάζουν ελληνικές· μέσα σου είσαι όλος φράγκος. Το τυπικό, μην τ’ αμελήσεις στη ζωή σου. Τα χάλασες όλα, α δεν πρόσεξες στο τυπικό!»
Και μη νομίζετε πως στα μπόσικα το πιάσανε οι δικοί μας μ’ αφτό τον τρόπο. Οι φημεριδογράφοι μας κουτοί δεν είναι· είναι μάλιστα φοβεροί διπλωμάτες. Γράφοντας γερμανικά, γαλλικά κι αγγλικά, καλοπιάνουνε την Εβρώπη· άμα διει η Εβρώπη πως ξέρουμε και γράφουμε τη γλώσσα της, δεν μπορεί παρά να μας αγαπήσει. Έτσι καμιά μέρα θα μας δώσει και την Πόλη. Για να μην κακοφανεί άξαφνα της Εβρώπης, που μας βλέπει ν’ αποφέβγουμε σαν τη ψώρα τις ξένες λέξες, και να λέμε πως η γλώσσα μας και το έθνος μαζί ξεπέφτουνε, άμα πούμε πόρτα αντίς θύρα, κατορθώσαμε τουλάχιστο, οι λέξες να μοιάζουν ελληνικές, το ύφος και το νόημα να είναι φράγκικα.
Έτσι, μιλώντας φράγκικα, μιλούμε την αρχαία. Και τι θέλει, τι γυρέβει όλο το έθνος; Ο καθένας «βαθμηδόν» να μοιάξει τον Περικλή. Θα το κατορθώσουμε λαμπρά με τις φημερίδες. Θ’ αναγκαστεί μάλιστα καμιά μέρα η Εβρώπη να το πιστέψει. Χαρά με περέχυνε που μας κατέβηκε τέτοια ιδέα. Μου αρέζανε κιόλας όσα διάβαζα· τι φρονήματα γενναία, τι μεγάλοι λογισμοί! Κάπου κάπου γράφανε και για τους Βουργάρους που είναι παιδιά, για τους Σλάβους που είναι σωρό βάρβαροι, για τους Έλληνες που είναι Έλληνες, για τη γλώσσα την αρχαία, που έρχουνται πίτηδες ξένοι σε μας να τη μάθουνε. Κάπου μάλιστα χτύπησε το μάτι μου κι αφτή τη φράση που πολύ κολακέφτηκα· «Αι από των ευκλεών προγόνων μας κληρονομηθείσαι πολιτικαί αρεταί…»
Όσο καλά, όσο φρόνιμα, όσο σωστά κι αν ήτανε τα λόγια που διάβαζα, πρέπει να το μολογήσω, είχα λίγη ζάλη· ήμουνε κουρασμένος από τη ζέστη και το πολύ το διάβασμα. Να το πούμε παστρικά, με πήρε ο ύπνος. Σαν ψιλό ψιλό συννεφάκι, σα λεφτούτσικη καταχνιά, ξαπλωνότανε ο ύπνος σιγά σιγά απάνω στα ματόφυλλά μου. Εκεί που πήγαινα να πιάσω άλλη μια φημερίδα, στάθηκε το χέρι μου κι έγυρα το κεφάλι. Κοιμόμουνε πια. Άμα σφάλιξα τα μάτια, τρόμαξα στον ύπνο μου μέσα. Άρχισα να τρέμω κι όμως πάντα κοιμόμουνε. Ο κρότος εκείνος ο προτερινός μεγάλωνε μεγάλωνε κι ακουγότανε πια τώρα σαν τη θάλασσα, όταν πάει φουρτούνα να ξεσπάσει. Είδα τι έτρεχε. Κατάλαβα την ταραχή, από πού και γιατί ήτανε. Τόντις παράξενο πράμα θωρούσα!
Μπροστά μου έβλεπα ξεδιπλωμένο το χάρτη της Εβρώπης. Δεν ήτανε κανένας μικρός χάρτης, σαν τους γεωγραφικούς πίνακες που κρέμουνται στους τοίχους, μέσα στα σκολειά. Μου φάνηκε μεγάλος σαν την Εβρώπη την ίδια. Ήτανε και κείνος χρωματισμένος σαν τους συνηθισμένους χάρτες. Ο κάθε τόπος είχε ξεχωριστό χρώμα και μπορούσες να διακρίνεις τον έναν από τον άλλο. Ήτανε ο καθένας ζουγραφισμένος πράσινα, κόκκινα, κίτρινα, μαβιά, άσπρα, μουντά ή ανοιχτά. Απάνω στο χάρτη στεκόντανε οι Εβρωπαίοι, όλοι με την αράδα, ο Γάλλος στη Γαλλία, στη Γερμανία ο Γερμανός, ο Ιταλός στην Ιταλία· ο καθένας χωριστά στον τόπο του, κι ο κάθε λαός φορούσε ρούχα ή πράσινα ή κόκκινα ή κίτρινα, κατά το χρώμα που είχε στο χάρτη η κάθε χώρα. Όλο μαζί, παράξενο το θέαμα και σαν αποκριάτικο.
Το περίεργο ήτανε που δεν έβλεπες μήτε σπίτι, μήτε δρόμο, μήτε τίποτα· οι αθρώποι μοναχά — κι ο χάρτης. Όλοι τους εμάς κοιτάζανε, μιλλιούνια μάτια κολλημένα στην Ελλάδα! Δεν ήτανε όμως όρθιοι· μα δεν μπορούσα να πω κιόλας πως ήτανε καθισμένοι. Στεκόντανε κει σαν καμπούρηδες, με σκυφτή ράχη, με το κεφάλι αψηλά· κάθε άθρωπος — και τους ξεχώριζες έναν ένανε — είχε τα δυο χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, σα να βαστιότανε για να μην πέσει κατακέφαλα και κάμει κουτρουβάλα. Το πιγούνι του καθενός πήγαινε ν’ αγγίξει τα ποδάρια του κι η ράχη τους γινότανε καμάρα. Το στόμα τους ήτανε ανοιχτό, ολωνώνε κι έχασκε φοβερά — σαν τρύπα μάβρη. Φέρνανε αηδία. Και γιατί, παρακαλώ, στεκόνταν έτσι; Γιατί ξεκαρδιζόντανε από τα γέλια. Κι ήταν ένα γέλιο δυνατό, άνοστο, χάχικο, πληχτικό γέλιο, ένα γέλιο σιχαμένο, που σε πιάνανε τα νέβρα και σου ερχότανε απελπισία να τ’ ακούς. Έκοφτε σαν ξουράφι. Μιλλιούνια και μιλλιούνια αθρώποι γελούσανε κι όλο γελούσανε και τελειωμό το γέλιο τους δεν είχε. Αχ! αναθεματισμένοι Εβρωπαίοι, μούγγριζα μέσα μου, τι έχετε και γελάτε με τέτοιο τρόπο; Γιατί μου παίρνετε τ’ αφτιά και μου κεντάτε την καρδιά με σουβλιές; Κόντεβα να κλάψω από τη σκάση. Όλοι τους με κοιτάζανε και κοιτάζανε το τραπέζι όπου καθόμουνε και τις φημερίδες που διάβαζα. Ήτανε η Εβρώπη μαζωμένη· φαντάζεσαι λοιπόν τι βοή, τι κρότο που τον έκανε το γέλιο τόσωνε αθρώπω. Άξαφνα σταθήκανε και καθαρά καθαρά— σα να τους άκουγα και τώρα — είπανε όλοι τους μαζί με μια φωνή που έμοιαζε να σφυρίζει·
«Απόγονοι του Περικλή, αφτά είναι τα ελληνικά σας;! Μ’ αφτά είναι που θα μας πιάσετε; Με την ψεφτοκαθαρέβουσα που μιλείτε, καλά την κουρελιάσατε τη γλώσσα του Περικλή! Αλήθεια καταντήσατε βάρβαροι, σαν που το λέτε κάποτες οι ίδιοι. Κάτω το κοντύλι! Πήρατε άσκημο δρόμο. Δεν έχει τόπο για σας μέσα στον πανάγιο, το σοβαρό ναό της εβρωπαϊκής επιστήμης.»
Και σαν ωκεανός φουρκισμένος, σα μάνητα τρικυμιάς, βροντούσε η φωνή τους κι όσα μέσα τους είχανε, τα βγάζανε όξω με μιας·
«Κάθεστε και μας λέτε πως δεν ξέρουμε τη γλώσσα σας, πως έχουμε κακή προφορά, πως θα μας τα μάθετε όλα. Μάς μάθατε μόνο τα γέλια. Φτάνουνε οι κωμωδίες· θαρρείτε πως γράφετε τάχατις ελληνικά; Όχι, βέβαια. Για να το καταλάβετε, εμείς πρέπει να σας το πούμε. Φραγκέψατε! Μιλήστε γλώσσα δική σας, για να σας ακούσει ο κόσμος.»
Καλό πράμα κανείς να ’χει πομονή — μα ως πού θα πάει; Εγώ να κατηγορώ τους δικούς μου, γίνεται· ίσως είναι και χρέος μου· αλλάζει η δουλειά, άμα τους κατηγορήσουνε άλλοι. Αφτό δεν το σηκώνω. Όταν περγελώ τον εαφτό μου, μ’ αρέσει μόνος μου να γελώ. Κόρωσα λοιπόν και γω τότες, ακούοντας τέτοια λόγια. Έγινα μέσα μου όλος θυμός κι από τη σκάση την περίσσια πήγαινα να πνιγώ. Θέλησα να τους αποκριθώ, μα χάθηκε η φωνή μου. Τι, τι να τους πω; Τι απάντηση να τους δώσω, που ήτανε τα λόγια τους αλήθεια; Τουλάχιστο να μην τους βλέπω μπροστά μου, να μην τους ακούω πια τους Εβρωπαίους! Φεβγιό, φεβγιό! Σηκώθηκα στη στιγμή και καταντροπιασμένος, ζεματισμένος γύρισα σπίτι.

Ι’ Αρνί και λιοντάρι

Είχα χρόνια να διω τον αδερφό μου το Γιάννη. Τόσο καιρό που έλειπα από την Πόλη, δεν ήξερα καλά καλά τι είχε γίνει. Ήτανε πάντοτες ο ίδιος! Τέτοιο γίγαντα δε θα διείτε στη ζωή σας· τουλάχιστο τρεις πήχες αψηλός και χοντρός σαν τον Κουλά. Όταν ανέβαινε τη σκάλα, έτρεμε το σπίτι. Κοντέβανε τα ντουβάρια να γκρεμίσουνε. Έπρεπε να σκύψει, ώσπου να γίνει μισός, για να περάσει από κάτω από την πόρτα. Στο δρόμο, όταν έβγαινε, έλεγες πύργος που περπατεί. Τον κοίταζες και θυμόσουνε τους στίχους του Ακρίτα·
Εκ τόπου δε κινούμενος βροντής ήχον ετέλει,
Ώστε δοκείν σαλεύεσθαι γην τε και πάντα δέντρα.
Το χέρι του ήτανε βράχος, κι άμα σου έπιανε το χέρι να το σφίξει, κόντεβε να σου το κάμει κομμάτια· ήτανε για να σου δείξει φιλία. Ποιος δε φοβότανε τη φωνή του; Τόσο δυνατή δεν ήτανε άλλη φωνή· ήξερε ο κόσμος πως μπορούσε ν’ ακουστεί από το Ταξίμι, ίσα με το Κατάστενο, ίσα με τη Μάβρη θάλασσα, ίσα με τη Ρουσσία — ίσα με την Εβρώπη! Άμα θύμωνε, ήτανε άξιος μοναχός του να ρίξει κάτω δέκα νομάτους. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε άλλος Ακρίτας, τρομερός σαν τον Ακρίτα, το λαμπρό μας το παλληκάρι. Ο Ακρίτας κουβέντιαζε μια μέρα με την αγαπητικιά του· ήτανε κι ο αφτοκράτορας μπροστά. Άξαφνα πετιέται μέσα από τα δάσητα ένας δράκος μεγάλος σαν το βουνό. Τρέχει ο δύστυχος ο αφτοκράτορας, τα χρειάζεται, πα να φύγει· κι ο Ακρίτας αμέσως πιάνει με τα δύο δάχτυλα το δράκο, τόνε σηκώνει, τον τινάζει ψόφιο κατά γης και λέει με γλυκό χαμογέλιο· «Δεν άξιζε τόσο φόβο, βασιλιά μου!»
Τέτοιος ήτανε κι ο αδερφός μου ο Γιάννης. Έφτανε να θυμώσει και τον έβλεπες θεριό. Όταν τον έπιανε ο θυμός— προτού ξεσπάσει — στεκότανε ήσυχος μια στιγμή, σαν καρφωμένος στο χώμα· λέξη δεν έλεγε, κούνημα δεν έκανε· στραβοκοίταζε μόνο, άγρια και λοξά σαν τον τάβρο. Με μιας αρχινούσε. Δεν ήτανε άθρωπος, διάβολος δεν ήτανε που να μπορέσει τότες να βαστάξει την ορμή του. Ο θυμός είναι πράμα δικό μας· είναι το μπαρούτι του Ρωμιού.
Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε θύμωνε συχνά. Ήτανε αρνί και λιοντάρι. Ποτές δε σου έλεγε λόγο να σε πειράξει. Κάποτες τον πείραζες εσύ και δε μιλούσε. Ο Ρωμιός, λέει, είναι περήφανος και σωπαίνει. Τα βαστούσε μέσα του, ώσπου καμιά μέρα να ξεχειλίσει, το ποτάμι. Μόνο, χωρατάδες πολλούς δεν αγαπούσε, γιατί είχε το φιλότιμό του, κι ό,τι του έλεγες, νόμιζε πως ήτανε τάχα για να τον περιπαίξεις, ή πως τα ’λεγες όλα με τα σωστά σου. Όλα τα ψιλολογούσε. Δεν έπρεπε άξαφνα να του πεις· — «Ο κόσμος είναι μπόσικος.» Αμέσως θαρρούσε πως απελπιζόσουνε κι ήθελες να πνιγείς — ή πως το ’λεγες για να του δώσεις να καταλάβει.
Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε καρδιά καλοσύνη γεμάτη. Και να τον πείραζες, ήτανε καλός να το ξεχάσει. Είχε και κάτι τρυφερότητες παιδιακήσιες, γιατί μικρός ήτανε τα χαδεμένο παιδί του σπιτιού. Τα βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, αν η γριά μας η παραμάνα δεν καθότανε πλάγι του στην καρέγλα, να του λέει, και κείνος να μισοσφαλνά τα μάτια. Για τούτο τον είχανε οι φίλοι του για φοβιτσιάρη, και το λέγανε πού και πού, να γελάσουνε. Εγώ όμως που τον ήξερα, καταλάβαινα τι έτρεχε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε αρνί και λιοντάρι. Είχε ψυχή τρυφερή και μαλακή σαν μπαμπάκι· τις παιδιακήσιες του τις συνήθειες, δεν ήθελε να τις αφήσει. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σωστός Ρωμιάς — βέρος Πολίτης. Μπορούσε να σηκώσει τον κόσμο στα ποδάρι, άνω κάτω να τον κάμει, μπορούσε πύργους να γκρεμίσει, και κάστρα να πάρει μοναχός του. Ωστόσο στρωνότανε ήσυχα ήσυχα στο ζεστό του το κρεβατάκι — ν’ ακούει παραμύθια.
Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Άμα του έδινες αφορμή, άμα ένοιωθε πως ήσουνε μαζί του και πως κάποιος τόνε βαστούσε από το χέρι, μπορούσε να γίνει φωτιά, να ξεχάσει και τον ύπνο. Τότες τον έβλεπες λιοντάρι· δεν ήτανε πια αρνί. Είχε μάλιστα μαζί μου αγάπη ξεχωριστή. Δάχτυλο δεν ήθελε να μ’ αγγίξει, δεν έπρεπε κανείς να μου πει λέξη· στραβοκοίταζε, ανάφτανε τα μάτια του — κι αμέσως γροθιά. Μαλώναμε κάπου κάπου — (για τη γλώσσα πάντοτες δε συφωνούσαμε) — μα ήξερε την αγάπη που του είχα, καταλάβαινε πως γύρεβα την προκοπή του, κι έτσι όταν τα είχαμε καλά, οι δυο μας μαζί μπορούσαμε κάτι να κάμουμε. Άμα τον είχα σύντροφο, τίποτις δε φοβόμουνε, όλα μου φαινόνταν έφκολα, μεγάλα πράματα μπορούσα να καταφέρω. Φτάνει να στεκότανε πλάγι μου· ασκέρια δεν έτρεμα τότες· μπορούσα και στον πόλεμο να βγω. Ο αδερφός μου ο Γιάννης πετούσε μια φωνή κι αφανιζόντανε τ’ ασκέρια, ορμούσε σαν το θεριό κι έκοφτε κεφάλια. Δεν άφηνε ζωή. Ήτανε το δεξί μου το χέρι. Έφτανε να του δώσω την αφορμή, να του πω πού έπρεπε να πάει· τη δουλειά την τέλειωνε τότες εκείνος.
Περάσαμε λαμπρά στην Πόλη οι δυο μας μαζί, σαν αδέρφια αγαπημένα. Τι γέλια που τα πετούσαμε, τι κουβέντες που τις κάναμε κάθε βράδυ! Τι φαγί που τρώγαμε, τι κρασί που το ρουφούσαμε μέρα και νύχτα. Ο αδερφός μου ο Γιάννης έπρεπε να φάει το πρωί δυο ψωμιά, το μεσημέρι τέσσερα, οχτώ το βράδυ. Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν ένα βόδι, τρία αρνάκια, δυο πρόβατα, πέντε όρνιθες, δέκα κουτόπουλα, δεκατέσσερις λαγούς, πενήντα πέρδικες, ογδόντα μπεκάτσες· πεντακόσιες συναγρίδες, παλαμίδες άλλες τόσες, καρίδες δυο χιλιάδες· πέντε πιάτα πιλάφι, μακαρόνια, μπεφ γαρνίτο, δαμαλάκι, χερομέρι, γλώσσες πρόβιες, κιοφτέδες, κεμπάπι, ροζμπίφ, κοτλέτες πανέ κι αλά μιλανέζα, μπιφτέκια, αβγά μάτια, ομελέτες, στιφάτο αλά βενετσιάνα, μπρεζέ βόδινο, γιουβαρλάκια αβγολέμονο, ψητά της κατσαρόλας, μυαλά με σάλτσα, νεφριά σωτέ, γιαχνί πατάτες, ρόστο πρόβιο με φακή, γκιουβέτσι, ρόστο τυλιχτό, φιλέτο γαρνίτο, κεφαλάκι μόσκου σος πικάντ, ατζέμ πιλάφι, ντολμάδες, μπούτι ρόστο, σκεμπέ, πουρέ, αμερικάνικο ραγού, κουνουπίδι γρατέν, μοσκάρι, συκώτια, λαδερά κι εντράδες ένα σωρό· ορεχτικά, χαβιάρι, ραδίκια, σαρδελίτσες, καβουρμά, σουτζουκάκια, κάπαρη· λακέρδα, μπαρμπούνια, σκουμπριά, κέφαλο βραστό, σκυλόψαρο, τσαγανούς, αστακούς, λουφάρια, λαβράκι, λάγκες σαλμί, χταποδάκια· στρίδια και μύδια κοσιπέντε ντουζίνες· χόρτα, μπιζέλια, μπάμιες, μελτζάνες, παντζάρια, μαρούλια, φασούλια, σέλινα, πατάτες, λάχανα, κολοκυθάκια, αμπελήσκια σαλάτα, φασούλια πλακί, πατάτες αλά δουκέσσα, σπανάκια· φρούτα και γλυκίσματα, χαλβά, κομπόστες, πάστες, καταΐφι, κομπόστα κυδώνι, απίδια, σταφύλια κάθε είδος, πεπόνια, καρπούζια, γαλατομπούρεκο, φρυγανιές με σιρόπι, χαλβά σεμιγδάλι, τυριά με ρόκα· έντεκα οκάδες αλάτι και πιπέρι, μια λίμνη ξύδι και λάδι, ένα πηγάδι νερό, κρασιά τη θάλασσα με τον άμμο. Στο τέλος ρουφούσε οχτακόσιους καφέδες και ρακιά δυόμισυ μιλλιούνια. Χόρταινες μόνο με την όρεξή του. Τέτοιο θεριό είχε ανάγκη να τρώει σα δράκος. Τα κατέβαζε όλα σαν ποτήρι νερό.
Ο αδερφός μου ο Γιάννης έτρωγε και μιλούσε και γελούσε. Μα τι γέλιο! Βροντή! Οι δούλοι που μας σερβιρίζανε — ήτανε καμιά κατοσταριά — πέφτανε κατά γης. Και δεν του χρειάζόντανε πολλά να γελάσει. Έφτανε μια λέξη να του πεις με κάποιο ύφος κι αρχινούσε. Μόνο να τη λέει ξεκαρδιζότανε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε κάτι φράσες δικές του και τις έλεγε κάπου κάπου, να χωρατέψει. Για κάθε πράμα που έκανε και ρωτούσες γιατί το ’κανε έτσι κι όχι αλλιώς — ή για κανένα τσιγάρο που άναφτε, ή για κανένα ρούχο που φορούσε, ή για τον τρόπο που έβαζε το καπέλο του — σου αποκρινότανε πάντοτες· — «Συνήθεια γάρ επεκράτησε παρ’ ημίν.» Άμα μ’ έβλεπε στο δρόμο με κανένα φίλο· — «Χαίρετον», μας φώναζε από δυο μίλια μακριά και γελούσε. Μ’ έκαμε να γνωρίσω όλους του τους συντρόφους, μαραγκούς, ράφτηδες, μπακάληδες, παπουτσήδες, καπνάδες, μπαρμπέρηδες, κρασάδες, χαμάληδες, μαστόρους, βαρκάρηδες, σομπατζήδες, λουστρατζήδες, μπαξεβάνηδες και καϊξήδες. Όσο μιλούσανε, τσίτωνα εγώ τ’ αφτιά μου, για να μη μου φύγει καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κι η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τα νοιώσανε ακόμα οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να τ’ αλλάξω.
Ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν ήτανε περήφανος· με τους μικρούς μικρός και με τους μεγάλους μεγάλος. Άμα έβλεπε κανέναν πρόστυχο, κανέναν ψωριάρη με τα κουρέλια, αμέσως του πετούσε κι ένα— «Δούλος σας ταπεινότατος», που δεν ήξερε ο άλλος σε ποια τρύπα να χωθεί. Πρόσταζε καφέδες, γλυκό, ρακί, ελιές κι ό,τι θέλεις, κάθε φορά που κανένας φτωχός ερχότανε κάτι να του ζητήσει· ο φτωχός πια έτρεμε μπροστά του. Έκανε το σπίτι άνω κάτω, να τον καλοδεχτεί, να μη δείξει άξαφνα πως τον καταφρονεί για τη φτώχεια. Και τεμενάδες, ένα σωρό! Καλό μάθημα για πολλούς από μας και μπορούμε να το σημειώσουμε.
Του άρεζε όμως και να παίζει. Έσερνε πάντοτες κατόπι του έναν καραγκιόζη δικό του, ένα χατζή με συμπάθειο, και τον είχε για παιχνίδι. Του έδινε τσάι, κρασί, ρούχα, παπούτσια, κάπου κάπου και κλωτσιές. «Μιαρέ!», φώναζε μ’ ένα έ σαράντα πήχες μακρύ· «μιαρέ-έ-έ-έ» και κρυβότανε ο χατζής. Παράσιτους έχουμε ακόμη και σήμερα· νταλκαβούκης, που λένε στην Πόλη, ήτανε κι ο χατζής. Ο χατζής άρπαζε τα ρούχα, άρπαζε και τις κλωτσιές. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, όταν είχε κέφι, του έλεγε· «Πρόσταξον, αυθέντα», με μια φωνή που βούλιαζε ο χατζής. Και μ’ αφτά γλέντιζε.
Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σοβαρός στη δουλειά και κανείς δεν τον περνούσε σ’ εμπόριο, αριθμητική, λογαριασμούς και λογάριθμους. Μα ήθελε κάπου κάπου και λίγη διασκέδαση. Πολύ προκομμένος δεν ήτανε και γράμματα πολλά δεν είχε μάθει· ήτανε από τους παλιούς, είχε όμως νου και κρίση, και δίχως να ξέρει πολλά, έκοφτε το κεφάλι του· πάντοτες έβρισκε το σωστό. Τους δασκάλους δεν τους αγαπούσε· τους βαριότανε και χολόσκανε· ήτανε του λαού. Κάποτες ερχόταν ένας δάσκαλος να του μιλήσει, και το κάτω κάτω να του χτυπήσει παράδες για καμιά συντρομή. Αράδιαζε ο δάσκαλος τα ελληνικά του· — «Του μπαμπά σου τη γλώσσα να μιλείς και μη με σκοτίζεις· εγώ τα τέτοια δεν τα θέλω.» Κι ο δάσκαλος τον άκουγε αμέσως. Τι να κάμει;
Ο αδερφός μου ο Γιάννης τίποτα ψέφτικο δεν είχε· όλα του φυσικά, ήτανε όπως τον έκαμε ο Θεός κι απ’ όξω τίποτα δεν είχε· δεν είχε τίποτα φτιαστό, τεχνητό. Ήτανε σαν το φρούτο, προτού γίνει ακόμη και το τσιμπήσουνε τα πουλιά· έχει όλο του το ζουμί και μια ξεχωριστή νοστιμάδα. Στην Εβρώπη κακομάθαμε. Όλος ο κόσμος είναι ένα· ο Πέτρος μοιάζει τον Πάβλο. Κλάδεψε ο ίδιος μπαξεβάνης τα κλαδιά, κι έρχουνται όλα ίσια ίσια. Δε βλέπεις το μέσα του καθενός. Εκεινού, η ψυχή του γυάλιζε σαν καθρέφτης, σαν κρύα βρύση. Πολλές φιλοσοφίες δε γύρεβε. Και δε φτάνει άραγες να ’χει κανείς καλό στομάχι και κρίση ορθή; Τι θέλουμε και τι ζητούμε παραπάνω;
Ο αδερφός μου ο Γιάννης τα ήθελε όλα μπόλικα και σφανταχτερά. Είχε τις παραξενιές του. Του άρεζε ή να τα ’χει όλα μεγάλα και καλά—ή κάλλια τίποτα να μην έχει. Μισά πράματα δεν τα χωρούσε ο νους του. Για να πάρει με καλό μάτι κανέναν ξένο, έπρεπε να του πούνε πως ήτανε ο πρώτος στον τόπο του· τους άλλους τους είχε για σκουπίδια. Για να σε πει πλούσιο, έπρεπε να ’χεις μιλλιούνια· αν είχες ένα και μισό, δε σε κοίταζε. Χοντρά τα πράματα και παστρικά. Ή τόντις να φανούμε κατιτίς ή να μην κάνουμε μισοδουλειές. Τώρα κατάλαβες γιατί δεν κατορθώνουμε τίποτα. Τι σωστός Ρωμιός που ήτανε, αλήθεια, ο αδερφός μου ο Γιάννης!
Ο αδερφός μου ο Γιάννης με πήγε σ’ όλους του τους φίλους. Γνώρισα και τον πρωτοψάλτη που του έδινε μαθήματα μουσική, γιατί ο αδερφός μου ο Γιάννης ήξερε να ψέλνει περίφημα, κι όταν καθότανε στην κάμερή του, αρχινούσε μοναχός του κι έψελνε ώρες. Έτσι είναι στην Πόλη. Με τα θρησκεφτικά περνά τουλάχιστο ο καιρός. Κάτι πρέπει να κάμει κανείς, κι άλλο από εκκλησιαστικά και θρησκεφτικά δεν έχουνε άδεια να συλλογιστούνε οι Πολίτες. Εκεί πάει όλη τους η ενέργεια.
Γνώρισα, εκείνο τον καιρό, και το δυστυχισμένο τον «Τελαμών.» Τον είχανε οι γονιοί του βαφτισμένο Κωστή· για να το ξεβγενίσει, έβγαλε μοναχός του όνομα Τελαμών. Ο δύστυχος! Ένα μόνο κατόρθωσε, που όλος ο κόσμος τον έκλινε· «τον Τελαμών, του Τελαμών.» Έκλαιγε ο Κωστής για την αμάθεια. Ίσαμε κει το πήγανε οι δασκάλοι· δεν ξέρουνε τους νόμους της γλώσσας μας και με τους ψεφτοκανόνες τους, με τις ελληνικούρες, μας φορτώσανε στη γλώσσα και μια κλίση που δεν κλίνεται. Μόνο που δε φταίει ο λαός· φταίνε κείνοι. Βαριόμουνε και γω τ’ όνομά του, γιατί και γω είμαι του λαού· δεν ήξερα πως να τον πω, Τέλαμον, Τελαμών ή τουλούμι. Σώπαινα λοιπόν κι απόφεβγα τη συντροφιά του.
Έμενα μου άρεζε ο Πλατανίσσης μέσα σ’ όλους τους φίλους του αδερφού μου του Γιάννη. Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά και ποτές στη ζωή μου δε γέλασα τόσο. Ο Πλατανίσσης ήτανε άλλο βουνό. Πώς να σας τον παραστήσω; Με τι να συγκρίνω τον Πλατανίσση, που να του μοιάζει; Με τι παλάτι, με τι κάστρο, με τι νησί; Βρείτε μου καμιά κατάλληλη σύγκριση για τον Πλατανίσση· πρέπει να τον πούμε νησί! Το νησί ταιριάζει καλά και βρήκαμε την εικόνα που θέλαμε. Ο Πλατανίσσης, ίσια ίσια, ήτανε όλο φάρδος και πάχος· ανάστημα πολύ δεν είχε, μα τι πλάτες, μα τι μέση, μα τι κεφάλι! Μυλόπετρα! Κι ο ίδιος πια καμάρωνε· Πλούσιος δεν ήτανε ο κακόμοιρος, μα τον έβλεπες πάντοτες χαρούμενο· δεν παραπονιότανε ποτές· του άρεζε η ζωή και του άρεζε μάλιστα ο τρόπος που ζούσε. Το κέφι του κοίταζε και τίποτις άλλο! Ό,τι είχε δικό του ο Πλατανίσσης, αμέσως έπρεπε να σου πει πως κανένας άλλος δεν το είχε. Κάθε ώρα, έβγαζε κατιτίς από τη φαρδιά του την τζέπη — η τσέπη του ήτανε πια μαγαζί! — ή κουτί σπίρτα ή σουγιά ή μολύβι ή κουμπί και μας το ’δειχνε· — «Διέστε το, δεν έχει τέτοιο κανένας!» Στα Ψωμμαθιά όπου κάτσαμε να φάμε, μας έβαλε δυο σκαμνιά, ένα πιάτο και λίγη μουστάρδα· — «Τέτοια μουστάρδα, παιδιά, μας λέει, κι η βασίλισσα της Ιγγιλτέρας δεν την τρώει.»
Δε σου αρέσει να καφκιέσαι, καλέ μου φίλε που με διαβάζεις; Όχι; Τότες δεν είσαι Ρωμιός και να πετάξεις το βιβλίο μου. Ποιος από μας δε διψά για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το λες. Όσα έχει ο Ρωμιός — κι ας μην έχει τίποτις — είναι καλά, και μόνο εκείνα καλά· τ’ άλλα δεν αξίζουνε. Ο Πλατανίσσης όμως έβρισκε κάπου να σου πει κι έναν έπαινο για τους άλλους. Έπιανε μάλιστα γλήγορα φιλία· το φίλο του σου τον ανέβαζε ίσα με τον ουρανό· — «Δεν ξέρεις τι παιδί! Διαμάντι!» Μα… ερχότανε και το μα. Το διαμάντι ξαναγινότανε κάρβουνο. Μαζί τα πηγαίναμε λαμπρά. Την πρώτη φορά που τον είδα, βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που μου φάνηκε πλάτανος. Πρι να μου πει τίποτα, του λέω· — «Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε φαντάζεσαι τη χαρά του. Πήγε να με φιλήσει κι από τότες αδερφωθήκαμε πια. Είπε όμως και κείνος μερικά για το μπαστούνι, γιατί όσο κι αν παινέσεις το Ρωμιό, ποτέ σου δεν τον παίνεσες όσο θέλει.
Τους έκανα χάζι και τους δυο μαζί. Όταν πιάνανε τις κουβέντες, τελειωμό δεν είχανε. Ο Πλατανίσσης έφτιανε κάτι φράσες δικές του· τα λόγια του ήτανε γεμάτα νοστιμάδες. Κάθε τόσο, σου έβγαζε κι ένα·— «Μας γίνεται λόγος!» Αφτό το «μας γίνεται λόγος» έπαιρνε κι έδινε όσο τον άκουγες. Άμα σου έλεγε τίποτα για κανένα μεγάλο ή σημαντικό πρόσωπο, συνήθιζε να λέει και το «κάποιος.» Όταν του ρωτούσανε τ’ όνομά  του ή όταν ο ίδιος σου μιλούσε για λόγου του, αμέσως σου πετούσε κι ένα· — «Κάποιος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος». Μάλιστα, γιατί του άρεζε να φαίνεται πως είναι κάτι, το ’κανε κιόλας· — «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος.» Αφτός όμως ο «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος», παίζοντας μια μέρα με τα μπαστούνι του, μοναχός του και δίχως βοήθεια, σκόρπισε σα μύγες δεκάξη ζαφτιέδες. Χαρά στο παλληκάρι!
Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του. Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του αδερφού μου του Γιάννη, γιατί και τον Πλατανίσση τον έβαζε κάτω. Τους γίγαντες τους σέβουνται και τα νησιά. Κατάλαβα μάλιστα πως δεν έπρεπε να πολυμιλώ για τον Πλατανίσση, δεν έπρεπε να τον πολυδοξάζω, μήτε να του κάνω χάδια· ο αδερφός μου ο Γιάννης το ’παιρνε ανάποδα· — «Γιατί τάχα τον Πλατανίσση, κι όχι εμένα;»
Για την ώρα, ήτανε όλο γαλήνη ο αδερφός μου ο Γιάννης. Διασκεδάζαμε με τους συντρόφους και κάναμε ένα γλέντι που δεν ήτανε άλλο. Με τα λόγια, με τους χωρατάδες, με τα γέλια περνούσε περίφημα ο καιρός — ήσυχα και πολίτικα. Με τον αδερφό μου το Γιάννη έφκολα καλοπερνούσες, αν ήξερες να τον πιάσεις· θύμωνε μόνο όταν έπρεπε να θυμώσει. Κι αφτό μπορεί κατόπι να το διούμε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε αρνί· ήτανε όμως και λιοντάρι.

ΙΑ’ Πατριαρχικά

Δεν μπορεί κανείς όλο να χωρατέβει. Τον αδερφό μου το Γιάννη ίσως τον ξαναδιούμε και πιο ύστερα. Τώρα όμως είχα άλλες δουλειές. Σηκώθηκα ένα πρωί να πάω στο Πατριαρχείο. Με καρδιοχτύπι πάτησα το χώμα του Φαναριού. Προσκυνούσα και τις πέτρες του δρόμου. Μου δείξανε την πόρτα όπου είχανε κρεμάσει τον Πατριάρχη. Μάλιστα μου είπανε πως αφού τον κρεμάσανε και βγήκε η ψυχή του, τον ξεκρεμάσανε και τονέ ρίξανε όξω στη θάλασσα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω κι ακόμη δεν το πιστέβω. Βέβαια δε μου λέγανε την αλήθεια και δε θα ήταν έτσι το ιστορικό. Τον πατριάρχη δεν τον ξεκρεμάσανε· τον έβλεπα πάντοτες απάνω στην πόρτα, σα να κρεμότανε ακόμα και τώρα, με το μάβρο τα ράσο και με τ’ άσπρα τα μαλλιά. Στο πρόσωπό του ήτανε γραμμένα όλα μας τα βάσανα, γραμμένες όλες μας οι δυστυχίες. Για να μη βλέπω πια τον πατριάρχη, πρέπει καμιά μέρα να διω στην ίδια θέση το Σουλτάνο.
Τρέμοντας και μ’ αλάλητο σέβας, ανέβηκα τις σκάλες, και μπήκα μέσα σ’ ένα μικρό καμαράκι. Εκεί μας δέχτηκε ο πατριάρχης. Ήσυχα κι αγάλια, με τρόπο γλυκό, με χαμηλή φωνή, με πολλή κρίση και καλοσύνη, μου μιλούσε ο Παναγιώτατος για τη θρησκεία, για το έθνος, για τους δικούς μου, και για μένα. Εγώ στεκόμουνε κει σα βουβός. Δεν μπορούσα ν’ ανοίξω το στόμα, δεν μπορούσα λέξη να βγάλω για να του απαντήσω. Φαντάζουμαι πως θα του φάνηκα σα χαμένος. Η αλήθεια είναι που η καρδιά μου πάλεβε κι έτρεμε, σα να την έσφιγγε κανένα χέρι δυνατά και σα να γύρεβε η καρδιά μου να γλυτώσει από το σφίξιμο το φοβερό. Προσπάθησα κάτι να πω, τα μπέρδεψα, προσκύνησα κι έφυγα.
Ας αφήσουμε τα παιχνίδια· εδώ πολλά λόγια δε χρειάζουνται. Θρήσκος με το παραπάνω δεν είμαι· Μα ποιος μπορεί να διει Πατριαρχείο και Πατριάρχη, δίχως να ταραχτεί; Τετρακόσια χρόνια στάθηκε αφτός ο μικρούτσικος τόπος — ένα ξύλινο σπίτι, ένα παλιόσπιτο — το μόνο μας καταφύγιο, η μόνη πατρίδα. Εδώ βαστιότανε το έθνος.
Ξέρω τι θα μου πείτε, γιατί εμείς αγαπούμε να τα ξεσκαλίζουμε όλα. Θα μου δείξετε πως όλοι οι πατριάρχηδες δεν ήτανε άγιοι· θα ξετάσετε την ιστορία τους· θα βρείτε μέσα λεκέδες σωρό. Ο ένας έγδερνε το λαό και του έβαζε άδικα φόρους· ο άλλος έπαιρνε χρήματα· ένας τρίτος δε ζούσε σαν καλόγερος που ήτανε. Αφήστε τα αφτά και δε με μέλει· δε θέλω να τ’ ακούσω, δε θέλω να τα ξέρω. Τους γνωρίζω τους λεκέδες· μα σφαλνώ τα μάτια και δεν τους βλέπω. Τι να τους διω; Αν τους αθρώπους τους θέλετε όλους αγγέλους, από τώρα λέω να σηκώσουμε την τέντα μας και να πάμε να τη στήσουμε στα σύννεφα. Μην κοιτάζουμε όλο τ’ άτομα· ας διούμε μια φορά και την ιδέα. Όταν πούμε τίποτα για το Φανάρι, ας έχουμε στο νου μας όχι τους πατριάρχηδες έναν ένανε, μα το Πατριαρχείο μοναχά. Το Πατριαρχείο τόντις κάτι σημαίνει.
Οι καλοί μας οι Πολίτες κάθε δυο χρόνια πρέπει να κάμουνε άλλο πατριάρχη. Άμα τον κάμουνε, τους βλέπεις και περπατούνε στους δρόμους με χαρούμενο πρόσωπο, σα να είχανε πρώτα κανένα βάρος στο στομάχι και τώρα το βγάλανε από πάνω τους. Τους ακούς να λένε· — «Καλά που τον ξεφορτωθήκαμε! Όλα τα ’φταιγε αφτός ο πατριάρχης! Όλα τα κακά τα είχε. Ο καινούριος ο πατριάρχης είναι φρόνιμος, άξιος άθρωπος— και με νου· όλα τα καλά τάχει. Τώρα θα πηγαίνουνε τα πράματα περίφημα.»
Οι καλοί μας οι Πολίτες έτσι μιλούνε — κάθε δυο χρόνια· για κάθε καινούριο πατριάρχη λένε τα ίδια. Πού είναι ο σιδερένιος διοργανισμός, πού τα γερά θεμέλια και πού το χέρι της Ρώμης τω Λατίνωνε, της Ρώμης που κατόρθωσε απάνω σε βασίλεια να βασιλέψει και την Εβρώπη να κυβερνήσει; Εμείς, τίποτις απ’ αφτά δεν ξέρουμε. Οι κοσμικοί κάνουνε και ξεκάνουνε τους παπάδες· οι ιδιώτες κυβερνούν Εκκλησία και Πατριάρχη. Έναν είδα μάλιστα να τα ψάλει, σαν που λένε, κι ενός δεσπότη. Ο καθένας ανακατώνεται στα θρησκευτικά, γιατί άλλη δουλειά δεν έχει. Το ξέρετε πως κι ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε μάθει την ψαλτική. Όταν τα συγκρίνεις τα δικά μας με τη Ρώμη, σου φαίνουνται κωμωδία. Κι ωστόσο ποιος ακόμη και σήμερα βαστιέται και μνήσκει αντίπαλος της Ρώμης; Ο πατριάρχης αφτός που αλλάζει κάθε δυο χρόνια. Ήρθε μια μέρα — είναι καιρός κι αιώνες — όπου ο πατριάρχης κι ο πάπας χωριστήκανε ο ένας από τον άλλο· έτσι το ’φερνε, όχι η θρησκεία, όχι το «Πιστεύω», όχι ένα «και», σαν που το νομίζει ο κόσμος· έτσι το ’φερνε η ιστορία και κάτι λόγοι της γεωγραφίας. Άμα μεγάλωσε η Δύση, έγινε ανάγκη να μην ακούσει κανένα και να μην έχει στο κεφάλι της αφέντη ξένο, τον αφτοκράτορα της Ανατολής, που κι ο πάπας έπρεπε να τον ακούσει. Ο Καρλομάγνος δεν ήθελε άλλο νοικοκύρη παρά τον Καρλομάγνο· οι άρχοντες της Δύσης είχανε την υλική εξουσία, θελήσανε όμως να ’χουνε και την πνεματική. Κι έτσι κάμανε το δικό τους τον Πατριάρχη, τον πάπα, ανεξάρτητο από το βασιλέα της νέας Ρώμης.
Ο πατριάρχης κι ο πάπας μοιραστήκανε τότες τον κόσμο. Πήρε ο ένας τη Δύση κι ο άλλος την Ανατολή. Σε λίγο καιρό, η ορθοδοξία έκαμε το Ρούσσο δικό της. Έτσι πιάνει τον τόπο της στην Εβρώπη, και σήμερις έχει κάποια σημασία και δύναμη. Τίποτα περισσότερο όμως δε θα κατορθώσει· εκεί θα σταθεί· άλλους από τους Ρούσσους δε θα κάμει δικούς της. Το κακό — ή το καλό — είναι που ο Ρωμιός δεν έχει μέσα του μεγάλη τρέλα για τα μυστήρια της θρησκείας και για την πίστη, δεν έχει την πυρκαγιά. Είναι θεολόγος καλός, θρήσκος καθαφτό δεν είναι· έχει εβλάβεια, η φωτιά όμως του λείπει. Η θρησκεία δεν του κόφτει την όρεξη, δεν του χαλνά τον ύπνο, δεν του ανάφτει τη φαντασία ή την καρδιά· κάθεται όλη μέσα στο νου του. Οι άγιες Τερέζες, οι Φραντζέσκοι της Ασίζας στα χώματα μας δε γεννιούνται. Ο Ρωμιός δε φροντίζει να καταπείσει τους άλλους, να τους κάμει ορθόδοξους· θρησκεία για το Ρωμιό άλλο τίποτα δε θα πει παρά πατρίδα — και την πατρίδα του δεν τη θέλει για τους άλλους· τη θέλει για λόγου του μόνο.
Για τούτο κι ο πατριάρχης δεν μπόρεσε ποτές να γίνει σαν τον πάπα, δυνατός και μεγάλος. Στο μεσαιώνα ήτανε από κάτω από τό βασιλιά· τονέ λέγανε πρόβληση αφτοκρατορική. Μια φορά μόνο μπόρεσε ν’ ακουστεί η φωνή του· πρώτο πρόσωπο δεν έγινε ποτές ο πατριάρχης στο Βυζάντιο. Το σύστημά μας έχει τα καλά του· δεν του λείπουνε όμως και τα κακά. Έχει μάλιστα για την ώρα ο πατριάρχης δύσκολη θέση. Ή το Ρούσσο πρέπει ν’ ακούσει ή τον Τούρκο. Κι ο ένας θυμώνει όταν ακούσει τον άλλονε. Κοντέβει πάλε να χωριστεί καμιά μέρα η Εκκλησία μας. Γλήγορα θα μας ξεφύγουνε οι Ρούσσοι. Πού ο Ρούσσος να το βαστάξει ποτές — ο Ρούσσος που θέλει να είναι παντοδύναμος στον τόπο του — πού να το βαστάξει, άλλος στα ξένα να ’χει πνεματική εξουσία μεγαλύτερη από τη δική του και να μπορεί να τον προστάζει; Ό,τι έγινε με τη Δύση, θα ξαναγίνει πάλε με τη Ρουσσία. Θα βρεθεί τότες κανένα καινούριο «και», καμιά δυσκολία για το «Πιστεύω». Πολλούς άκουσα ως και στο βασίλειο το ελληνικό να μου λένε· «Ο πατριάρχης είναι πατριάρχης τω ραγιάδω. Ας πα να βασιλέβει στην Πόλη, όχι σε μας. Τι γυρέβει στην Ελλάδα ή στη Ρουσσία, που είναι βασίλεια ανεξάρτητα;»
Αφτά τα λόγια θα μας βγάλουνε καμιά καινούρια ετεροδοξία. Δε θα το φταίξει η θρησκεία· έτσι πάλε θα το φέρει κανένας λόγος της ιστορίας, έτσι θα το θελήσει καμιά πολιτική ανάγκη. Όσο κάθουνται οι Τούρκοι στην Πόλη, όλα τα κακά θα τα πάθουμε. Κι οι δικοί μας πάλε, άλλο τόσο πολεμούνε τον πατριάρχη· ό,τι θέλουνε πρέπει να το κάμνει. Οι Ρούσσοι κι οι Ρωμιοί μαζί τού φιλούνε το χέρι, μα του έχουνε το χέρι δεμένο. Του το φίλησα και γω κι έλεγα μέσα μου· — «Πρέπει, πρέπει να γκρεμιστούνε οι Τούρκοι!»
Όπου πάω, ό,τι κάμω, ό,τι απαντήσω, παντού βλέπω, παντού βρίσκω τον Τούρκο. Φτάνει ν’ ανοίξω τα μάτια, φτάνει να γυρίσω να διω, κι όλα μου θυμίζουνε τη σκλαβιά. Πήγα στην Αγιά Σοφιά κι έπρεπε να φορέσω τούρκικα παπούτσια, για να μπω σ’ ορθόδοξη εκκλησιά. Πού να κοιτάξω να διω τα μεγαλεία της τέχνης; Τα παπούτσια που φορούσα μου καίγανε τις πατούνες και κάθε ώρα έβραζα μέσα μου· μου ερχότανε όλο να τα πετάξω στου πορτιέρη το μούτρο.
Πήγα στο Σελαμλίκι κι από μακριά που στεκόμουνε, είδα έναν αφανισμένο, άρρωστο και κατάχλωμο άθρωπο, που περνούσε βιαστικά· ήτανε ο Σουλτάνος. Είδα στρατιώτες, αξιωματικούς, στρατηγούς στην παράταξη κι έλεγα μέσα μου· — «Να κι η βαρβαριά που ροβολά.» Κι όσο τους έβλεπα, σήκωνα τα μάτια μου, για να διω τάχα α δεν πέσουνε ξαφνικά φλογερές αστραπές από τον ήσυχο, τον ολόφαιδρο ουρανό.
Πήγα με τον καλό μας τον Ω να σεργιανίσω τη Βλαχέρνα και τ’ αρχαίο το Βυζάντιο. Ο σοφός μας ο αρχαιολόγος μου έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι· — «Εδώ ήταν εκκλησιά και την κάμανε τζαμί· εδώ ήτανε παλάτι κι έγινε αχούρι. Το ξέρω, γιατί διάβασα την τούρκικη επιγραφή, απάνω στην πόρτα της εκκλησιάς, που το γράφει, και γιατί πέρασα τρεις φορές όλους τους Βυζαντινούς της Μπόννας.» Εγώ, όσο τον άκουγα, μ’ έπιανε φοβερή σταναχώρια. Με τρώγανε τα λόγια του σα σκουλήκι. Έβραζε το αίμα μου και θυμόμουνε την πρώτη νύχτα που είχα πλαγιάσει στην Πόλη· έσκανα. Έπρεπε κάπου να ξεσπάσω.

ΙΒ’ Καπιτάν μπουρντά γκελίορ

Αφότου ήμουνε στην Πόλη, δεν είχα πάει ακόμη στο Μπογάζι. Οι δασκάλοι το λένε Βόσπορο κι έχουνε άδικο οι δασκάλοι. Ο λαός Κατάστενο το ξέρει· κάπου κάπου μπορεί και Βόσφορο να σου το πει. Οι δασκάλοι θαρρούνε πως τα μάθανε όλα· δε μάθανε όμως ακόμη πως πρέπει κανείς να σέβεται τις δημοτικές ονομασίες κάθε τόπου. Η μάθησή τους δε φτάνει ίσα με την επιστήμη. Επιστήμη νομίζουνε όσα χωρεί το στενούτσικό τους το κεφαλάκι. Φωνάζουνε όλοι οι σοφοί του κόσμου, γράφουνε, πολεμούνε, παρακαλούνε να τους δώσουμε τους τύπους που συνηθίζει ο λαός. Τίποτις! Οι δασκάλοι μήτε τ’ ακούσανε. Οι σοφοί κι οι γλωσσολόγοι θυμώνουνε που δεν είμαστε άξιοι να καταλάβουμε τι γυρέβουνε από μας, κι οι δασκάλοι τι κάνουνε; Ίσια ίσια για να μην έχουνε οι Εβρωπαίοι κακή ιδέα για την Ελλάδα, κόφτουνε, κλαδέβουνε, ξεπαστρέβουνε, καθαρίζουνε τα γεωγραφικά ονόματα, τα συγυρίζουνε, τα φέρνουνε στο ελληνικό — και προσμένουνε ήσυχα να τους καμαρώσουμε στην Εβρώπη! Πως καταστρέφουνε την ιστορία με την ψεφτογραμματική τους, μήτε τους πέρασε από το νου. Τι θα κάμεις λοιπό με τέτοια… κεφάλια;
Εγώ λέω να μην κάμεις τίποτα και να σύρουμε το δρόμο μας, γιατί βαρέθηκα τους δασκάλους. Τους βαρέθηκες βέβαια και συ που με διαβάζεις. Όσο για το Βόσφορο, μ’ αρέσει Κατάστενο να το λέω· έτσι το συνήθιζε η γιανούλα και τούτο μου φτάνει. Μ’ αρέσει και Μπογάζι να τ’ ακούω· όσο είναι οι Τούρκοι στην Πόλη, μου φαίνεται καλό να ’χουμε κι αφτό τ’ όνομα — για να μην ξεχνούμε.
Ένα πρωί θέλησα λοιπό να σεργιανίσω το Μπογάζι και να διω κάτι φίλους στην εξοχή. Κατέβηκα στο γεφύρι, το βαπόρι σφύριζε, πήρα μπιλλιέττο, και μπήκα μέσα να πάω στο Μπουγιούγντερε. Μ’ αφτό τ’ όνομα οι καημένοι μας οι δασκάλοι τα μπερδέβουνε. Τις δοτικές τις σκορπίζουνε όπου μπορούνε· εν Ταταούλοις θα σου πούνε, εν Βλαχέρναις κι άλλες τέτοιες νοστιμάδες. Με το Μπουγιούγντερε αδύνατο να χώσουνε και μια κατάληξη αρχαία· τ’ όνομα τούτο δεν κλίνεται. Το Μπουγιούγντερε τους το κάνει πείσμα. Το Μπουγιούγντερε μοναχό του ρίχνει κάτω όλα τους τα σοφά τα συστήματα, τη γραμματική τους και τη γλώσσα τους. Ας κατεβάσουνε πενήντα χιλιάδες απαρεφάτους, μιλλιούνια πληθυντικές δοτικές· φτάνει το Μπουγιούγντερε να δείξει τη μυτίτσα του, να ξετρυπώσει ξαφνικά και να βγει στη μέση. Βλέπουμε αμέσως τι τρέχει, καταλαβαίνουμε πως ζούμε στα χίλια οχτακόσια τόσα κι όχι στης πρώτης ολυμπιάδας τον καιρό. Το λαμπρό τους το παλάτι γκρεμνά και πέφτει, και φαίνεται με μιας, από κάτω από τις πέτρες του παλατιού, το σημερνό μας, τ’ αληθινό μας το ρωμαίικο χώμα.
Πόσο τ’ αγαπώ αφτό το Μπουγιούγντερε! Δαιμονίζει τους δασκάλους. Να το κάμουνε άξαφνα Βαθυρρύαξ, κι οι ίδιοι δε θα καταλάβουνε τι λένε. Πρέπει να το πούνε Μπουγιούγντερε, έχει δεν έχει. Έπειτα, ας μας κόψουνε όσες ελληνικούρες έχουνε όρεξη. Δε μας μέλει πια! Για να χάσει το γάλα την κάτασπρη θωριά του, φτάνει να πέσει μέσα μια σταλιά καφές. Έτσι και με τη γλώσσα· άμα βάλεις μέσα έναν τύπο μόνο που δεν είναι αρχαίος, τέλειωσε! Δεν είναι πια η γλώσσα σου αρχαία· τίποτα δεν είναι. Του κάκου πολεμούνε οι δασκάλοι, του κάκου πασκίζουνε! Η γλώσσα τους μοιάζει με λίμνη· τη γεμίζουνε καθαρό νερό και την καμαρώνουνε οι ίδιοι. Για να θολώσει το νερό, άλλο δε χρειάζεται παρά να ρίξεις μέσα ένα μικρούτσικο Μπουγιούγντερε, ας είναι κι ένα άφαντο να. Με μιας χάνεται όλη η ψέφτικη ομορφιά της λίμνης κι η καθαρέβουσα λασπώνεται.
Οι δασκάλοι δε βλέπουνε και ποτές δε θα διούνε, πως για όποιονε τόντις ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνος τύπος να μην είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. Ένα εμπόδισε κάπου να βάλουνε, ένα έγινε να τους ξεφύγει, ένα ηξεύρω να πούνε, ένα τίποτε να γράψουνε, πάνε όλα! Μεγαλύτερο το κακό παρά αν ήτανε όλα βάρβαρα, σαν που τα λένε· αν ήτανε όλα βάρβαρα, θα φαινότανε τουλάχιστο μια σειρά, μια αλήθεια. Με τον τρόπο το δικό τους, φαίνεται η αρχαία τόντις βάρβαρη κι ανώμαλη. Ένα όνομα καινούριο, ένας δημοτικός τύπος, μια λέξη νέα χαλνά την αρχαία — κι αφανίζει όλες τις δοτικές.
Εγώ που δεν ξέρω δοτικές, δεν ντράπηκα να μπω στο βαπόρι και να πάω στο Μπουγιούγντερε. Ο καμαρότος, άμα μ’ είδε, μυρίστηκε ξένο. Αμέσως ήρθε να με χαιρετήσει, να μου δώσει την καλύτερη θέση του βαποριού. Ο καμαρότος ήτανε Αρμένης. Πού να μιλήσει ρωμαίικα, αφού οι Αρμένηδες και τη γλώσσα τους δε θέλουνε πια να μάθουνε, και λένε πως είναι Τούρκοι; Κατάλαβα όμως τι μ’ ήθελε. Δεν είχε και πολλά να μου πει. Μου έδειξε μόνο σε τι θέση έπρεπε να κάτσω. Με πήγε απάνω στο γεφυράκι με τα σίδερα όπου συνηθίζει ο καπετάνιος και στέκεται. Εκείνη την ώρα ο καπετάνιος — ένας Τούρκος — είχε δουλειά από τ’ άλλο το μέρος. Κάθησα το λοιπό με την ησυχία μου από την άλλη μεριά. Η καρέγλα μου βρισκότανε από πάνω από τα ταμπούρλα κι άκουα τις ρόδες που γυρίζανε. Έβλεπα δεξιά τον καπετάνιο που κοίταζε μπροστά του και πρόσταζε. Ο καμαρότος μου έφερε ένα σκαμνί για το πανωφόρι μου, ένα σκαμνί να ξαπλώσω τα ποδάρια μου, ένα σκαμνί να μου βάλει καφέ και λουκούμι. Του έδωσα μερικούς παράδες, και με γελαστό πρόσωπο, με ζαχαρένιο χαμογέλιο, στάθηκε μια στιγμή κι άπλωσε το χέρι, τάχα για να μου δώσει να καταλάβω πως θα βλέπω λαμπρά στη θέση όπου καθόμουνε και να μου δείξει τη θέα. Έκαμε δυο τρεις τεμενάδες κι έφυγε.
Ήτανε η θέα τόντις μοναδική. Όσο προχωρούσαμε, ξεσκέπαζε το Μπογάζι τις ομορφιές του. Όλο μου έδειχνε καινούρια μεγαλεία. Πιότερο από καθετίς άλλο μου αρέζανε τα νερά του· στα νερά πρόσεχα, στα νερά είχα το νου μου. Τη θάλασσα δεν μπορούσα να τη χορτάσω. Απορούσα με τ’ άπειρο το νερό. Νερό έχει το Μπογάζι όσο θέλεις. Τι καλό μέρος για να πνίξει κανείς όλα τα σκυλιά που κυλιούνται στα σοκάκια! Τα σκυλιά να τα φοβάστε· μην τα βλέπετε τώρα που σέρνουνται μισοκοιμισμένα στους δρόμους. Μάθαμε πως μπορούνε καμιά μέρα να λυσσιάξουνε, και τότες αλλοίμονο! Ο Παστέρ όσο άξιος κι αν είναι, ίσως δεν μπορέσει να μας γιατρέψει. Πάλε πιο ήσυχοι θα είμαστε, όταν τα ρίξουμε στο νερό. Εκείνο το νερό του Κατάστενου, δεν ξέρετε τι θάματα που τα κάνει. Έχει κάτι μέσα του εκείνο το νερό. Όλη αφτή η θάλασσα που λούζει την Πόλη έχει κρυμμένη βαθιά κάτω στον πάτο της μια μυστική δύναμη. Όποιος περάσει αφτή τη θάλασσα για να ’ρθει στην Πόλη, είναι χαμένος άθρωπος. Για να μη χαθεί κανείς, πρέπει να βρεθεί στην Πόλη, δίχως να ’χει περασμένη τη θάλασσα. Διέστε τόντις τι παράξενο πράμα!
Ο Βόσπορος, καθώς μπορεί ο καθένας να το μάθει από τη γεωγραφία του σκολειού, χωρίζει Ασία κι Εβρώπη, πάει να πει πως βρίσκεται ανάμεσα στην Ασία και στην Εβρώπη. Ωστόσο στην Πόλη κάθουνται Ασία κι Εβρώπη μαζί, η μια πλάγι στην άλλη· αφτό το περιστατικό οι χάρτες δεν το γράφουνε, μάλιστα οι χάρτες που δημοσιεύονται αδεία του Υπουργείου της Παιδείας. Ανεβαίνοντας δεξιά μεριά έβλεπα την Ανατολή, και να πω την αλήθεια, μ’ όσα είχα μάθει στο σκολειό, δεν μπορούσα καλά να διακρίνω πού ήτανε Ασία, και πού ήταν Εβρώπη. Δεξιά και ζερβιά έβλεπα τα ίδια. Είδα πολλά, μα ένα μ’ έκαμε ν’ απορήσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί στεκόντανε τόσα τζαμιά, τόσα παλάτια μισογκρεμισμένα, παραιτημένα, ολόρημα. Ο Τούρκος, άμα χτίσει σπίτι — κι άμα κάμει τίποτα — το βαριέται· είναι μαθημένος με τέντες κι άλλο δεν ξέρει. Οι Αγαρηνοί είναι νομάδες, ή σαν που λέμε, κατσιβέλοι. Ο Τούρκος ένα ένα σιχαίνεται τα σπίτια που κάνει, νοιώθει πως είναι περαστικά τ’ αγαθά του, κι άμα σιχαθεί ένα πράμα αμέσως τ’ αφήνει. Τ’ αφήνει και δε γυρίζει πια να το διει — σα να μην ήτανε ποτές δικό του. Δάχτυλο δε θα κουνήσει ή τοίχο να σιάξει, ή ταβάνι να διορθώσει, ή πέτρες να ξαναβάλει, όπου πέσουνε. Το χτίριο που κάμει δεν έμαθε να το διατηρεί· δεν το φροντίζει. Τι είναι τέτοια φροντίδα, μήτε το ξέρει. Κι από κει μπορείς να καταλάβεις τι θα πει βάρβαρος και τι θα πει πολιτισμένος.
Ο πασάς, εκεί που δεν πρέπει να μετρήσει τα χρήματα, έφκολα τα ξοδέβει. Μικρά έξοδα δεν μπορεί να κάμει· αγαπά μόνο τα μεγάλα. Ή θα βγάλει να δώσει πολλά, ή τίποτα δε θα δώσει. Ο πλούσιος που δεν έδωσε δυο γρόσια του ράφτη του για να του ράψει ένα κουμπί, δε θα μείνει πλούσιος όλη του τη ζωή. Μαζί του φτωχαίνει και το έθνος. Ο πασάς τέτοια φιλοσοφία δεν έμαθε. Φτάνει τέτοιο να ’ναι το κέφι του, κι αν έχει λίρες, αμέσως τις πετά. Άμα γίνει ανάγκη να λογαριάσει πόσοι παράδες χρειάζουνται για να ξαναβάλει μια πέτρα, να σιάξει ένα κανάτι, βαριέται τους λογαριασμούς. Δεν αξίζει, λέει. Το κεφάλι του δε ζαλίζεται με τέτοιες μικρολογίες. Όταν είναι να χαρεί τίποτα, πρέπει να το χαρεί αμέσως, αμέσως να γίνει το πράμα και με μιας. Δε βλέπει άλλο παρά το κέφι του, κι ό,τι του αρέσει, του αρέσει την ώρα που το θέλει· παρέκει δεν πάει ο νους του. Στην Αθήνα πάλε, κι ο μπακάλης που θα κάμει σπίτι, κάθε μέρα θα φροντίσει για το σπιτάκι του, θα το νοικοκερέψει, θα το ’χει έννοια, θα προσπαθήσει μάλιστα με κάθε τρόπο να βάλει δυο σκαλοπάτια μαρμαρένια, παντού να ρίξει σίδερα και πέτρα, για να γίνει, λέει, το σπίτι πιο γερό. Ο Ρωμιός όλα αιώνια τα θέλει.
Χαμογελώντας αντανακλούσε το Μπογάζι τα τούρκικα παλάτια, τα μισογκρεμισμένα τα τζαμιά. Γλήγορα γλήγορα πήγαινε το βαποράκι, σα να ’τρεχε στα κύματα μέσα. Η θάλασσα έχει κάτι που σε μαγέβει. Όταν κοιτάζει κανείς την πλώρη που με τόλμη σκίζει τα νερά για να περάσει, νομίζει τότες πως μπορεί άξαφνα κι ο ίδιος να κόψει δρόμο μεγάλο. Η φαντασία πετιέται και τρέχει με το βαπόρι· ο νους φουσκώνει τα πανιά του. Έτσι το ’παθα και γω. Θα πάμε και μεις ομπρός, έλεγα μέσα μου, ανοιχτά θα πάρουμε τη θάλασσα, θα τραβήξουμε μακριά μακριά, και καμιά μέρα σαν τον Κολόμπο θ’ ανακαλύψουμε μια νέα, μια περίφημη, ηλιοφώτιστη Αμερική. Αιώνια θα μείνουνε τα έργα και τ’ όνομά μας.

Στη στιγμή που μελετούσα τέτοια μεγαλεία, ξαναφάνηκε ο καμαρότος. Ήρθε κοντά μου και μου έδωσε να καταλάβω πως έπρεπε ν’ αλλάξω θέση. Ο καπετάνιος είχε τώρα δουλειά στο μέρος όπου καθόμουνε· έπρεπε να περάσει ζερβιά. Ο τόπος ήτανε στενός και δεν μπορούσαμε να μείνουμε κι οι δυο μαζί· ανάγκη ή ο ένας ή ο άλλος να φύγει. Ο καμαρότος, για να τον καταλάβω καλύτερα, μου το είπε μάλιστα τούρκικα· — «Να σηκωθείς, γιατί ο καπετάνιος έρχεται», λέει, «καπιτάν μπουρντά γκελίορ»
Με πολλή εβγένεια, πρέπει να το μολογήσω, και με τρόπο καλό μου είπε ο άθρωπος αφτά τα λόγια. Δεν ξέρω γιατί αφτές οι τρεις τούρκικες λέξες μου χτυπήσανε τόσο παράξενα στ’ αφτί. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ τον άκουγα και μου φώναζε. Ο καπετάνιος έρχεται. Τι παράδοξη φράση! Ο καπετάνιος ήτανε Τούρκος, ομορφάθρωπος, αψηλός· έμοιαζε σα να ήτανε όλο μαζί αφέντης σκληρός κι αντρειωμένο παλληκάρι. Μου φάνηκε πως στα μάτια του μέσα, στο πρόσωπό του έβλεπα με μιας όλη την Τουρκιά. Τέτοιος θα ήτανε, έλεγα μέσα μου, κι ο πρώτος ο Τούρκος που πάτησε αφτό το χώμα, ο πρώτος ο καταχτητής. Τέτοια λόγια θα είπε, όταν μπήκε στην Πόλη, όταν καταστράφηκε ο στρατός μας στον πόλεμο τον τρομερό, κι όταν έπεσε ο βασιλιάς μας. — «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ! Όξω, όξω, ραγιάδες, γκιαούρηδες, σκυλιά. Να φύγετε από μπροστά μου. Να τος που έρχεται, ο καπετάνιος! Ο καπετάνιος φτάνει!» Με το σπαθί στο χέρι, στ’ άλογό του καβαλάρης, ερχότανε ο Τούρκος, ερχότανε ο καπετάνιος — κι έπρεπε ο καθένας από το δρόμο του να φύγει.
Σα να καταλάβαινα πρώτη φορά όλη μας την ιστορία, σα να ζωντάνεβε μπροστά μου πρώτη φορά. Μου φάνηκε πως βλέπανε τα μάτια μου τώρα κανένα άγριο, φοβερό, ολέθριο πράμα, γεμάτο αίματα και σφαγές. «Σήκω, σήκω, χριστιανέ από κει που καθόσουνε ήσυχος και θάμαζες τη φύση με τις ομορφιές της, και φιλοσοφούσες, και κοίταζες το νερό κι έπαιρνε η φαντασία σου δρόμο. Σήκω· η Πόλη είναι δική μου. Όπου σε διω, όπου σε βρω, όπου φανείς, εσύ, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, όπου διω, όπου βρω, όπου φανεί τίποτα δικό σου — σπίτι, χρήματα, χωράφι ή παλάτι — όλα όλα πρέπει να μου τ’ αφήσεις. Το αίμα σου θέλω να πιω, και τη ζωή σου να ρουφήξω. Άμα σου ζητήσω αίμα και ζωή, θα μου δώσεις τη ζωή σου, και το αίμα σου θα μου το φέρεις. Από το στόμα σου λέξη να μη βγει. Δε χωρατέβω. Ξέρεις ποιος είμαι; Να το μάθεις. Ο αφέντης σου είμαι γω, ο βασιλιάς σου, η τρομάρα σου και το βάσανό σου. Σήκω, φύγε, γιατί έρχουμαι· σήκω, φύγε, γιατί φτάνω. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»
Τι δυσάρεστη, τι λυπητερή φαντασία που την έχω! Πάντα θέλει τα πράματα να τα μεγαλώνει· τον ποντικό τον κάνει γιανίτσαρο. Η φαντασία μου μου χάλασε όλο μου το κέφι. Μόλις έκατσα δυο ώρες στο Μπουγιούγντερε. Μόλις πρόφτασα να διω τους φίλους μου, να πάω στο σκολειό, ν’ ακούσω το δάσκαλο που γύρεβε να μάθει στα χωριατόπουλα τις εβγένειες της γλώσσας μας. Ήμουνε όλο συλλογισμένος, βαρεμένος· είχα μια τρομερή σταναχώρια. Αχ! που είσαι, Γιάννη μου, αδερφέ μου; Να σ’ είχα βοηθό! Να μπορούσαμε κι οι δυο μας μαζί να ξεφορτωθούμε τον Τούρκο, να τον κάμουμε να φύγει πια, να τον πετάξουμε στο νερό, να βγάλουμε από το λαιμό μας και καταχτητή και καπετάνιο. Ή τουλάχιστο με τις κουβέντες, με τα γέλια να ξεχάσω ο δύστυχος εκείνα τα λόγια! Και πάλε τ’ απόγεμα, στις τέσσερεις, ξαναπήρα τα βαπόρι. Μα δεν κοίταζα, δεν πρόσεχα τίποτα, μήτε Μπογάζι, μήτε θάλασσα, μήτε ουρανό. Πήγα να κλειδωθώ κάτω σε μια καμπίνα, όπου δεν ήτανε κανείς. Η ίδια φράση όλο μου έδερνε το νου, όλο μου έτρωγε το κεφάλι. Όλο έλεγα μέσα μου σιγά σιγά· «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

ΙΓ’ Τα Μνηματάκια

Κόντεβε να φτάσει τα βαπόρι. Ήτανε η ώρα που μισοφέγγουνε ακόμη τα βουνά και που αρχινούνε οι κοιλάδες να μαβρίζουνε. Η μέρα πήγαινε να σωθεί κι ο ήλιος έλεγε να βασιλέψει. Η ροδοσκότεινη βραδιά κατέβαινε λίγο λίγο από πάνω από τον ουρανό και προχωρούσε να μας ανταμώσει. Το Μπογάζι έμοιαζε λυπημένο. Οι γλάροι σαν παραπονεμένες ψυχές πετούσανε και ψέλνανε το μοιρολόγι τους. Ο ήλιος αποχαιρετούσε το Μπογάζι κι έσερνε λες απάνω στους λόφους τις στερνές του εκείνες τις αχτίδες, που φαίνουνται σα βαρεμένες, σαν κουρασμένες από τη λάψη και μελαχολικά φιλούνε τη γης.
Όταν αράξαμε στο γεφύρι, ήτανε νύχτα. Σαν της θάλασσας τα ρέματα που ανεβοκατεβαίνουνε, έτσι και στην καρδιά μου μέσα ανάμνησες παλιές, κύματα κι αναφόρια μού πολεμούσανε την ψυχή. Με το μέτωπο κατεβασμένο, μ’ αργοκούνητο ποδάρι, πήγαινα σιγά σιγά ανάμεσα στο λαό, μέσα στο πλήθος που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάσει. Και να πάλε, σαν πρώτα στο Παρίσι — τη νύχτα που σερνόμουνε τριγύρω στον τάφο του Ποιητή και που προσκυνούσα την τροπαιόφορη Καμάρα — να πάλε που πρόσμενα κάτι να γίνει, καμιά μεγάλη δουλειά να ξεσπάσει. Και να πάλε, καθώς στο Παρίσι, να που μ’ άρεζε να περπατώ μέσα στο λαό, ήσυχος κι άγνωστος εγώ. Η φαντασία μου αμέσως παίρνει δρόμο· στράφτει ο νους μου· στο κεφάλι μου μέσα σηκώνουνται φουρτούνες. Μάλιστα, άμα βρεθώ κοντά στους δικούς μας, μου έρχεται μια δύναμη ξεχωριστή· κάτι θέλω να φανώ, κάτι θέλω να τους είμαι. Δε συφωνούμε σ’ όλα, μα δε με μέλει! Ό,τι έχω μέσα μου, θα τους το πω, θα το βγάλω όξω, θα τους καταπείσω, θα τους πολεμήσω κι ας πιαστούμε, αν τύχει ανάγκη, χέρια με χέρια! Γίνουμαι σαν τον αρχαίο μας το γίγα, όταν άγγιζε τη γης. Τέτοιες ώρες πλατάνους ξεριζώνω.
Κι ωστόσο άλλα συλλογιόμουνε. Την πρώτη μου την αγάπη πήγε να θυμηθεί η βασανισμένη μου η ψυχή. Θυμόμουνε τα χρόνια τα παλιά που παίζαμε στην Πόλη μαζί. Με τη γλυκιά της, με τη χαδεμένη της τη φωνή μου έλεγε κι όλο μου ξανάλεγε· «Εγώ γυναίκα σου θα γίνω· εσένα θα πάρω κι άλλο άντρα δε θέλω.» Πόσο μ’ άρεζε να την ακούω· πόσο με κολακέβανε τα λόγια της παιδί!
Ύστερα την ξαναείδα, όταν έγινα δεκοχτώ χρονώ παλληκάρι, γεμάτος ελπίδες, έτοιμος να της το πω. Πόσα τραγούδια, πόσες μελωδίες ψιθύριζε η καρδιά μου! Τι ουράνια μουσική έπαιζε στο στήθος μου μέσα και το ’κανε όλο χαρά! Τι γλυκό πράμα μου φαινότανε η νιότη, χαρούμενη και λαφριά σαν το πουλί… Ένα βράδυ που είχαμε μείνει μονάχοι, βγήκαμε στο παράθυρο κι ακουμπήσαμε στο κάγκελο κι οι δυο μας. Με γλυκό μάτι μας κοίταζε το φεγγάρι, και τ’ αγαπημένο μου το ταίρι μου έπιασε το χέρι και μου είπε ήσυχα και σιγά· «Τι καλά έκαμες και γύρισες στην Πόλη! Όταν άκουσα πως θα μας έρθεις, χάρηκα που θα σε ξαναδιώ. Εσύ είσαι ο φίλος μου ο παλιός. Εσένα όλα σου τα λέω. Θέλω να μάθεις το κρυφό μου. Ο πατέρας μου θέλει να με παντρέψει. Κανείς ακόμη δεν το ξέρει. Μου λένε πως είναι πλούσιος· εμένα μ’ αρέσει, γιατί μοιάζει καλός. Δε θέλησα όμως να τον πάρω, χωρίς να σου το πω…»
Τέτοια συλλογιόμουνε, ανεβαίνοντας το Γαλατά. Έτσι είχα στο νου μου την πρώτη μου την αγάπη, τις χίλιες της νοστιμάδες και τις ομορφιές της. Κι όσο τη θυμόμουνε, κι όσο συλλογιόμουνε τα παλιά μας, τα παιδιακήσια μας τα παιχνίδια, τόσο πιότερο με τρέλαινε η αγάπη που της είχα· αν την έβλεπα μπροστά μου, ίσως πάλε θα την παρακαλούσα να μου πιάσει το χέρι σαν εκείνη τη βραδιά, να μου πει όσα μου έλεγε τότες — τουλάχιστο για να ξανακούσω τη φωνή της. Οι γυναίκες έχουνε φτερά και μ’ ένα τους λόγο ίσα με τον ουρανό σε σηκώνουνε· κι οι γυναίκες πάλε γίνουνται μολύβι, μολύβι βαρύ, και κάτω κάτω, στης θάλασσας τον πάτο, σε τραβούνε.
Αφτούς τους λογισμούς έστρεφα και ξανάστρεφα μέσα στο νου μου. Δεν είχα όρεξη άθρωπο να διω μήτε να μιλήσω με κανένα· όλο πήγαινα ομπρός. Γύρεβα μοναξιά κι ήτανε η ψυχή μου με τους πεθαμένους. Τι να συλλογιστώ παρά θάνατο και σκοτάδι; Μου φαινότανε πως ανοίγανε μπροστά μου όλα τα μνήματα που είχα διει στη ζωή μου. Βγαίνανε όξω οι πεθαμένοι φίλοι κι αργοκουνούσανε το χέρι. Η γλυκιά μου η μανούλα με κοίταζε με πόνο. Η πρώτη μου η αγάπη μ’ αποχαιρετούσε· κειτόντανε οι νιόνυφες ελπίδες τυλιμένες στο κιβούρι με τα χρυσά τους ρούχα. Πού τα νιάτα κι οι χαρές; Πού τα δέντρα όπου παίζαμε μαζί, πού οι σκάλες όπου τρέχαμε με τα γέλια; Πουλήσανε και το σπίτι όπου την αγάπησα παιδί. Το πουλήσανε και κείνο, γιατί χρειάστηκε ο Τούρκος παράδες. Άραγες και την αγάπη μου, και την καρδιά μου, που την είχα αφήσει μέσα στο σπίτι, με το σπίτι μαζί την πουλήσανε και κείνη; Σπίτι και καρδιά, όλα θα μας τα πάρουνε! Όπου γυρίσεις να διεις, πίσω ή μπροστά, παντού βλέπεις θάνατο και θλίψη. Η τύχη μας είναι βαριά· μας πικραίνουνε τα παλιά μας τα βάσανα, και σήμερα πάλε άλλο τριγύρω σου δε βλέπεις παρά βάσανα και χαμό.
Προχωρούσα, προχωρούσα χωρίς να ξέρω καλά καλά πού με πηγαίνανε τα ποδάρια μου. Δεν πρόσεχα πια και δε μ’ έμελε πού θα καταντήσω. Πάντοτες ομπρός! Από την κούραση τη μεγάλη, ένοιωθα μόνο πως ήτανε ανήφορος, γιατί ήτανε τα γόνατα μου κομμένα. Άξαφνα, σκούνταψα και κόντεψα να πέσω. Κόντεψα να πέσω μπρούμυτα. Είχα σκουντάψει σε μια πέτρα που στεκότανε ολόρθια και φορούσε στην άκρη σαρίκι, βαμμένο κόκκινα και πράσινα. Χωρίς να το καταλάβω είχα πάει ως το Σταβροδρόμι, και βρισκόμουνε ίσια ίσια στα Μνηματάκια.
Κάθησα μια στιγμή κατά γης, να πάρω την αναπνοή μου. Ήμουνε ανάμεσα στα τούρκικα μνήματα. Ήτανε πανώρια νύχτα. Ξαπλώθηκα λιγάκι χάμω κι από το λόφο που κειτόμουνε, τριγύρω μου οι τάφοι μού φαινόντανε πως κατεβαίνανε ίσα με τη θάλασσα κάτω, δίχως να κοπεί η σειρά τους. Ολόφωτο φεγγάρι περεχούσε τον Κετχανά. Η θάλασσα χαμογελούσε· φυσούσε αγέρι λιγοστό και σιγά σιγά κουνιόντανε τα κύματα, σα να ’παιζε το φεγγάρι με το νερό. Στο πλάγι μου, κάτι αψηλά κυπαρίσσια, σειούσανε την κορφή τους, σα να κάνανε πανηγύρι. Τα κυπαρίσσια μού μισοσκεπάζανε αντίκρυ την Πόλη· μπορούσα όμως να διακρίνω ζερβιά δυο μιναρέδες της Αγιά Σοφιάς· παρέκει, δεξιά, έβλεπα τοίχους παλιούς με βασιλικές καμάρες όλο πέτρα, κι αφτοκρατορικά παλάτια γκρεμισμένα.
Ένα σύννεφο μικρό, κάπου κάπου, σκέπαζε το φεγγάρι· όσο πήγαινε κι ερχότανε το συννεφάκι, τα σαρίκια ξαπλώνανε ή μαζώνανε τον ίσκιο τους· νόμιζες πως ήτανε χέρια και σαλέβανε· κονταίνανε και μεγαλώνανε κάθε ώρα. Πολύ πολύ δε μ’ αρέσει να κάθουμαι στα μνήματα μέσα. Δεν ξέρει κανείς τι μπορεί να του τύχει. Μπορεί μέσα στο σκοτάδι κανένας άξαφνα να σε τραβήξει, μια φωνή ν’ ακούσεις στ’ αφτί σου κοντά και να μην καταλάβεις από πού βγαίνει. Τότες σε πιάνει τρομάρα και δεν ξέρεις πια τι σου γίνεται.
Πίσω μου μου φάνηκε πως κάποιος περπατούσε και μετρούσε τα βήματά του, σαν το στρατιώτη που βιγλίζει κι ανεβοκατεβαίνει. Είχα τη ράχη γυρισμένη και δεν έβλεπα καλά. Μήπως ήτανε ο αδερφός μου ο Γιάννης που πρόσμενε να του φωνάξω; Δεν πρόσεχα πολύ, γιατί ο νους μου ήτανε αλλού. Λίγο παρέκει κι απάνω μεριά, στο δημόσιο κήπο, έπαιζε μια λωλή, μια διαβολεμένη μουσική. Τι είχανε οι μουσικάντηδες κι έμοιαζε άξαφνα σα να τους έπιασε τρέλα; Τι είχανε μέσα τους, που τους δαιμόνιζε με τέτοιο τρόπο; Είχαν έρωτα και φωτιά. Άκουγα τις νότες που πηδούσανε και χορέβαν ένα χορό τρομερό, κι η μια με την άλλη, ενωμένες, σα σφιχταγκαλιασμένες, γοργά γοργά στους ουρανούς πετούσανε. Τίποτα δεν ξέρω που να ξανοίγει, που ν’ ανάφτει την ψυχή σαν τη μουσική. Σου παίρνει νου και καρδιά, σε κάνει να γυρέβεις πράματα μεγάλα, να συλλογιέσαι αγάπη και δόξα. Με τρέλαινε αφτή η μελωδία· έμοιαζε σα να ’μπαινε στα σωθικά μου μέσα, για να διώξει λύπες και πίκρες, για να βγάλει όξω βάσανα και θλίψη, να μου πάρει τους πόνους και να πετάξει αψηλά αψηλά· — «Έλα, μου έλεγε, έλα μαζί μου. Στ’ άστρα τ’ ουρανού που τα χαδέβουνε τα φτερά μου και που γλυκαίνουνται με τη φωνή μου, έλα έλα και συ μαζί μου ν’ ανεβείς.»
Αλήθεια μου έδινε θάρρος η μουσική. Ένοιωθα μέσα μου πως γινόμουνε άξαφνα πιο γενναίος, πιο αντρειωμένος παρά ποτές. Κοίταζα αντίκρυ κατά την Πόλη, κοίταζα κατά τα μέρη της Αγιά Σοφιάς, όπου φαινόντανε τα τούρκικα τζαμιά και παρέκει τα μνήματα τω Σουλτάνωνε. Κοίταζα με μάτι αγριωμένο, φοβερό. Είχα την καρδιά γεμάτη πείσμα και μου ερχότανε όλο να φωνάξω· — «Εδώ είμαι· κανένα σας δε φοβούμαι. Χριστιανός Τούρκο δεν τρέμει.» Αστραπές οι ματιές μου, οι γροθιές μου σηκωμένες και γινόμουνε όλος μέσα μου θεριό.
Εκεί που κοίταζα κι έβραζε η καρδιά μου, άξαφνα βλέπω κάτω κάτω, μέσα στα βάθια της Πόλης, μια παράξενη ασπράδα. Με πήρε ανατριχίλα, σαν που σε παίρνει την ώρα όπου κανένα πράμα μεγάλο πα να γίνει. Η ασπράδα ερχότανε από κει που είναι η Αγιά Σοφιά, έβγαινε μέσα από του Μαχμούτη τον τουρμπέ κι άρχιζε να κουνιέται. Με το χόντρος της σκέπαζε όλη τη Μέση Οδό του Βυζάντιου. Πρώτα δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήτανε. Έμοιαζε σαν τεντωμένο κάτασπρο σεντόνι που πετούσε. Έπειτα είδα πως είχε μισοφέγγαρο μπροστά, σα να το φορούσε ίσια ίσια στο μέτωπο. Πήγαινε καβάλα σε μια πέτρα ολόμακρη, που είχε σαρίκι στην άκρη. Το φάντασμα μεγάλωνε, μεγάλωνε και προχωρούσε. Κατάλαβα πως εμένα γύρεβε, γιατί ερχότανε ίσια στον τόπο που καθόμουνε. Τώρα μάλιστα μπορούσα να διω πως βαστούσε στο χέρι σκυρτό τούρκικο σπαθί. Τα σπαθί γυάλιζε με το φεγγάρι.
Στάθηκα μια στιγμή, τρομασμένος. Σε τι περίεργη διάθεση βρισκότανε η ψυχή μου! Αντίθετες ιδέες με πολεμούσανε. Ήμουνε όλο μαζί γεμάτος όχτρητα, σεκλέτι, φόβο, μίσος, αγάπη, αθυμιά κι άπειρο θάρρος. Τα φάντασμα κόντεβε να με φτάσει — γιατί ήτανε τόντις φάντασμα. Φαινότανε τώρα και το πρόσωπο· είχε μάβρα γένια κι ολόχλωμο, κίτρινο το πετσί. Κάτασπρα ήτανε τα μάτια του. Έκαμε ένα σάλτο και βρέθηκε αμέσως πλάγι μου στο λόφο. Ήτανε ο Σουλτά Μαχμούτης. Στεκότανε από πάνω μου ολόρθιος, με το σπαθί στο χέρι. Εγώ ήμουνε πάντα ξαπλωμένος κατά γης· σήκωσα λιγάκι τα μάτια για να διω καλύτερα τα πρόσωπό του. Πρόσμενα τι θα μου πει.

ΙΔ’ Ο Μαχμούτης

Ο Σουλτά Μαχμούτης πολύ κέφι δεν είχε. Πιότερο έμοιαζε Μαχμούρης παρά Μαχμούτης. Αγριοκοίταζε και με θυμό είχε τα μάτια του απάνω μου στυλωμένα. Άρχισε τότες και μου έβγαλε λόγο — ένα λόγο που βάσταξε κάμποση ώρα, γιατί είχε φαίνεται πολλά να μου πει ο σουλτά Μαχμούτης. Ο βάρβαρος είναι μωρόλογος και δεν έμαθε να συμμαζέβει μήτε να συγκεντρώνει το νου του. Έλεγα μέσα μου και γω· — «Άμα πιάσει ο Τούρκος τις κουβέντες, θα πει πως δε θα παίξει το σπαθί. Ας διούμε τι μας θέλει και βλέπουμε.»
Σοβαρά, αραδιαστά και μάλιστα με κάποια βαρύτητα, μιλούσε ο σουλτά Μαχμούτης. Μα όσο κι αν ήθελε να το κρύψει, έτρεμε η φωνή του κι ο θυμός του άναφτε και μεγάλωνε με κάθε λέξη που έβγαζε από το στόμα του.
«Καιρός είναι να τα πούμε. Αφότου μας ήρθες στην Πόλη, σε γυρέβω να σου μιλήσω. Δε μου λες; Τι τρόπος είναι ο δικός σου; Τι φερσίματα είναι τούτα; Τον μπελά μου βρήκα μαζί σου. Πού τα ’μαθες αφτά που μας βγάζεις κάθε ώρα στη μέση; Παραπονιέσαι που δεν κοιμάσαι. Περπατείς στους δρόμους και φωνάζεις πως το αίμα σου βράζει. Μπαρούτι πνες και φωτιά… Μπαρούτι; Πρόσεξε καμιά μέρα να μη σε τινάξω γω στον αέρα… Λεφτεριά λες όλο πως θέλεις και πως δε μας θέλεις εμάς! Από την Εβρώπη μας τις έφερες αφτές σου τις ιδέες; Τι μιλείς για σκλαβιά; Σιχτίρ, σιχτίρ γκιαούρ! Μήπως ξέχασες, τσελεμπάκι μου, πως είσαι ραγιάς, πως είσαι σκυλί και τίποτις άλλο; Μήπως δεν το ξέρεις πως όλοι σας μαζί, όλη η γραικολογιά που σήμερα σηκώνει αψηλά τη μύτη, δεν είσαστε μια φορά κι έναν καιρό παρά σκυλιά που μας γλύφανε τα πόδια; Κάτι με κοιτάζεις; Ο αφέντης σου είμαι γω, η τρομάρα σου και το βάσανό σου. Τι κάθεσαι ήσυχα, τι χουζουρέβεις, και δε σηκώνεσαι, που σου μιλεί ο βασιλιάς της Ανατολής, ο αφτοκράτορας της Πόλης; Για διες καλύτερα τους «ομογενείς», τι αγάπη που μου έχουνε τώρα! Πάρε παράδειγμα και συ. Όλο με κολακέβουνε και με καλοπιάνουνε. Ο μεγαλύτερός τους φίλος έγινα σήμερα. Κάμε και συ σαν και κείνους. Φτάνουνε τα μπόσικα λόγια. Τίποτις απ’ αφτά δε βγαίνει. Έλα μαζί μου. Δε βλέπεις πως ξεχάσανε το παλιό το μίσος και την πρώτη σκλαβιά κι όλα τα δάκρυα; Γιατί τάχα δεν έρχεσαι σε μένα; Μήπως εσύ θυμάσαι και δε συχωρνάς; Τι; Δεν το ξέχασες άραγες ακόμη πως οι δικοί σου δεν μπορούσανε πρώτα στο δρόμο να βγούνε, α δεν τους έδινα την άδεια, πως οι μανάδες σας έπρεπε σα χανούμισσες να σκεπάζουνε το πρόσωπό τους, πως μια εκκλησιά δεν είχατε να πάτε, πως τους πλούσιους τους έσφαζα σαν τα πρόβατα, και πως τις χριστιανές σαν πατσαβαύρες τις πατούσα; Μήπως έχεις υποψία πως αν μπορούσα, θα ξανάκανα πάλε τα ίδια; Δεν κατάλαβες πως κανείς πια δεν τα θυμάται τα τέτοια; Σκλάβοι, σκλάβοι γεννηθήκατε στην Πόλη και θα πεθάνετε σκλάβοι!
Να σου πω το κάτω κάτω, δε με μέλει πολύ για τα λόγια σου. Ρίξε πέτρα στη θάλασσα, και πες μου αν μπορείς να μετρήσεις τι βάθος έχει. Έτσι και μαζί μου. Ποτέ σου δε θα καταλάβεις, κι αν πέτρες χιλιάδες ρίξεις μέσα, ως πού πάει το μίσος μου για σένα. Όχι! Δεν το λέω σωστά. Πού να σε μισήσω; Μήτε σε ψηφώ. Φαφλατάς και συ σαν τους άλλους. Βέρος Ρωμιός. Με τις φωνές και με τις ρητορικές δε θα κάμεις δουλειά. Αφτά ξέρετε σήμερα· μα τα λόγια δε φελούνε. Έτσι δε μας πιάνεις. Το λιοντάρι πολεμάς να φοβερίσεις;
Εμείς άλλα θέλουμε. Οι γονιοί σας ξέρανε την τέχνη. Ας ήσουνε και συ σαν το Μισέ Γιάννη! Να άθρωπος! Λόγια πολλά δε συνήθιζε· ωστόσο φτάνει να ζητούσε κατιτίς, κι αμέσως του το ’κανα. Τονέ λέγανε το μάτι της Χιος και το στόμα του βασιλιά. Μη σε μέλει! Όλοι οι Ρωμιοί δε φιλούσανε πόδι. Μια μέρα πήγε στου βεζίρη μου, θύμωσε για ένα λόγο που του είπε ο βεζίρης, και του πέταξε το φέσι του στο πρόσωπο. Τέτοιοι ήτανε κάποτες οι ραγιάδες, οι παλιοί. Μου άρεζε πολύ εκείνος ο άθρωπος. Του έδωσα τη Χιο, να την έχει· τόντις την είχε, γιατί δεν άφηνε, Τούρκος να πατήσει στη Χιο, αν πρώτα δεν του ζητούσε άδεια. «Γιατί μας σφάξατε και μας γδείρατε, έλεγε, γίνεται τάχα πάντα να μας σφάζετε και να μας γδέρνετε;» Τι να του πεις ενός αθρώπου, σα σου μιλεί σωστά; Για όσο βάρβαρους κι α μας έχεις, φτάνει να φερθείς με κρίση και με τρόπο· νοιώθουμε και μεις από δικαιοσύνη. Κάπου κάπου μου έφερνε πορτοκάλια, μαστίχα, λεμόνια σ’ ολόχρυσα πανέρια· ήξερε να μου πει κι ένα λόγο ζαχαρένιο, να με κολακέψει· — «Να σου, αφέντη μου, κι ένα λουλούδι του μπαξέ σου.» Ωστόσο τον μπαξέ, εκείνος τον είχε. Πιότερο καλό σας κάμανε οι τέτοιοι παρά οι σημερνοί σας διπλωμάτες. Όλο φρόντιζε για τους δικούς του κι όμως πάντα στάθηκε φίλος πιστός και μ’ αγαπούσε. Τον ερίφη! Πόσο τον αγαπούσα και γω! Όταν πέθανα, μόνος εκείνος ήρθε στο λείψανό μου. Ακόμη δεν το ξεχνώ. Όλοι τον είχανε πατέρα και προστάτη κι όταν έφτασε η ώρα του και κείνου, μείνανε οι Ρωμιοί αρφανεμένοι, σαν πρόβατα δίχως τσοπάνη.
Εσύ για μένα τι έκαμες; Μου ζήτησες ποτέ σου τίποτα; Μου γύρεψες τη Χιο; Ήρθες στο λείψανό μου; Πώς τολμάς τώρα και βγαίνεις στον τόπο μου μέσα, να με βρίζεις; Σιχτίρ σιχτίρ γκιαούρ! Πρόσεχε καλά. Ο Τούρκος είναι ήσυχος και δε σε πειράζει, όσο δεν του δίνεις αφορμή. Μα φτάνει να τον πειράξεις, και τότες φαίνεται τι είναι και τι τον έκαμε η φύση· άσπλαχνο θεριό. Μη νομίζεις πως για το χατίρι σου θ’ αλλάξω. Σιχτίρ σιχτίρ γκιαούρ! Πήγαινε στις επαρχίες να διεις αν μπορεί να κουνήσει ο ραγιάς. Εκεί θα μάθεις με τι σιδερένιο χέρι σας βαστώ. Εδώ είμαι αναγκασμένος να φέρνουμαι διαφορετικά· στην Πόλη φοβούμαι, γιατί με βλέπει η Εβρώπη. Μα μην πάρεις θάρρος. Και δω μπορώ καμιά ώρα ν’ αγριέψω. Ο Τούρκος είναι πάντοτες Τούρκος. Σου το λέω, να το ξέρεις. Έλα, όσο είναι καιρός, να γίνεις δικός μου· έλα να σου δώσω καμιά δουλειά στο παλάτι. Μπαίνεις υπάλληλος κι έπειτα κάθεσαι και μιλείς ήσυχα και σοφά για τις εβγένειες της γλώσσας, για τον Ξενοφώντα, σκορπίζεις δοτικές, κόφτεις όσα λόγια κόφτει η γλώσσα σου για την αναγέννηση της Ελλάδας, κι όλος ο κόσμος απορεί με τη ρητορική σου.
Δε θέλεις; Τότες βλέπεις ποιος είμαι. Μη νομίσεις πως προσμένω να πολιορκήσουνε την Πόλη ή να την πάρουνε, για να σας σφάξω όλους σας στα σοκάκια. Μη θαρρείς πως για να ξανακάμουμε κανένα γιουρούσι, πρέπει πρώτα ν’ ανάψει μέσα μας ο φανατισμός. Και τώρα σας ξεπαστρέβω. Ας ορίσουνε κατόπι οι Δυνάμες. Σιχτίρ σιχτίρ γκιαούρ! Ο Μαχμούτης είμαι γω. Δεν τους βλέπεις όλους αφτούς που κείτουνται γύρω γύρω στα μνήματά τους; Ένα λόγο φτάνει να πω, κι όλοι τους σηκώνουνται με μιας, όλοι τους αρπάζουνε το σπαθί, γιατί άλλο τίποτα δεν είστε για μας παρά ραγιάδες, γκιαούρηδες, σκυλιά και με μια κλωτσιά στο Σαράι Μπουρνού σας πετούμε.»
Τέτοια μου έλεγε ο Μαχμούτης· τρίζανε τα δόντια του, βροντούσε η φωνή του, κι όσο μιλούσε σαλέβανε σαλέβανε τα σαρίκια, άνοιγε το χώμα κι ένας ένας οι Τούρκοι βγαίνανε από τον τάφο τους και τριγυρίζανε τον καλίφη τους.
Τον κοίταξα καλά καλά μέσα στα κάτασπρά του μάτια, και πολλά λόγια δεν του είπα·
— «Τη Χιο δε σου τη ζήτησα, δε σου τη ζητώ, δε θα σου τη ζητήσω ποτές. Από σένα δεν την προσμένω. Μάθε το, Μαχμούτη, γιατί φαίνεται πως δεν το ξέρεις. Ο κόσμος είναι δικός μου. Μη ρωτάς τ’ όνομά μου· μη γυρέβεις να σου πω α με λένε Πέτρο, Γιάννη ή Θανάση. Τ’ όνομά μου; Θέλεις να σου το χτυπήσω στη μούρη και να στράψει στο μάγουλό σου σαν μπατσιά; Λεφτεριά, Λεφτεριά με λένε. Δεν είμαι ένας, είμαι Λαός. Δεν είμαι άθρωπος, είμαι ιδέα. Δεν είμαι Ρωμιός, είμαι Εβρώπη. Κόσμος είμαι. Να το ξέρεις· η Λεφτεριά σουλτάνους δε φοβάται. Ό,τι πει θα γίνει· όπου περάσει, θα χαθείς. Από παντού σα σκύλο θα σε διώξει. Μια πήχη γης σ’ όλη την οικουμένη δε θα βρεις να μπήξεις ένα παλούκι, για να βγει η ψυχή σου. Μεγαλύτερο από το δικό σου είναι το βασίλειο το δικό μου· είναι απέραντο σαν τον κόσμο κι οι πολίτες του αρίφνητοι σαν τ’ αστέρια. Τη δύναμή μου, μήτε στ’ όνειρό σου δεν την είδες, γιατί ως τώρα δε φοβήθηκα βασιλιάδες, με φοβηθήκανε κείνοι κι απορώ με την τόλμη σου και με το θυμό σου· ποιος είσαι συ και μου μιλάς με τόσο θάρρος; Από το δρόμο μου να φύγεις! Δεν το βλέπεις, σουλτά Μαχμούτη, πως είσαι σκιά, σκιά και τίποτις άλλο; Φτάνει να το θέλω, και σα σκόνη, σαν κουρέλι, σα σκουπίδι, μ’ ένα χτύπημα του χεριού μου, σε ξεπαστρέβω.»
Σηκώθηκα τότες, ήσυχος και φοβερός. Φύσηξα κι άρχισε ο Μαχμούτης να τρέμει σαν το ψάρι. Του κάκου προσπαθούσε, του κάκου πολεμούσανε οι δικοί του να με σπρώξουνε, ο ένας με το σπαθί, ο άλλος με το κοντάρι. Έπρεπε, έπρεπε όλοι τους να φύγουνε από μπρος μου· έτσι ήτανε στον ουρανό γραμμένο. Δε χωράτεβα πια. Από κοντά κοντά τους έπαιρνα τους Τούρκους, κι όσο εγώ προχωρούσα, τόσο τραβιόντανε πίσω οι καταραμένοι.
Άξαφνα ακούστηκε μια φωνή — τρομάρα! — σαν το θάνατο φοβερή. Ταράχτηκε η γης, σείστηκε ο κουλάς, κλονίστηκε η Εβρώπη. Άρχισα να τρέμω. Σαν το λιοντάρι που ξαφνικά προβάλλει στην άκρη του βουνού και κατεβαίνει, φάνηκε ο αδερφός μου ο Γιάννης απάνω στο λόφο. Στάθηκε μια στιγμή, και μ’ όλη του την ορμή τον είδα να κατεβεί, να πεταχτεί, να πέσει απάνω στα σκυλιά. Τρέχαμε κι οι δυο μας, εκείνος μπροστά, εγώ πίσω. Κατρακυλούσανε οι Τούρκοι ο ένας απάνω στον άλλο, με το Μαχμούτη μαζί. Ίσα με κάτω στο γιαλό τους σπρώχναμε, για να πνιγούνε στη θάλασσα μέσα. «Δρόμο, δρόμο», φώναζε δυνατά το λαμπρό μου το παλληκάρι· «Έρχεται και να τος! Τ’ αφεντικό σας φτάνει!» Έβραζε ο θυμός του· σειότανε το κορμί του σαν το δέντρο που άνεμος το περεχύνει· εμένα έδειχνε στους Τούρκους με φοβέρες, ένας όλεθρος η φωνή του· — «Δρόμο, δρόμο τα σκυλιά. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!».

ΙΕ’ Μάθημα

Με τους σουλτάνους δεν είναι φρόνιμο να μαλώνει κανείς, ας είναι και πεθαμένοι. Τέτοιοι καβγάδες έχουνε κάτι συνέπειες δυσάρεστες. Συλλογίστηκα πως θα ήτανε καλό να φύγω γλήγορα από την Πόλη. Έπειτα, να πούμε την αλήθεια, αφτοί οι καβγάδες δε φελούνε και πολύ. Σας είπα πως έσπρωξα το Σουλτάνο ίσα με κάτω στο γιαλό· καλά! Μα μπορούσα να τον πιάσω; Όχι βέβαια, αφού ήτανε σκιά. Και ποια είναι η δύναμη του Τούρκου; Ίσια ίσια που είναι σκιά. Γι’ ααφτό κι η Εβρώπη δεν τον πιάνει.
Για να μη με πιάσει και κείνος στα ξημερώματα, αποφάσισα να φύγω πρωί πρωί. Είχε βαπόρι την ίδια μέρα. Μπαρκαρίστηκα και τράβηξα για τη Χιο.
Η θάλασσα καλή· είχαμε και καλή συντροφιά. Στο ταξίδι κάνει κανείς γλήγορα φίλους· τέλειωσε το ταξίδι, τέλειωσε κι η φιλία. Απάντησα έναν ταξιδιώτη στο κατάστρωμα κι αρχίσαμε τις κουβέντες. Μου είπε πως ήτανε δάσκαλος, δε θυμούμαι πού· είχα όμως ξεχάσει όλους διόλου να του πω τι γύρεβα κι από που ερχόμουνε, και δε με ρώτησε ο ίδιος. Μιλούσαμε για το ένα και για τ’ άλλο, για το λαμπρό τον καιρό, για τα κύματα που είναι μαβιά και για τα σύννεφα που είναι άσπρα, κι ωστόσο κάπου μαβρίζουνε. Εκεί που μιλούσαμε, δεν ξέρω πια τώρα καλά καλά τι έλεγα, μα θυμούμαι πως πήγαινα ν’ αρχίσω μια φράση με τη λέξη· «Νόμισα…» — Με διακόφτει αμέσως ο δάσκαλος — το συνηθίζουνε κάποτες μαζί μου — και μου λέει· —«Ενόμισα.» — Αθώα κι απλά του κάνω γω· — «Και γιατί τάχα ενόμισα;» — «Διότι, μου απαντά, η αρχαία είναι ευγενεστέρα και δια του ε καθίσταται ευγενικότερος ο τύπος.»
Δεν ξέρω αν είδες ποτέ σου στους κάμπους μαραμένα λουλουδάκια να γέρνουνε το κεφαλάκι τους λυπημένα κατά γης; Στάσου να πέσει στη στεφάνη τους μέσα μια σταλαματιά νερό, και τα βλέπεις αμέσως χαρούμενα και γελαστά. Έτσι το ’παθα και γω· για το διψασμένο, για το κατάξερό μου το μυαλό, δροσιά τα λόγια του δασκάλου. Μου φάνηκε πως με μιας φωτιζότανε ο νους μου, πως τέλος των τελώνε το πότιζε η αλήθεια. Τώρα καταλάβαινα άξαφνα τι θα πει ορθή κρίση. Ζούσα σε σκοτάδι, και να που θωρούσα τον ήλιο πρώτη φορά. Τόσο μεγάλος, τόσο φρόνιμος μου ήρθε ο λόγος του δασκάλου, που κατέβηκα αμέσως να κλειδωθώ στο καμαράκι μου κάτω, για να μπορέσω πιο ήσυχα να μετρήσω, σαν το φιλάργερο, πόσους θησαβρούς είχα μαζώξει στο κεφάλι μου μέσα σε διάστημα μιας στιγμής, σε μια μόνη λέξη, σ’ ένα ε.
Θαρρούσα πρώτα πως όλη η εβγένεια του αθρώπου είναι μέσα στην ψυχή του· νόμιζα πως ένα πράμα, ό,τι όνομα κι αν του δώσεις, δεν αλλάζει τη φύση του. Έλεγα· — «Να μεθύσω με κρασί ή με οίνον, το ίδιο μεθώ. Κι αν πω μεθύω, μου φαίνεται πως πολύ δεν πρόκοψα.» Ο ποιητής, που θα κάμει στίχους, πρώτα θα κοιτάξει να διει αν είναι τόντις ποιητής· τότες βάζει ποίηση και στη γλώσσα που θα γράψει. Αν του έρχουνται πού και πού δυο ιδέες, αν έχει κεφάλι, καρδιά και λίγη τέχνη, ανάγκη καμιά δεν είναι να κάνει τον Κινέζο· θέλω να πω, δε θα πιστέψει στη ζωή του πως ένα ψόφιο πράμα — σαν το ψηφί — έχει μέσα του καμιά εβγένεια ξεχωριστή, καμιάν αξία δική του· το ψηφί, για να ζωντανέψει, πρέπει το πνέμα να φυσήξει και να του δώσει έννοια κι εβγένεια. Για να φανεί κανείς μεγάλος, δε θα προσέξει μόνο στους τύπους· θα ’χει το νου του και στο νόημα που βγαίνει από τα λόγια του. Ο Όμηρος, που μιλούσε χυδαία στην εποχή του, στάθηκε βέβαια μεγαλύτερος ποιητής από τους σημερνούς μας τους δασκάλους που γράφουνε την καθαρέβουσα. Έτσι θαρρούσα· μα βλέπω τώρα πως το σύστημά μου είναι κακορίζικο· το παραιτώ και πιάνω άλλο.
Ναι, δασκαλάκι μου, κατάλαβα και μη σε μέλει! Όλο σαν και σένα θα λέω. Με το σύστημα το δικό σου, όλα πιο σωστά μου έρχουνται σήμερα. Πού να το συλλογιστώ, πρι μου το πεις, πως ένα μικρούτσικο ε έχει τόση αξία; Τούτο το ε δε φαίνεται, κι όμως από ζώο που ήμουνε, άθρωπο με κάνει. Με ξεβγενίζει. Δεν το παρατηρούσα πρώτα κι έλεγα μέσα μου· — «Οι παλιοί μας οι προγόνοι βάζανε κει ένα ε· εμείς δεν το βάζουμε. Ας λέω λοιπό νόμισα, αφού δεν πάλιωσα ακόμη.» Εσύ τώρα μου έδειξες την τύφλα που είχα. Το ε τούτο, που το είχα για τίποτα, βγαίνει πριγκηπάτο. Με πλουτίζει· μου δίνει εβγένεια, τιμή, δόξα, μπορεί να μου φέρει και παράδες. Ποιος ξέρει; Καμιά ώρα, όταν το μάθουνε πως λέω «ενόμισα» κι όχι «νόμισα», αφτό το ε θα με κάμει να διοριστώ καθηγητής στο Παρίσι, αργότερα να γίνω της Ακαδημίας, άξαφνα και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Σήμερις ένοιωσα πρώτη φορά τι θα πει «αύξησις»· αφξάνει, μεγαλώνει τον άθρωπο. Οι γλωσσολόγοι σπάνουνε το κεφάλι τους για να καταλάβουνε τι νόημα είχε αφτό το ε και γιατί το καθίζανε οι Έλληνες στον παρατατικό και στον αόριστο, γιατί μόνο στην οριστική, και γιατί στην αρχή δεν το βάζανε κάποτες και διόλου. Εγώ τώρα ξέρω καλύτερα και βλέπω τη σημασία του ε. Οι Έλληνες ήτανε ξύπνοι αθρώποι· συνηθίσανε το ε οι μαργιόλοι, μόνο και μόνο για να δείξουν εβγένεια μεγαλύτερη. Η εβγένεια, τι θαρρείτε πως είναι; Είναι πάντοτες εκεί που πρέπει να βάζεις εκείνο που πρέπει. Και διες! Όχι μόνο στο «ενόμισα» χώσανε το ε, το βάλανε και στο «εμέ», χωρίς λόγο κανένα, γιατί και το «με» ήτανε αρχαίο κι έμοιαζε πως έφτανε κι έτσι. Οι Έλληνες ωστόσο, μοναχοί τους μέσα στους άλλους λαούς της εβρωπαικής φυλής, φτιάσαν ένα «εμέ.» Του κάκου βασανίζουνται οι καημένοι οι γλωσσολόγοι, για να βρούνε την αιτία αφτουνού του ε. Ποιος δε βλέπει τώρα την αιτία; Οι αρχαίοι κοιτάζανε πώς να δείξουνε στους ξένους την εβγένεια της ψυχής τους· όπου μπορούσανε το λοιπό, γλιστρούσανε κι ένα ε. Έτσι κάμανε και με την αντωνυμία, εμέ· αναγκαστήκανε να βάλουνε άδικα και παράλογα το ε ως και στην αιτιατική, αφού το είχε πια η ονομαστική εγώ. Έφτανε να κάμει λόγο ένας αρχαίος για τον εαφτό του και να πει εγώ ή εμέ· από το ε καταλάβαινε αμέσως ο ξένος πόσο τόντις εβγενής ήτανε ο αρχαίος.
Διέστε όμως πως το ένα φέρνει τ’ άλλο, πως μ’ ένα λόγο σωστό μπορεί κανείς να βάλει πράματα στο νου του που μήτε τα στοχαζότανε πρώτα. Έπιασε ποτέ σας κανένας να ξετάσει γιατί άξαφνα οι αρχαίοι είχανε τόσο κεφάλι, γράφανε τόσο καλά, κάνανε τέτοιους στίχους, και σου πετούσανε μια φαντασία, κάτι ιδέες που σήμερις ακόμα ο κόσμος απορεί; Γιατί βγήκε Πλάτωνας, Όμηρος, Σοφοκλής; Γιατί; Το ρωτάς; Γιατί μιλούσανε αρχαία. Άμα μιλήσεις αρχαία, όχι μόνο μιλείς καλά, μιλείς και μ’ εβγένεια. Κοίταξε τώρα τους δικούς μας και θα το καταλάβεις καλύτερα. Είναι πράμα γνωστό πως οι δασκάλοι δεν έχουνε μήτε φαντασία, μήτε ιδέες, μήτε νου, μήτε καρδιά, μήτε κεφάλι. Το μυαλό τους δε γέννησε ποτές μισή ιδεΐτσα. Τι είναι τέχνη, τι θα πει ποίηση ή φιλολογία, μήτε το ξέρουνε. Ωστόσο δε μου λες πώς το κατορθώσαμε κι έχουμε σήμερα τη μεγαλύτερη, την ωραιότερη φιλολογία της Εβρώπης; Γιατί μας δοξάζει ο κόσμος; Γιατί μας ζουλέψανε κι οι αρχαίοι; Για ποιο λόγο η Θεοδώρα του Κλέωνα Ραγκαβή ακούστηκε στο Παρίσι, μεταφράστηκε σ’ όλες τις γλώσσες, και κατάντησε σήμερα στην Εβρώπη πολύ πιο γνωστή από την Ιλιάδα; Γιατί τάχατις, σ’ ό,τι μελάνι κι α βουτήξει ο δάσκαλος την πέννα του, λες πως στάζουνε από την πέννα του χρυσές σταλαματιές; Το κατάλαβες γιατί; Γιατί γράφουμε την αρχαία!
Κι άφησε, φίλε μου, που γράφουμε την αρχαία· κάνουμε ακόμη και τις καινούριες μας τις λέξες να φαίνουνται σαν αρχαίες. Τώρα θα διεις τι συνέπειες μπορεί να ’χει το σύστημα του δασκάλου μου, πόσο πατριωτισμό είναι γεμάτο, πόση τιμή θα φέρει σ’ όλο το έθνος. Τι δουλειά θα πιάσεις με τα ξένα ονόματα, για να μη φαίνουνται ξένα; Τη χανούμισσα πώς θα την πεις; Τους μπέηδες πού θα τους βάλεις; Το βεζίρη πώς θα τον κλίνεις; Το κονάκι με τι τρόπο θα το σιάξεις; Μήπως θα γράψεις «οι χανούμισσες, ο μπέης, του βεζίρη, το κονάκι»; Ο θεός να φυλάξει! Αν το πεις έτσι, θα φανείς πρόστυχος, χυδαίος, βάρβαρος, ρωμιός. Πες το καλύτερα «αι χανούμισσαι, της χανουμίσσης, ο βέης, του βέου, οι βέοι, του βεζίρου, τοις βεζίραις, ίσως και βεζίρσι, το κονάκιον, τω κονακίω». Αμέσως γίνεσαι Περικλής.
Έχουμε κάτι άλλους λεκέδες στη νέα μας την ιστορία, που μπορούσαμε να τους ξεπλύνουμε με το σύστημα του δασκάλου. Κάτι ονόματα είναι τόντις ντροπή για το έθνος και για τον ελληνισμό. Γίνεται ένας άθρωπος να λέγεται Μπότσαρης; Γίνεται να λέμε Χατζηπέτρος, Μισολόγγι; Μπορεί ο Μαρκομπότσαρης να ήτανε ήρωας σαν το Λεωνίδα, μα δεν ένοιωθε διόλου από γλώσσα· με τέτοιο χυδαίο όνομα μας έκαμε να ντροπιαστούμε στην Εβρώπη. Αμέ ο Αντρούτσος! Τι άλλο κακό πάλε τούτο; Έχουμε άραγες στη γλώσσα μας τους βάρβαρους αφτούς τους φράγκικους φτόγγους και θ’ αρχίσουμε τώρα σαν τους Γάλλους να λέμε b d και g; Θα το καταδεχτούμε να μιλούμε με μπ και τσ; Μήπως θα κάμουμε μια γενική «Μπότσαρη», με την ελεεινή κατάληξη η; Μας ταιριάζει ένας Χατζής, εμάς που είμαστε γνήσια παιδιά του Θεμιστοκλή; Δόξα σοι, ω Θεός, που μπορούμε τουλάχιστο να λιγοστέψουμε το κακό. Δεν είναι πια δυνατό — και πολύ λυπούμαι— να ξεχάσουμε τέτοια ονόματα, να τα βγάλουμε από τη μέση. Μπορούμε όμως να λέμε «Μεσολόγγιον, Μεσολογγίου.» Και τι; Χρειάζεται άραγες να ’χουμε και σέβας για τέτοια κακορίζικα ονόματα; Ας κλίνουμε ο Βόσσαρις, του Βοσσάρεως· ας γράφουμε [Αζη]Πέτρος, μισοσκεπάζοντας τον Αζή. Τον Αντρούτσο, ας τον κάμουμε Ανδρούσσον. Έτσι δεν είναι πια ανάγκη να ντραπούμε για τον Μπότσαρη. Έχουμε μάλιστα στην καλή μας τη λογιωτατίστικη γλώσσα μια λέξη που δεν την έχει η χυδαία, και που ταιριάζει όλους διόλου για τέτοια δουλειά. Ιεροσυλία.
Καθαρέβουσα για ποιο λόγο λένε τη γλώσσα τους οι δασκάλοι; Γιατί όλα τα κάνει άσπρα σαν το χιόνι, καθαρά σαν το κρύο το νερό. Με την καθαρέβουσα λες ό,τι θέλεις, φτάνει να το πεις ελληνικά. Άμα ο τύπος είναι αρχαίος, βλέπεις κι έχουνε τα λόγια σου κάτι που αμέσως αρέσει· αμέσως φαντάζουνε. Οι πιο μπόσικες ιδέες σα διαμάντι γυαλίζουνε· τα πιο παρακατιανά φρονήματα, με την καθαρέβουσα, σου φαίνουνται μαργαριτάρια. Η καθαρέβουσα σου παστρέβει την ψυχή· σου την ξεπλένει· είναι σα να ’παιρνες καθάρσιο. Αφτή την αρχή μην την ξεχάσεις ποτές· για να κυβερνηθεί κανείς στη ζωή, για να προκόψει, πρέπει να ’χει μια βάση καλή. Καλύτερη μη γυρέβεις. Πρόσεχε στον τύπο· όλη η εβγένεια της ψυχής είναι στον τύπο μέσα. Μ’ αφτό το σύστημα μπορείς να πεις κακοήθειες· μπορείς να βρίσεις τον κόσμο δίχως ο κόσμος να θυμώσει, δίχως και συ να φανείς χυδαίος. Το δάσκαλο, αν τον πεις γαϊδούρι, θα πειραχτεί και θα ’χει δίκιο. Αν τον πεις όμως «όνον», τον κολακέβεις.
Τα πιο πρόστυχα πράματα, φτάνει να τα πεις στην αρχαία, και τους βγάζεις όλη τους την προστυχιά. Μπορεί στη γλώσσα που μιλείς — στου μπαμπά σου τη γλώσσα — να βρεθούνε κάτι πράματα που ντρέπεσαι να τα πεις με τ’ όνομά τους. Όσο για μένα, το μολογώ, δεν κατόρθωσα ποτές να μιλήσω για ένα κάποιο πολύ χρήσιμο στρογγυλό πραματάκι, που το βάζω κάθε νύχτα από κάτω από το κρεβάτι μου. Είναι μόνο και μόνο γιατί δεν ξέρω την αρχαία. Ένας δάσκαλος φίλος μου, που με φιλοξένησε σπίτι του μια βραδιά, με πολλή εβγένεια μου έδωσε να καταλάβω τι ήθελε να μου πει. Αφού με πήγε στην κάμερή μου, ήρθε πλάγι μου, με κοίταξε στο πρόσωπο και με πολύ σοβαρό ύφος μου είπε τέτοια λόγια· — «Εντιμότατε κύριε καθηγητά, υπό την κλίνην ευρεθήσεται το δυσώνυμον αγγείον, εν ω δύνασθε να ουρήσητε νύκτωρ»
Τι κάθουμαι και λέω; Η καθαρέβουσα μπορεί θάματα να καταφέρει. Τα πρόστυχα τ’ αντικείμενα, που είναι πρόστυχα φυσικά, μ’ ένα λόγο μπορείς να τα ξεβγενίσεις. Τη φύση τους αλλάζεις· γίνεσαι θεός· τα μεταμορφώνεις. Το γουρούνι, αν το πεις νέτα σκέτα γουρούνι, δεν ταιριάζει· αν το πεις χοίρος, από γουρούνι που ήτανε, αμέσως το κάνεις λιοντάρι· η λέξη ν’ αλλάξει, αλλάζει και το πράμα. Το κουρέλλι δεν είναι τρόπος να τ’ αφήσεις στη γλώσσα σου, γιατί βρωμά· πες το τουλάχιστο κουρέλλιον κι αμέσως μοσκοβολά· δεν είναι πια κουρέλλι, είναι κουρέλλιον. Τα μούσμουλα είναι κάτι φρούτα σάπια, ολόμαβρα, κι ο καθένας μπορεί ν’ αγοράσει. Εσύ μούσμουλα μην τα λες· βάφτισ’ τα μέσπιλα και βγαίνουνε ρόδα.
Ξεναντίας ένα πράμα, όσο ωραίο κι αν είναι, ξεπέφτει άμα του δώσεις τ’ αληθινό του τ’ όνομα. Το λιοντάρι, αν το πεις λιοντάρι, το κάνεις και μοιάζει κατσίκι. Το λουλούδι, αν τ’ αφήσεις λουλούδι και δεν το βγάλεις άνθος, χάνει όλη του τη μυρωδιά. Λεφτεριά να φωνάζεις, μου ξεσκίζεις τ’ αφτιά· πολύ πιο νόστιμο είναι, αγάλια και με τρόπο να ψιθυρίζεις· «ελευθερίαν». Είναι τώρα δυνατό να λες τη μητέρα σου μάνα ή νενέ; Τι σου έκαμε και τη βρίζεις; Λέγε της «μήτερ» και πάντα προσπάθιζε να ελληνίζεις.
Τώρα που το συλλογιούμαι, λυπούμαι τους καημένους τους Εβρωπαίους, Γάλλους, Ιταλούς, Γερμανούς και τους άλλους. Ελάτε να τους μάθουμε πώς πρέπει να φέρνουνται. Δε βλέπουνε οι δύστυχοι πόσο βάρβαροι, πόσο πρόστυχοι είναι. Για τούτο δεν το κατορθώσανε κιόλας να ’χουνε και μια φιλολογία, της αθρωπιάς. Μιλούνε τη γλώσσα του λαού και δεν το ’χουνε ντροπή. Ο λαός λέει padre· κάθεται ο Ιταλός και γράφει padre. Φωνάζει ο λαός κάθε ώρα liberté· να κι ο Γάλλος που τυπώνει liberté. Ωστόσο έφκολο τούς είναι να ξεβγενίζουνε τη γλώσσα τους. Τι τους κοστίζει; Ο Γάλλος δεν έχει παρά ν’ αλλάξει δυο γράμματα για να το κάμει libertas, που είναι αρχαίο. Ο Ιταλός φτάνει λιγάκι να το σιάξει, και γίνεται το padre pater ή τουλάχιστο pader.Ο Γερμανός πάλε δεν έχει παρά να βάλει ένα ο, ένα s και λέει Άrtzt-ος το γιατρό. Ποια είναι τάχα η δυσκολία; Ο καθένας θα τους καταλάβει, αν πούνε pader, libertas ή Αrtz-ος. Να τους μάθουμε το σύστημά μας, για να μην κυλιούνται στη λάσπη όπου κυλιούνται, να τους υψώσουμε το νου, να τους δείξουμε πως είναι πολύ πιο σωστό να γράφουνε και να λένε Chiffonium, Handschuhon, Asinos. Για τον κόπο, ίσως μας δώσουνε και μας καμιά μέρα, όχι ένα brevet du gouverment, μα κανένα βρεβέτιον του γοβερναμεντίου.
Όσο προχωρούσε το βαποράκι και κοντέβαμε να φτάσουμε στη Χιο, είχα στο νου μου τα λόγια του δασκάλου. Πόσο χαίρουμαι που μου έδωσε ο λογιότατος τέτοιο μάθημα! Τώρα βλέπω πως πήραμε καλύτερο δρόμο από τους Εβρωπαίους· μπήκαμε σε πιο αψηλή σειρά. Εγώ λέω μάλιστα να ξεπεράσουμε τους αρχαίους. Και γιατί τάχα θέλουμε μόνο τους αρχαίους τους τύπους και δε σκορπίζουμε τα ε και κει που δεν τα είχανε οι αρχαίοι; Το ξέρω βέβαια πως κι έτσι βάζουμε κάτω τους προγόνους, έχουμε και μείς ένα ε της εβγένειας, αφού στο μεσαίωνα αντίς «τοίος» λέγαμε συχνά «ετοίος», και σήμερα βγάλαμε ένα «εσύ» και κάπου ένα «ετούτος». Έτσι δείξαμε πως και μεις έχουμε κάποια εβγένεια δική μας· κάμαμε δυο τύπους καινούριους εκεί που οι αρχαίοι είχαν έναν τύπο μόνο με το παράλογο το ε, την αιτιατική εμέ. Μα μπορούμε να φανούμε πολύ πιο άξιοι. Το «ετούτος» και το «εσύ» τά ’φτιασε ο πρόστυχος λαός, ο ίδιος ο λαός που και πρώτα είχε φτιάσει το «εμέ». Εμείς οι γραμματισμένοι μπορούμε να ταιριάξουμε τύπους της φαντασίας μας. Φτάνει κανείς μια φορά στη ζωή του να καταλάβει με τι τρόπο πρέπει να φέρνεται στον κόσμο· ο καλός ο τρόπος για κάθε περίσταση θα του είναι χρήσιμος. Να διείτε τι αναγκαίο που μπορεί να μας έρθει καμιά μέρα το σύστημα του δασκάλου. Άβριο βγαίνω στο δρόμο, περνώ μπροστά από ένα μαγαζί, βλέπω μέσα διαμάντια, ρολόγια, πετράδια, μαργαριτάρια. Μπαίνω γλήγορα γλήγορα, αρπάζω τα διαμάντια και τρέχω. Τρέχει πίσω μου ο χρυσοχός και με πιάνει. Φωνάζει τον αστυνόμο κι ο αστυνόμος θέλει να με βάλει στη φυλακή. Με την καθαρέβουσα δε φοβούμαι τον αστυνόμο, γιατί του μιλώ αρχαία κι αμέσως βλέπει την εβγένεια της ψυχής μου. Άμα μ’ αρπάξει και μου πει· — «Εσύ είσαι ο κλέφτης;», τον κοιτάζω με περήφανο μάτι και για να καταλάβει τι άθρωπος είμαι, του λέω σοβαρά· — «Κύριε αστυνόμε, ουκ ενομίζω. Άπιθι εούν» κλωψ γάρ ειμί, ουχί δε κλέφτης.»

ΙΣΤ’ Πόνοι κι αναστεναγμοί

Μήπως είναι πουλάκι που κελαδεί στην καρδιά μου; Μήπως είναι τα φτερά του που τρέμουνε; Όχι! Είναι μόνο και μόνο που ο Χιώτης, πιστός, όπου κι αν πάει, ποτές δεν ξεχνά την πατρίδα και πάντα γλυκαίνεται σαν τη βλέπει. Από μακριά την είδαμε τη Χιο κι αμέσως, σαν τα σύννεφα με τον άνεμο, σκορπιστήκανε από το νου μου όλα τα λόγια του δασκάλου. Από μακριά την είδαμε τη Χιο, και μας φάνηκε στα κύματα μέσα σα χρυσολούλουδο του πελάγου. Από μακριά μυροβολούσε, ίσως για να μας χαιρετήσει. Την καημένη τη Χιο! Ποιος θα τη διει και δε θα λυπηθεί η ψυχή του; Ποιος θα πατήσει το χώμα της και δε θα κλάψει; Πόσα δεν έπαθε το δυστυχισμένο το νησί! Τι να τα λέμε; Έβγα στους δρόμους της όξω, ανέβα στα βουνά της και θα το καταλάβεις. Φτάνει να κοιτάξεις τους αθρώπους που είναι μέσα, και δίχως να μιλήσουνε θα σου το πούνε.
Όσο πήγαινε το βαπόρι, τόσο και κείνη προχωρούσε να μας ανταμώσει. Ερχότανε η Χιο με τα βουνά της, με τους κάμπους της, με τις παντοτινές της πρασινάδες. Ερχότανε κι όλο μυροβολούσε. Ο ήλιος κόντεβε να βασιλέψει· οι αχτίδες του ήτανε ακόμη σαν πλαγιασμένες απάνω στους λόφους και στις πεδιάδες· έλεγες και κοιμόντανε όλες. Κι ωστόσο σιγά σιγά παραπονιότανε η Χιο. Μέσα από τα λαγκάδια, από τους βράχους κι από τα λιβάδια, μέσα από τους κάμπους κι από τα βουνά, μαζί με τω δεντρώνε τις μυρωδιές και τ’ αρώματα τω λουλουδιώ, βγαίνανε κρυφοί, μυριάδες αναστεναγμοί. Τα λαγκάδια, οι βράχοι και τα λιβάδια, οι κάμποι και τα βουνά, οι πέτρες, το χώμα, τα λουλούδια, έμοιαζε πως είχανε φωνή κι όλο το δύστυχο το νησί αγάλια αγάλια μοιρολογούσε· — «Πότε, αχ! πότε θα φύγουνε οι Τούρτσοι;»
Αναστέναζε η Χιο κι άλλα νησιά της απαντούσανε. Κι η Κρήτη, κι η Μυτιλήνη, κι η Ρόδο, κι η Σάμο κι η θάλασσα όλη παραπονιόντανε θλιβερά. Η Χιο μοιρολογούσε πιότερο από τ’ άλλα τα νησιά· πιο χαμηλή, κάτι πιο ντροπαλή μου ερχότανε η φωνή της. Το ίδιο λέγανε όλα τα νησιά κι από τον πόνο πήγαινε η καρδιά μου να ραγίσει. Όλα ζητούσανε λεφτεριά. Έτριζε τα δόντια ο Κρητικός, θύμωνε το παλληκάρι στον πόνο του απάνω· — «Πότε θα τα διώξουμε τα σκυλιά;» Δεν ήτανε νησί που να μην κλαίει. Από τον τόσο καημό έμοιαζε κι η ατμοσφαίρα σαν πιο βαριά — σαν παραπονεμένη και κείνη.
Είχε γεμίσει ο ουρανός με τω νησιώ μας τους αναστεναγμούς. Μου φάνηκε πως τα παράπονά τους και τα κλάματα τα πικρά μισοσκεπάζανε τον ήλιο με το φως του· έμοιαζε σα να ήτανε ψιλός ψιλός αχνός που θόλωνε το γαλάζι. Κι ωστόσο δεν πήγαινε στον ουρανό η φωνή τους, δεν ανέβαινε στα ψηλά, μα σα συννεφάκι στεκότανε πρώτα πρώτα στον αέρα, κι έπειτα τραβούσανε οι αναστεναγμοί ίσια ίσια στην Ελλάδα, ίσια ίσια στην Εβρώπη. Λέγανε της Εβρώπης τα νησιά·— «Έλα! μη μας αφήσεις μονάχα στων Τουρκώνε τα χέρια. Λυπήσου τα ορφανά, τα έρημα τα παιδιά.» Λέγανε στην Ελλάδα τα νησιά· «Μη μας ξεχνάς! Παραίτα τις μακρινές, τις δύσκολες ελπίδες. Μην κυνηγάς την Πόλη. Τους Σλάβους μην τους κυνηγάς. Μην έχεις όλο στο νου σου μεγάλες ιδέες· ύστερα βλέπουμε. Έλα πρώτα σε μας· θα σου δώσουμε παλληκάρια να πολεμήσεις· θα σου δώσουμε φόρους για να πλουτίσεις. Με στρατιώτη και με παρά, ό,τι θέλεις κατορθώνεις.
«Μη μας καταφρονείς, μη λες· «Τα νησιά πάντα δικά μας.» Από μας πρέπει ν’ αρχίσεις. Διες μας και μας. Τι προσμένουμε; Λίγη βοήθεια να μας δώσεις. Κάτι μπορούμε και μεις, γιατί πάντα, αγαπημένη μητέρα, εσένα ποθούμε, η λατρεία μας είσαι συ. Τη σημαία σου να διούμε και μας κάνεις ό,τι θέλεις. Τι φοβάσαι την Εβρώπη; Τι θα πει; Μάνα μας δεν είσαι; Άμα πατήσεις αφτό το χώμα, ποιος θα σου πει να φύγεις; Έλα, έλα, γιατί μας βάραινε η σκλαβιά· στον κόρφο σου μέσα να μας πάρεις· τα παιδιά σου σ’ αποζητούνε. Την πατρίδα μας θέλουμε όλα, και δε θέλουμε τίποτις άλλο.»
Έτσι δερνόντανε τα νησιά, τέτοιες κουβέντες είχανε ανάμεσά τους και σα σωστά μου φανήκανε τα λόγια τους. Την πονεμένη τη Χιο λυπήθηκα πιότερο από τ’ άλλα. Η τύχη της είναι ξεχωριστή. Βάσανα από πάνω κι από κάτω. Μέσα της έχει φωτιά που την τρώει. Βαθιά βαθιά στη θάλασσα κρυμμένο καίει το καμίνι, και κει που τη βλέπεις χαρούμενη, στα σωθικά της θρέφει το χαλασμό της. Από κάτω είναι κούφιο το χώμα κι ως τον πάτο της γης όλο βράζει το καζάνι. Κάπου κάπου ξεσπάνει και κλονίζουνται τα βουνά, γκρεμνούνε τα σπίτια και σκοτώνουνε τους αθρώπους. Από πάνω άλλη φωτιά, άλλο καμίνι· ο Τούρκος κάθεται σαν πλάκα στο κεφάλι της απάνω. Ο Τούρκος ξεσπάνει κάπου κάπου και κείνος· τότες πέφτουνε τα κεφάλια. Αχ! πάλε κάλλια, παιδιά, ο σεισμός παρά το γιουρούσι. Κάλλια το καμίνι που βράζει από κάτω, παρά ο Τούρκος που από πάνω σας πατεί. Τη φωτιά τουλάχιστο δεν τη βλέπετε· τον Τούρκο τον έχετε μπροστά σας κάθε μέρα. Η φλόγα που καίει στ’ άντερα μέσα της Χιος σας πήρε μόνο το χώμα που ζείτε· ο Τούρκος σας έκλεψε τον ουρανό, σας σκεπάζει τον ήλιο που λάμπει για όλους, σας αρπάζει τον αέρα που ανασαίνουνε όλα τα στήθια· σας σκλάβωσε και την ψυχή. Μια λέξη να πείτε δυνατά, λέφτερα να κοιτάξετε τον ουρανό δε σας αφήνει. Ανάθεμάν τον κι ανάθεμάν τονε!
Είναι πούπετα νησί που να ’παθε τόσα· Ο Τούρκος αίμα δεν άφησε που να μην το χύσει. Όσους δεν έσφαξε, τους έκαμε δούλους. Πήρε παιδιά και μανάδες, πήρε κορίτσια. Πόσους άκουσα να μου τα λένε! Ποιος δεν τα θυμάται; Και να μη νομίζουμε πως αφτά γίνανε και δε γίνουνται πια. Δεν τελειώσανε τα βάσανα της Χιος. Με το σπαθί στο χέρι στέκεται ο Τούρκος από πάνω της και τη φοβερίζει. Ας πάμε στη Χιο να το διούμε. Μήτε οι σεισμοί δεν τρομάζουνε τον Τούρκο. Στο χαλασμό που έγινε είναι τώρα πέντε χρόνια, δεν ντράπηκε να σηκώσει φόρους. Πού να ξέρει ο Τούρκος τι έκαμε η Εβρώπη στα Μπερλίνο κι αν έκλεισε συθήκες ή όχι; Η Εβρώπη είναι μακριά και δεν τη φοβάται. Ή τον παρά σου θα δώσεις ή σου παίρνει τη ζωή σου. Διακόσιους στρατιώτες στείλανε απάνω στα βουνά, για να κάμουνε τι πράμα; Ένα χωριό να πολεμήσουνε και να σκοτώσουνε άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι πεινασμένοι, οι κουρελιασμένοι πρέπει τώρα διπλούς φόρους να πλερώσουνε και για ποια λόγο; Για να χτίσει στρατώνα η αφεντιά του, που με τους δικούς του παράδες δεν μπορεί μήτε στρατώνα να χτίσει.
Οι γέροντες στα χωριά, όσο κι αν πονεί η καρδιά τους, πρέπει να κλειδώνουνε τις πόρτες, άμα είναι να μαζώξουνε φόρους, για να μη βγει χωρικός στη δουλειά, δίχως να πλερώσει πρώτα το φόρο του. Άλλοι πάλε, που δεν έχουνε ψωμί να φάνε, προτιμούνε από το παράθυρο στο δρόμο να πέσουνε, κι ας σπάσουνε και το κεφάλι τους. Ένας ζητιάνος είπε μια μέρα πως φόρο να πλερώσει δεν έχει, πως όσο κι αν το θέλει δεν μπορεί. Ηρθε ένας ζαφτιές να τον πάει κάτω στη χώρα· πήγαινε μπροστά ο ζητιάνος και πίσω του ο ζαφτιές. Κάθε ώρα τον έσπρωχνε, του σκουντούσε τη μέση με το κοντάκι, τον έκαμε όλο αίμα και πληγή και του φώναζε· — «Ο αφέντης μου σε προστάζει να του δώσεις φόρο και συ τολμάς να του τον αρνηθείς! Εσύ βγήκες, ψωρογκιαούρη, να βρίσεις το βασιλιά μου και δεν ξέρεις πως όλοι οι βασιλιάδες της Εβρώπης τόσο τον τρέμουνε, που κανείς τους δεν τολμά να τον πειράξει.»
Οι δικοί μας στην Ελλάδα, τι κάνουνε, όσο μιλούνε οι ζαφτιέδες με τέτοιο τρόπο; Λογαριάζουνε πότε θα πάρουνε την Πόλη, μετρούνε πόσες δοτικές κατορθώνουνε κάθε μέρα να πούνε ή να γράψουνε, πόσες είπανε τη δεφτέρα και πόσες την τρίτη. Καθαρίζουνε τη γλώσσα. Ωστόσο κλαίνε τα νησιά, και δε βαστά η καρδιά σου να τ’ ακούς.
Φτάσαμε βράδυ στη Χιο κι έπεσα να πλαγιάσω. Στις τέσσερεις το πρωί ξύπνησα ξαφνικά. Μου φάνηκε πως κανένα ζώο τρομερό, κανένα θεριό μεγάλο πολεμούσε να σηκώσει το σπίτι, για να περάσει· η ράχη του έμοιαζε σα θάλασσα που φουσκώνει και που πέφτει. Ήτανε σεισμός. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, που σαν την κούνια πήγαινε κι ερχότανε, πρόσμενα να διω τι θα γίνει. Έλεγα μέσα μου· — «Θα πέσει το σπίτι; Σωθήκανε οι μέρες μας η κι άβριο πάλε θα διούμε τον ήλιο;» Το κρεβάτι στάθηκε και δεν πάθαμε τίποτα. Μα να πω την αλήθεια, όταν άρχισε ο σεισμός, πολύ ήσυχος δεν ήμουνε· είχα κάποια σταναχώρια. Το πρώτο κούνημα του κρεβατιού μού ήρθε σαν κάπως δυσάρεστο· το δέφτερο μου φάνηκε σαν πιο ποφερτό· στο τρίτο, κόντεβα να συνηθίσω. Μάλιστα, όταν τέλειωσε, πήγα να λυπηθώ. Έχει κι αφτός ο σεισμός τη φιλοσοφία του. Κάθε Ρωμιός πρέπει να ’ρθει μια νύχτα να πλαγιάσει στη Χιο. Τότες θα καταλάβει καλά ποια είναι η τύχη του Ρωμιού, όχι μόνο στη Χιο, παρά και στην Ελλάδα και στην Εβρώπη. Δε στεριώθηκε ακόμη κι όλο κουνιέται. Δεν ξέρει σήμερα τι μπορεί να γίνει άβριο και λέει μέσα του· — «Θα γκρεμίσουνε άξαφνα όλα ή θα χαρώ πάλε και το πρωί τον ήλιο της ζωής;»

ΙΖ’ Το Πυργί.

Καλύτερα παίρνει κανείς την αναπνοή του στα βουνά. Στη Χώρα είναι πάρα πολλοί Τούρκοι και μου έρχεται πλήξη να τους βλέπω. Σηκώθηκα το λοιπό να πάω να σεργιανίσω τη Χιο. Ένα πρωί, με το Σιορ Κωστή, κάτσαμε ο καθένας στο μουλάρι μας και σύραμε για τα μαστιχόχωρα. Ανεβαίναμε αψηλά αψηλά με τα ζα· κάποτες πάλε, κατεβαίναμε κάτω κάτω και πηγαίναμε κοντά κοντά στ’ ακρογιάλι. Κάθε φορά που πηγαίναμε κοντά κοντά στ’ ακρογιάλι, μου έλεγε ο Σιορ Κωστής· — «Συχνά θα τραβούσε με το μουλάρι του στο γιαλό, συχνά θα ’ρχότανε ο Όμηρος ν’ ακουμπήσει σ’ αφτό το βράχο που βλέπεις τώρα μπροστά σου. Εδώ θα ’γραψε την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας και κοιτάζοντας τη θάλασσα, θα ’λεγε μέσα του· «παρά θίνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης.» Αφτά τα κύματα που τ’ ακούμε και σήμερις ακόμη να δέρνουνε τ’ ακρογιάλι, θα το δέρνανε και τότες. Τ’ άκουγε λοιπόν ο θείος Όμηρος και στιχουργούσε.»
Του αποκρινόμουνε γω πάλε· — «Σιορ Κωστή, ο Όμηρος δεν έγραφε, γιατί δεν ήξερε να γράφει. Στον καιρό του αρφάβητο δεν είχε ακόμη. Δεν μπορούσε λοιπό να δώσει αριθμούς στις ραψωδίες και να πει άρφα τη μια, βήτα την άλλη. Ο Όμηρος ήτανε αγράμματος άθρωπος· να το ’χεις για βέβαιο, Σιορ Κωστή, οι δασκάλοι μας σήμερα ξέρουνε πολλά περισσότερα. Σιορ Κωστή, ένας Όμηρος δεν ήτανε· ήτανε πολλοί. Η Ελλάδα μας στάθηκε πλούσιος τόπος· ένας μόνος ποιητής δεν της έφτανε· έβγαζε πολλούς μαζί. Όλοι τους αφτοί οι ποιητάδες πηγαίνανε από δω κι από κει σ’ όλη την Ελλάδα· ο καθένας είχε να πει το δικό του· άλλος έλεγε για τα καράβια που μαζωχτήκανε τότες στην Τρωάδα· άλλος για τη βρισιά που πάτησε του Αγαμέμνονα ο Αχιλλέας· άλλος για το Διομήδη που είχε συνάμα και δύναμη και μαργιολιά· άλλος πάλε τραγουδούσε για τον Πρίαμο το γέρο, που μοναχός του πρόβαλε τη νύχτα ίσα με την τέντα του Αχιλλέα, για να πάρει με κλάματα και με πόνους του γιόκα του το κορμί· άλλος είχε άλλα να πει για την Ελένη, που με μάτι ουράνιες χάρες γεμάτο, κοίταζε από πάνω από το κάστρο το κακό που γινότανε κάτω· θάμπωνε τους γέρους η ομορφιά της. Αφτούς τους φτωχούς, τους πεινασμένους που περπατούσανε και τραγουδούσανε και ζητούσαν ένα κομμάτι κρέας για ανταμοιβή τους, τους λέμε ραψωδούς. Ποίηση και φαντασία δεν είχε τότες ένας άθρωπος μόνος· είχε όλος ο λαός, κι ήτανε πράμα μεγάλο, σε μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα, με μιας να βρεθούνε τόσα και τέτοια πρώτα κεφάλια. Να σου πω μάλιστα κι ένα άλλο, Σιορ Κωστή, γιατί έχω και γω την ιδέα μου. Όχι μόνο δεν έκαμε ένας ποιητής την Ιλιάδα, μα μήτε έγινε στον ίδιο τόπο· βγήκε μέσα από πολλά χωριά. Ένα χωριό μάθαινε μια ραψωδία, κι από το πρώτο το χωριό την έπαιρνε κι ένα άλλο. Το καθένα την έσιαζε, την ξανάφτιανε, έβαζε μέσα και τη γλώσσα του. Για τούτο βρίσκεις τόσους αντίθετους, τόσους αλλιώτικους τύπους στην Ιλιάδα· είναι χαμός καιρού να κάθεται κανείς να γυρέβει την πρωτότυπη γλώσσα της Ιλιάδας και να νομίζει πως αφτή η γλώσσα ήτανε μια και μόνη, ή πως είχε ποτέ της ενότητα και γραμματική απλή. Μην τα πιστέβεις αφτά. Οι ραψωδίες, Σιορ Κωστή, άλλο τίποτα δεν ήτανε παρά δημοτικά τραγούδια, σαν τα δικά μας, απ’ αφτά που συνάζεις η εβγενεία σου και που σημειώνω κάποτες και γω. Και στα τραγούδια μας μέσα θα βρεις τύπους αντίθετους, αλλιώτικα γραμματικά συστήματα. Σ’ ένα παραμύθι που θα σου πούνε σ’ ένα χιώτικο χωριό, ακούς άξαφνα έναν τύπο που τον έχουνε μόνο στη Μακεδονία ή στο Μωριά! Μαζί με τους αθρώπους τρέχουνε και τα παραμύθια. Αποφάσισε αν μπορείς σε τι γλώσσα έγινε πρώτα πρώτα το παραμύθι. Απ’ αφτά τα διάφορα τα τραγούδια ίσως βγει πάλε, Κωστάκη μου, καμιά μέρα και κει που δεν το προσμένει κανείς, μια καινούρια Ιλιάδα. Μη νομίσεις πως θα την παινέσουνε οι δασκάλοι· θα πούνε πρόστυχους τους στίχους, καθώς θα λέγανε και τον Όμηρο πρόστυχο, αν οι δασκάλοι ζούσανε και σε κείνα τα χρόνια, γιατί κι ο Όμηρος, σαν που λες, ήτανε αγράμματος ποιητής του λαού. Κι αν ο Όμηρος δε μιλούσε τη γλώσσα του λαού, πώς θα μάθαινε απ’ όξω τον Όμηρο ο λαός; Για βάλε το λαό μας, Σιορ Κωστή, να μάθει απ’ όξω τη Θεοδώρα και τον Ηράκλειο. Να διούμε θα μπορέσει;»
Ο Σιορ Κωστής τσίτωνε τ’ αφτιά του κι άκουγε με προσοχή. Ο Σιορ Κωστής είναι Ρωμιός από τους σπάνιους και δε μοιάζει τους άλλους· έχει περιέργεια ο νους του κι όλο θέλει να μάθει· δε νομίζει πως τα ξέρει όλα. Όταν του μιλείς για τον Όμηρο, δε θαρρεί πως του τα λες για να τον πειράξεις και τάχατις για να τον προσβάλεις. Βλέπει πως αφτά τα ζητήματα έχουν ένα σκοπό μόνο, την επιστημονική αλήθεια. Με τέτοιο σύντροφο μ’ αρέσει το ταξίδι. Κεντήσαμε τα μουλάρια και πήγαμε ομπρός. Ο σκοπός μας ήτανε, καμιά δεκαπενταριά μέρες να μείνουμε στο Πυργί. Ας πάνε άλλοι να σεργιανίσουνε την Εβρώπη· ας πα να διούνε όσοι θέλουνε την Ασία με τ’ απέραντά της τα κράτη, την Αφρική με τα λιοντάρια, με τους άμμους και με τα νερά της. Εμένα μ’ αρέσει το Πυργί· τρελαίνουμαι για τους Πυργούσους· στο Πυργί ξανοίγει η καρδιά μου.
Χάρηκα, άμα το είδα το Πυργί. Στο Πυργί κι οι πέτρες γελούνε. Ο Πυργούσης δε σκύφτει κεφάλι· λεφτεριά και καλοσύνη βλέπεις στο πρόσωπό του. Αχάριστος δεν είναι κι όλο θυμάται το καλό. Είναι έξυπνος κι ό,τι πεις, αμέσως το καταλαβαίνει. Ο Πυργούσης σέβεται τα παλιά του τα έθιμα· μάλιστα περηφανέβεται που τα βαστά. Έχει δίκιο ο Πυργούσης· ποτέ σου δεν πρέπει ν’ αρνηθείς μήτε τ’ όνομα, μήτε τη θρησκεία μήτε τη γλώσσα του πατέρα σου.
Όταν μπήκα στο Πυργί, ήρθανε όλοι τους να με καλωσορίσουνε. Κόντεβε να βραδιάσει και σα λούλουδο στον ουρανό λίγο λίγο ξάνοιγε το φεγγάρι κι άρχιζε να χρυσίζει. Νόμισα πως έβλεπα μπροστά μου παραμύθι ζωντανό και πως ζούσα και γω μέσα, όταν τους είδα μαζωμένους δεξιά και ζερβιά στους στενούτσικους δρόμους, ανάμεσα στα πέτρινα σπίτια, τον καθένα με το δαδί στο χέρι, κάτασπρα ντυμένους να με χαιρετούνε. Καθόμουνε απάνω στο μουλάρι και προχωρούσα σιγά κι έδινα χεριές από δω, χεριές από κει, και τα πρόσωπα γελούσανε και σα να δακρύζανε τα μάτια μου.
Σαν μπέης, μπέης έρχεσαι, σαν μπέης κατεβαίνεις,
Σαν κυπαρίσσιν αψηλό μέσ’ στο χωριό μας μπαίνεις.
Όχι, Πυργουσάκια μου, δεν είμαι μπέης, κι ο Μαχμούτης το ξέρει· δεν είμαι κυπαρίσσι και μεγαλεία δε γυρέβω. Είμαι χωριατόπουλο σαν και σας και τα χωριάτικα μ’ αρέσουνε. Η προφορά σας μου γλυκοχαδέβει τ’ αφτιά και καμαρώνω τις φορεσιές σας. Ο Πυργούσης άλλο δεν ξέρει παρά την παλιά του τη φορεσιά. Άσπρα ρούχα φορούνε οι άντρες, άσπρα ρούχα οι γυναίκες, άσπρα τα παιδιά. Πρέπει μάλιστα τις Πυργούσαινες να τις διεις, τι χάρη που την έχουνε όταν αγάλια αγάλια, με χρόνο και με ρυθμό, σαν καράβι που κουνιέται και πάει, περνούνε από κάτω από τις καμάρες, βγαίνουνε από τις στενάδες μέσα, κι άξαφνα προβάλλουνε όξω στη στράτα, για να πάνε στην πηγή, με το σταμνί στην πλάτη, με το ξεστρογγυλωτό τους το μπράτσο κυρτωμένο για να βαστά το σταμνί — όλες ασπροντυμένες, σα ζωντανές μαρμαροκολόνες που περπατούνε, που ιχνογραφιούνται και φέγγουνε απάνω στο γαλανό χρώμα τ’ ουρανού.
Παιδιά, σας έβαλα στην καρδιά μου! Ένα μάλιστα μ’ άρεσε στο Πυργί· ποτές δεν πάτησε Πυργούσης στο σκολειό. Για τούτο τους αγάπησα τόσο. Ένας Πυργούσης μου μίλησε με πολλή γνώση· — «Τα γράμματα, λέει, τι θα τα κάμουμε; Αν ήτανε τουλάχιστο γράμματα που να μπορούσανε κάτι να μας χρησιμέψουνε, δε θα ’λεγα τίποτα· μα τα γράμματα που μας μαθαίνουνε, δεν έχουνε κανένα νόημα για μας. Παίρνεις ένα χωριατόπουλο που μέρα νύχτα λέει τον πατέρα του φέντη, που κλίνει ο φέντης μου και του φέντη μου· έρχεσαι του λόγου σου, καθίζεις το χωριατόπουλο στο σκολειό και του μαθαίνεις πως πρέπει να κλίνει ο πατήρ, τω πατρί, ω πάτερ. Το κάνεις κιόλας να διαβάζει κάτι πατράσι και πατέρε, που ποτές δε θα τα χρειαστεί στη ζωή του. Τον Ξενοφώντα με την αττική του δεν τον έχουμε ανάγκη· μας φτάνει να ξέρουμε τη γλώσσα μας. Α βάζανε τουλάχιστο το παιδί να κλίνει ο πατέρας, του πατέρα, τον πατέρα, μπορούσε κάτι να φεληθεί το παιδί· έτσι θα μάθαινε να μιλεί και μ’ όλους τους άλλους Ρωμιούς, με τους ομογενείς σαν που τους λένε, και θα καταλάβαινε πως όλοι μας μαζί μια γλώσσα έχουμε που μας ενώνει.
Εγώ, τσελεμπή μου, είμαι αγράμματος κι όσα σου λέω σου τα λέω με τα μικρά μου τα μυαλά. Έτσι μου φαίνεται πιο σωστό. Έπειτα, να σου πω την αλήθεια, μας πνίξανε τα γράμματα. Τα γράμματα είναι λούσο. Έχει κανείς άλλα να συλλογιστεί. Δε μου λες, εσύ που γύρισες την Εβρώπη, τι χρειάζεται ένα έθνος για να γίνει μεγάλο και ξακουστό; Να σου το πω σαν που το ξέρω και βλέπουμε α συφωνούμε. Ένα έθνος θέλει δυο πράματα για να μεγαλώσει· θέλει μάθηση και στρατό. Τώρα σε παρακαλώ να μου πεις με τι τρόπο μπορεί ν’ αποχτήσει μάθηση και στρατό; Με τι παράδες θα πλερώσει και το δάσκαλο και το στρατιώτη; Με τους παράδες τους δικούς μου. Με του εμπόρου τους παράδες, που μέρα νύχτα δουλέβει, με τους παράδες του χωρικού που ιδρώνει και σκάφτει τη γης. Φρόνιμο λοιπό να κοιτάζουμε πρώτα να κερδίσουμε τους παράδες. Ο έμπορος κι ο χωρικός είναι τα πρώτα σου θεμέλια, κι αν έχεις στο νου σου να χτίσεις παλάτι, απάνω στη πλάτη τους θα το χτίσεις. Να μη σταβρώνουμε τα χέρια, νομίζοντας πως δεν ταιριάζει να κοπιάζουμε, και πως τάχα ξεπέφτουμε. Ξέρω πως κάποτες μάς καταφρονούνε μάς ή που βωλοσηκώνουμε ή που κάνουμε τον έμπορο· κοντέβουνε όλοι οι Ρωμιοί να γίνουνε δικηγόροι και γιατροί. Ωστόσο, το γιατρό και το δικηγόρο, εγώ είμαι πάλε που τους σπουδάζω.»
Να είχα χρήματα, Πυργούση μου, που τα λες τόσο καλά, με χρυσά γράμματα θα τύπωνα τα λόγια σου να τα μοιράσω στην Ελλάδα. Ας τα χαράξουμε στο νου μας, που δεν κοστίζει και παρά. Όλοι στο Πυργί τέτοιες ιδέες έχουνε. Ένας μοναχά μου χάλασε το κέφι· ήταν ένα παιδί καμιά δεκαπενταριά χρονώ, φορούσε φράγκικα και πολεμούσε να μιλήσει παστρικά. Μια μέρα περνούσα από το σπίτι του μπροστά· ήτανε ίσια ίσια η ώρα όπου ερχότανε από το μάθημα το παιδί. Τ’ άκουγα και φώναζε μέσα του πατέρα του· — «Δεν ντρέπεσαι τη βάρβαρή σου τη γλώσσα; Το σιχάθηκα το σπίτι όπου μιλούνε τόσο πρόστυχα. Μου κάνει ντροπή να σ’ ακούω. Δεν μπορώ πια να ζήσω στο χωριό. Εγώ τώρα έμαθα και θα γίνω δάσκαλος.»
Ο πατέρας του ο καημένος δεν τολμούσε να πει λέξη κι έμοιαζε σα ζεματισμένος. Τι να πει; Ο γιος του ήξερε γράμματα, και κείνος ο δύστυχος δεν ήξερε. Δε μου φάνηκε παράξενο που έτσι μίλησε το παιδί· έπρεπε να τ’ ακούσουμε κι αφτά. Κάθε ασέβεια μάθαμε. Αφού μας διδάξανε πως πρέπει να καταφρονούμε του πατέρα μας τη γλώσσα, συνέπεια ήτανε να καταφρονήσουμε και τον πατέρα τον ίδιο που τη μιλεί. Είπα να μου φέρουνε το παιδί. Ήρθε χαρούμενο, κολακεμένο που το ζητούσε ένας καθηγητής. Όλα του τα ελληνικά μου τα ξεφούρνισε με μιας. Άμα τον είδα· — «Παιδί μου, του είπα, δε μου λες, του πατέρα σου πώς του φωνάζεις, όταν έχεις να του μιλήσεις;» — Πετιέται το παιδί και μου κάνει· — «Πάτερ!» — «Μπα! Και γιατί τάχα δεν του λες πατέρα;» — «Γιατί είναι λάθος.» — «Μπράβο, παιδί μου! Βλέπω και ξέρεις γράμματα. Θέλω και γω τώρα κάτι να μου μάθεις. Ποια είναι η γενική του ενικού και του πληθυντικού;» — «Πατρός, πατέρων.» —«Καλά! Θέλω τώρα να καταλάβω γιατί έχει ένα η η ονομαστική, και γιατί το η δεν το ’χει η γενική μήτε του ενικού μήτε του πληθυντικού; Για ποιο λόγο η γενική πατέρων τονίζει το ε, κι από που βγήκε αφτό το ε και γιατί δεν το ’χει η γενική πατρός; Ξέρεις να μου το ξηγήσεις;» — «;;» (Το καημένο το παιδί δεν έβρισκε να πει γρυ.) —«Πες μου τώρα κι άλλο. Σαν ανώμαλο μου φαίνεται αφτό το πατήρ· φοβούμαι μήπως είναι λάθος. Από πού ξετρύπωσε το άρφα της δοτικής πληθυντικής πατράσι; Γιατί με μιας χάνεται το ε και πότε βλέπεις η, πότε α, πότε τονίζεται το ε και πότε δεν τονίζεται; Έχει το λόγο της η ονομαστική-αιτιατική του δυικού ή δεν έχει;» — Έχασκε το παιδί, σα να τα είχε χαμένα. —«Δεν το ξέρεις; Ας είναι! Θα ξέρεις τουλάχιστο να μου ξηγήσεις την κλητική πατέρα. Πώς έγινε η ονομαστική πατέρας; Γιατί έχει το α και το ς; Για ποιο λόγο βαστιέται το α της ονομαστικής στην κλητική, στη γενική, στην αιτιατική; Είναι νόμος γενικός στη γλώσσα μας, τ’ αρσενικά να κρατούνε το α της ονομαστικής σ’ όλο τον ενικό, ή είναι λάθος; Μ’ άλλα λόγια, πρέπει να λέμε του πατέρα ή μπορούμε άξαφνα να τα κάμουμε του πατέρε, του πατέρου, ή και του πατέρη, όπως λάχει; Μια κλητική πατέρο, νομίζω, θα είναι λάθος· η κλητική πατέρα πρέπει λοιπό να είναι νόμος γενικός· αν είναι νόμος γενικός, λάθος δεν είναι, γιατί το λάθος κανόνα δε γνωρίζει κι όπως το θέλεις το κάνεις.—Άλλο τώρα· στον πληθυντικό γιατί δεν έχουμε α; Γιατί στέκεται παντού ο τόνος στο ε; Γιατί μοιάζει η ονομαστική πατέρες με τους πατέρες στην αιτιατική; Ποιος είναι ο λόγος; Είναι ταχτικό το πράμα ή δεν είναι;» — «Μα… δε μου τα ’μαθε αφτά ο δάσκαλος, μου φωνάζει το παιδί απελπισμένο.» — «Δε σου τα ’μαθε; Τότες να σωπαίνεις. Για να λες ποιο είναι λάθος και ποιο δεν είναι, πρέπει πρώτα να ξέρεις για τι λογής πράματα μιλείς. Όποιος δεν είναι άξιος να σου πει μήτε πώς μορφώθηκε η ονομαστική πατήρ μήτε πώς έγινε η ονομαστική πατέρας, δεν έχει το παραμικρό δικαίωμα ν’ αποφασίζει ποιος είναι και ποιος δεν είναι ο κανονικός τύπος, γιατί πρώτα πρώτα δε νοιώθει ακόμη τι θα πει τύπος κανονικός. Δεν ταιριάζει και πολύ να μας διδάσκει τι γλώσσα πρέπει να γράφουμε. Όσα λες είναι κούφια λόγια. Δεν είσαι σε θέση να κρίνεις τι είναι λάθος και τι δεν είναι. Καλά θα κάμεις ν’ αφήσεις τα παιδιακήσια και πρώτος εσύ να μην τα συνορίζεσαι.»
Ας μη συνοριστούμε και μεις τα δασκαλεμένα τα παιδιά κι ας πάμε στη δουλειά μας! Για θυμηθείτε, Πυργουσάκια, Πυργούσοι και Πυργούσες, τι χρυσές κουβέντες που τις κάναμε μαζί! Δεν έβγαζε λέξη το στόμα σας που να μην τη σημειώσω·
Άη Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
Βαστάει πέννα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Έτσι το ’παθα και γω, παιδιά. Πάντα με το χαρτί στο χέρι, κι όταν περπατούσα στους δρόμους κι όταν είχαμε βεγγέρα το βράδυ. Ερχόμουνε από την Καισαρεία και γω, από μακριά μακριά, σαν τον Άη Βασίλη. Κι έπρεπε να ’ρθω τόντις από μακριά μακριά για να σπουδάσω τη γλώσσα σας. Οι δασκάλοι μιλούνε όλο για παιδεία, για επιστήμη, κι ωστόσο ποιος δάσκαλος κατάλαβε πως τέτοιες μελέτες θέλει σήμερα η επιστήμη κι η γλωσσολογία, δηλαδή να κάμουμε ξέχωρες μονογραφίες για τα χωριάτικα κάθε χωριού; Ένα μόνο καταλάβαμε για την ώρα, ετυμολογίες· «η χανούμισσα θα πει χάνω το νου μου κι από το orecchio έγινε το γροικώ.» Τέτοια πάμε και λέμε. Μας έπιασε κι άλλη μανία· συνάζουμε λέξες. Μα δεν ξέρουμε πώς για να συνάξουμε λέξες, για να κάμουμε μια και μόνη ετυμολογία, πρέπει πρώτα να μάθουμε ποιοι είναι οι φωνολογικοί, ποιοι οι μορφολογικοί κανόνες της γλώσσας που ετυμολογούμε στα στραβά. Να τεντώνουμε τ’ αφτιά μας και ν’ ακούμε πως προφέρνουνε τις πιο συνηθισμένες λέξες, να προσέχουμε πώς λένε το εγώ και το εσύ, το καλημέρα και το καλησπέρα. Έτσι θα μας φανερώσει η γλώσσα τους θησαβρούς της.
Αχ! και να μπορούσα! Να είχα δύναμη, νου και ζωή! Να είχα την τέχνη και τον τρόπο! Θα ’τρεχα παντού στην Ελλάδα· θα πήγαινα σ’ όλα, σ’ όλα τα χωριά ένα ένα. Με το σάκο στον ώμο, με το χαρτί στο χέρι, θα μάζωνα, θα μάζωνα· θα ’ριχνα μέσα στα σάκο κόλλες χαρτί· θα ’βαζα μέσα κάθε λέξη, κάθε τύπο, κάθε προφορά. Να είχα δέκα ποδάρια να περπατώ, δέκα αφτιά ν’ ακούω! Σαν κρασάκι να πίνω τα λόγια του χωρικού· να διω πώς μιλούνε σε κάθε τόπο, ποια γλώσσα μοιάζει με την άλλη, τι ξεχωρίζει το ένα ιδίωμα από τ’ άλλο, πόσα γλωσσικά κέντρα βρίσκουνται στην Ελλάδα, πώς λίγο λίγο μορφώνεται μια γλώσσα, πώς καταντά μια γλώσσα χωριανή να γίνει κοινή σ’ όλους, πώς ξαπλώνεται και διαδίνεται, πως αλλάζει λίγο λίγο στην ψυχή μέσα και στο στόμα η αθρώπινη λαλιά. Χάνουνται τα χωριάτικα, πριν καταλάβει ο κόσμος τι αξίζουνε και πόσο η σπουδή τους θα τιμήσει την Ελλάδα. Αχ! και να μπορούσα! Τόσα ζητήματα που σήμερα βασανίζουνε τους σοφούς, εθνολογικά, ιστορικά, φιλοσοφικά, ζητήματα, φτάνει να καταδεχτείς ν’ ακούσεις το χωρικό που σου μιλεί και βλέπεις την αλήθεια, και σου έρχεται φως!
Οι λόγιοι σπουδάζουνε τις γλώσσες, όσο τις βλέπουνε τυπωμένες στο χαρτί και νομίζουνε πως οι γλώσσες δεν έχουνε ύπαρξη παρά στο χαρτί. Αν ακούγανε τον Όμηρο να μιλεί, δε θα προσέχανε τι λέει. Τον έχουνε τυπωμένο και μελετούνε τους στίχους του. Πόσους άκουσα να μου λένε· — «Πώς θα γράφουμε τη δημοτική, αφού γραμματική δεν έχει;» Θαρρούνε τάχα πως είχε η αρχαία και πως ο Πλάτωνας, κάθε φορά που πήγαινε να γράψει μια φράση, σκάλιζε στη γραμματική του να μάθει πώς έπρεπε να το γυρίσει και ποιο τύπο να βάλει. Γραμματική νομίζουνε πως είναι μόνο η γραμματική που τυπώνεται· όσο δεν είναι τυπωμένη, όσο δεν έγινε η γραμματική βιβλίο, σου λένε πως δεν υπάρχει. Φαντάζουνται με τα σωστά τους πως μπορεί να φανεί μια ζωντανή γλώσσα στον κόσμο και πως μπορεί να μιλιέται χωρίς να ’χει τη γραμματική της, κι ας μην είναι η γραμματική τυπωμένη. Είναι το ίδιο σα να φαντάζουνται πως μπορεί ένα σπίτι να στέκεται ίσιο δίχως θεμέλια. Βλέπεις πολυ κατάντησε τα ζήτημα της γλώσσας· με τέτοιες παιδιακήσιες ιδέες έχεις να πολεμήσεις. Τέτοια πρέπει να κοπανίζεις, και θέλεις καλή πομονή για να μη βαρεθείς και τ’ αφήσεις όλα στη μέση. Ο σκοπός της γλωσσολογίας δεν είναι να φτιάνει γλώσσες μήτε να τις κανονίζει· είναι να βρει τον κρυφό τους κανονισμό, τους φυσικούς τους νόμους, ν’ ακούσει πώς τις μιλεί ο λαός και να καταλάβει πώς τις έκαμε.
Ζωντανή γλώσσα ήτανε η αρχαία κι όχι ψόφια σαν την καθαρέβουσα. Σ’ όλη την Ελλάδα, τότες καθώς και σήμερις, ήτανε πλήθος χωριά και το καθένα μιλούσε τα χωριάτικα του καιρού του. Το ένα χωριό συγκοινωνούσε με τ’ άλλο κι έτσι μορφώθηκε λίγο λίγο και βγήκε μια δωρική, μια ιωνική, μια αττική γλώσσα. Η αττική που ξέρουμε σήμερα δεν ήταν ένας μόνου χωριού γλώσσα· ήτανε ανακατεμένη, κοινή γλώσσα, καμωμένη από τις διάφορες λέξες, από τους χίλιους τύπους που συνηθίζανε οι χωρικοί όλης της Αττικής. Στην αρχή ως κι η δωρική άλλο τίποτα δεν ήτανε παρά χωριανή γλώσσα, πρόστυχη, χυδαία, και στα χωριά τη μιλούσανε. Ελάτε, δασκαλάκια, στο Πυργί να το διείτε. Ελάτε να μάθουμε, γλώσσα τι θα πει, να καταλάβουμε και πράματα πολλά της αρχαίας που δεν τα χωρεί ο νους μας, όσο τα βλέπουμε τυπωμένα. Κάθε μέρα πιάνουμε τη γραμματική και διαβάζουμε μέσα τον τύπο τιμάω-τιμώ, φιλέω-φιλώ. Τα λέμε συνηρημένα ρήματα, γιατί έτσι μας μάθανε να τα λέμε. Δεν απορείτε όμως πώς μπόρεσε το φιλέω να καταντήσει στο φιλώ; Δε σας φαίνεται παράξενο ένα τέτοιο πήδημα; Δε ρωτάτε τι έγινε ο τόνος, πού πήγε το ε που τον είχε, και πως είναι δυνατό να χαθεί ένα φωνήεντο με τόνο; Η συναίρεση στο χαρτί έφκολα γίνεται· φτάνει να βάλεις το φιλώ κοντά στο φιλέω, και να τραβήξεις μια γραμμή για να ξεχωρίσεις τα γράμματα και για να το κάμεις φιλέ-ω,   -ώ. Μα οι Έλληνες, όταν πρώτη φορά είπανε αντίς φιλέω φιλώ, δεν τραβήξανε καμιά γραμμή· δεν κάμανε τη συναίρεση απάνω στα χαρτί· έτσι το ’φερνε η ζωντανή προφορά κι η ζωντανή προφορά δεν έχει μήτε τυπογραφεία μήτε βιβλία. Πόσα έπρεπε πρώτα να πάθει το φιλέω για να γίνει φιλώ! Έπρεπε να χάσει τον τόνο του το ε, να πάει ο τόνος στο ω, να καταντήσει το ε πιο ψιλό, μόλις ν’ ακούεται, κι έτσι λίγο λίγο ν’ ακουστεί μόνο το ω. Όσο βλέπουμε το φιλώ στα βιβλία, ένας τέτοιος τύπος δεν μπορεί παρά να μας φανεί λάθος τρομαχτικό. Και τι αθρώποι ήτανε οι Έλληνες για να μιλούν έτσι, να χάφτουνε τόνους και φωνήεντα; Ίσως, αν πάτε στο Πυργί — και σ’ άλλα χωριά — θα διείτε πώς έγινε τα πράμα. Τ’ αρχαίο το φιλέω-ώ δε θα τ’ ακούσετε πια, μα θα βρείτε άλλα πολλά που του μοιάζουνε και θα καταλάβετε με τι τρόπο αλλάζουνε οι γλώσσες. Πηγαίνοντας από ένα χωριό σε άλλο, θ’ απαντήσετε στο καθένα την ίδια λέξη με άλλη προφορά· θα πάρει τ’ αφτί σας τις πιο μικρές διαφορές που έχουνε αναμεταξύ τους όλα αφτά τα χωριά, θ’ ακολουθήσετε τ’ άπειρα φωνολογικά στάδια ενός τύπου και θα διείτε τότες την κάθε αλλαγή με τη σειρά αλάκαιρη. Σ’ ένα χωριό θα λένε η ψυχή, σ’ ένα άλλο ψυ’η με δασεία αντίς χ, σ’ ένα τρίτο ψυή χωρίς δασεία, σ’ ένα τέταρτο ψυή με μισοπρόφερτο υ, πάει να πει που μόλις θα τ’ ακούτε, και τότες μόνο βγαίνει ο γνωστός τύπος η ψη, που δε μας φέρνει πια καμιά δυσκολία. Με τον ίδιο τρόπο και στ’ αρχαία τα χωριά, αν είχαμε ζήσει σε κείνα τα χρόνια, θ’ ακούγαμε κάπου φιλέω, κάπου φιλέώ, κάπου φιλεώ με μισό ε κι έπειτα φιλώ. Σπουδάζουμε τη γραμματική, μα το νόημά της μας ξεφέβγει· προσέχουμε στα ψηφιά κι αμελούμε την αλήθεια· ανοίγουμε τα μάτια και στουμπώνουμε τ’ αφτιά μας. Πιο καλά θα καταλάβεις και τη γραμματική της αρχαίας και τη γενική γραμματική, αν ακούσεις πώς μιλούνε, παρά αν πιάσεις βιβλίο να μελετήσεις. Μια μέρα τα χωριάτικα θα γίνουνε η πρώτη βάση της γλωσσολογικής επιστήμης. Φτάνει να τα συγκρίνεις με τ’ αρχαία, κι αμέσως ζωντανέβει το βιβλίο που διαβάζεις μόνο με τα μάτια· θα σου φαίνεται τώρα πως τ’ ακούς και σου μιλεί.
Δάσκαλε, δάσκαλε, μην καταφρονέσεις, στη ζωή σου, τη γλώσσα του χωριού· είναι η αρχή της σοφίας. Άκουσε κι ένα άλλο ν’ απορήσεις· όσο κι αν κοπιάσεις, όσο κι αν πάρεις να διαβάσεις Πλάτωνα και Ξενοφώντα, όσο κι αν καθαρίσεις τη γλώσσα σου, να το ξέρεις· ποτέ σου δε θα το καταφέρεις να μιλήσεις αφτή τη γλώσσα που θέλεις, τόσο καθαρά, τόσο νόστιμα και τόσο κανονικά όσο μιλεί τη γλώσσα του ο χωρικός.
Ελάτε, δασκαλάκια, στο χωριό. Στο χωριό, με τον καθαρό τον αέρα, με την ωραία τη φύση, θα ξανοίξει κι ο νους κι η καρδιά σας. Όλα καλά στο χωριό. Χαίρεσαι διπλά τη ζωή, αν και κάπου κάπου κανένας κρυφός, κανένας γλυκός πόθος γεννιέται μέσα στην ψυχή σου. Νοιώθει κανείς μ’ όλα του τα δυνατά ποίηση και φύση. Έκαμα και γω, στο σπίτι όπου κόνεψα, δυο πυργούσικους στίχους της Μαρούς του Γιαννίρη·
Γράμματα είν’ τα λόια σου τσαί το Πυργκί σκολειό μου,
Τσ εώ Πυργκούη θα εννώ, α το κάώ ωργκιό μου.

ΙΗ’ Αγάπη

Έλα μαζί μου στο βουνό· μην κάθεσαι κάτω στη Χώρα. Εσένα διψώ, εσένα παντού τα μάτια μου σε γυρέβουνε. Την αγάπη σου θέλω και για τίποτις άλλο στον κόσμο δε με μέλει. Γιατί μ’ αφήνεις μοναχό; Δε θυμάσαι στην πατρίδα σου κάτω, στη λατρεμένη μας την πατρίδα, δε θυμάσαι τη θάλασσα, που κάθε μέρα φουσκώνει κι έπειτα πάλε τραβιέται, όπως το φέρνει το φεγγάρι; Όταν τραβιέται, πάει μίλια και μίλια μακριά και το περιγιάλι απομνήσκει ολόξερο, γυμνό, σαν ορφανεμένο. Όταν πάλε σηκωθεί, περεχύνει από άκρη σε άκρη τον έρημο τον άμμο· χαίρεται το διψασμένο το χώμα και ζωντανέβουνε τ’ ακρογιάλια. Η καρδιά μου μοιάζει με το γιαλό· όσο δε σ’ έχω, είμαι σαν το ξενιτεμένο το περιγιάλι κι όλο προσμένω να δροσιστώ με της αγάπης σου την πλημμύρα.
Εσύ μόνη στον κόσμο ξέρεις να θρέφεις στην καρδιά σου μεγάλες ελπίδες, στο νου σου αψηλούς λογισμούς. Το καλό, το σωστό και τ’ ωραίο, τα νοιώθεις δίχως να σου τα πούνε. Παντού προσπαθείς την αλήθεια να βρεις, στην τέχνη, στην επιστήμη, στη θρησκεία. Την αλήθεια γυρέβεις στον ουρανό και στη γης· αφτός είναι ο πόθος της ψυχής σου. Κανενός όμως δεν το λες, κανενός δεν το φανερώνεις και μήτε ξέρεις η ίδια τι αξίζεις. Έχεις όλη τη χάρη τη γυναικήσια, έχεις την αφέλεια του παιδιού που δε γνωρίζει την ομορφιά του. Όλη σου η ζωή είναι μελέτη του καλού, είναι απλότητα και νοστιμάδα, είναι χαμογέλιο και χαρά ταπεινή. Τα λόγια σου είναι γεμάτα γλύκα, φρόνηση και γνώση· με τον καλό σου, με το χαδεμένο σου τον τρόπο ξέρεις να πεις του καθενός ένα λόγο. Όλο θέλεις αψηλά να ’χουμε το νου μας, κι η σοφία που κυβερνά τη ζωή σου μοιάζει σα λαμπάδα κρυμμένη που από μέσα φωτίζει σιγά κάποιο άγαλμα χαριτωμένο.
Τι να σου πω που να σ’ αξίζει; Τι τραγούδι να βρω που να σ’ αρέσει; Σαν το πουλί που τραβά ίσα με τα σύννεφα και στέκεται στον αέρα με τα φτερά του ανοιχτά, ανεβαίνουνε οι λογισμοί σου και τον ουρανό μου ξεσκεπάζουνε. Τι θέλεις να κάμω για σένα; Η αγάπη σου μου βάζει φτερά στην ψυχή. Για μια κόρη μοναδική σαν και σένα, πρέπει να κάμει κανείς κανένα έργο μοναδικό. Τι βιβλίο, τι ποίημα να σου δώσω που να το χαρείς; Θέλω κάτι να είμαι! Δε θέλω να φανώ μπροστά σου σαν τους άλλους. Σ’ αγαπώ και στα μάτια σου μέσα, στα γαλανά σου τα μάτια, προσπαθώ να διω καμιά μέρα, πως κατάλαβες ως πού μπόρεσε η αγάπη σου να με πάει.
Τα γαλανά σου τα μάτια! Αχ! δεν πρέπει ποτές ο θάνατος να τα κλείσει. Δε γίνεται με μιας να χαθεί τόση ομορφιά. Ποτέ μου δε φοβήθηκα τόσο το Χάρο, ποτέ με τόση λύπη, με τόσο καημό δε συλλογίστηκα το θάνατο, όσο τώρα που κοιτάζω τα μάτια σου και λέω πως μια μέρα ο Χάρος θα τα σφαλίξει. Στα μάτια σου φαίνεται όλη σου η ψυχή. Είναι βαθιά σαν τη θάλασσα, ήσυχα σαν τη λίμνη, γλυκά σαν την αβγή. Τα βλέπω και μέσα τους βλέπω τον καθαρό σου το νου, την εβγένειά σου όλη, τα φρονήματά σου τα γενναία, τις ιδέες, τους λογισμούς σου, των ιδεώνε το σιγανό σου το φως. Είναι σαν αντηλιά της ζωής σου. Και τι; Όταν τα σκεπάσει αιώνια νύχτα, μαζί τους θα χαθεί κι η ζωή σου, κι ο κόσμος θα σε ξεχάσει, άμα πια δε θα τα βλέπει; Αφού είδανε οι αθρώποι τόση χάρη, τόση καλοσύνη και τέτοια ψυχή, δε γίνεται να ξεχάσουνε πως φάνηκες μια μέρα μπροστά τους. Είναι χαρά για τη γης, όταν το πόδι σου την πατεί, χαρά για τον κόσμο όταν έρχεσαι και σε βλέπει που προβαίνεις. Εσένα σε χαίρεται η φύση· σε θωρεί, και το πλάσμα της καμαρώνει. Θέλεις, ο κόσμος να φανεί αχάριστος και κατόπι να μη σε θυμάται; Η μνήμη σου πρέπει να μείνει παντοτινή. Αχ! κάμε να βρω για σένα αθάνατα λόγια, κάμε να σου δώσω αθάνατη ζωή.
Ξέρω τι θα μου πεις, εσύ που ποτές δε φρόντισες για τον εαφτό σου· — «Τι θα την κάμουμε τη δόξα; Να ζήσουμε στη μνήμη των αθρώπω ή να μη ζήσουμε, τι μας μέλει; Κάλλια την αγάπη μας να χαρούμε, αφού σ’ αγαπώ και μ’ αγαπάς. Μην το πιστέψεις, φως μου, ποτές, πως για την αγάπη την πολλή η ζωή μας είναι λίγη, πως για να μάθουμε τι θα πει εφτυχία, δε μας φτάνουνε τα χρόνια που μας χάρισε η τύχη. Μια ώρα στον κόσμο ν’ αγαπήσεις, κι έβαλες αιώνες στην καρδιά σου. Μήπως δεν τις γνωρίσαμε, μήπως δεν τις ξέρουμε τις αιώνιες χαρές της ψυχής; Άμα μου λες πως μ’ αγαπάς, μου φαίνεται αθάνατη η ζωή. Και τι πειράζει να ξέρουμε μέσα στο νου μας πως ο Χάρος μια μέρα θα μας θερίσει, αφού την ώρα που μου το λες, νοιώθω μέσα στην καρδιά μου πως είναι απέραντη η αγάπη;»
Αχ! δεν ξέρεις εσύ, που χαίρεσαι τα λαμπρά σου τα νιάτα, τα πικρά βάσανα που μας βασανίζουνε. Όταν περπατούμε στους κάμπους κι οι δυο μας μαζί, δεν είμαστε μονάχοι. Μια συντρόφισσα μας ακολουθεί και μόλις μπορείς το βήμα της ν’ ακούσεις. Είναι η καθεμερνή συντρόφισσα της ζωής, η Μελαχολία, που όλο στο πλάγι μας βαδίζει. Εκείνη μας κάνει να καταλάβουμε πρώτα πρώτα τη ζωή, να γνωρίσουμε τον εαφτό μας. Εκείνη μας δείχνει πως τίποτα δεν είμαστε στον κόσμο. Εκείνη ποτίζει φαρμάκι τις χαρές μας. Πόσες φορές ακούσανε οι ποιητάδες τα λόγια που τους λέει! Σιγά σιγά ψιθυρίζει στ’ αφτιά τους, με μια φωνή που μοιάζει δάκρυα γεμάτη, παράπονα λυπητερά. Ένας μάλιστα μας τα είπε μια μέρα που πήγαινε με την αγάπη του μαζί· του κάκου χαιρότανε η καρδιά του· κρυφά κρυφά η Μελαχολία του μιλούσε·
— «Το χώμα που οι δυο σας σήμερα πατείτε, άλλος άβριο θα το πατήσει· άλλο ταίρι αγαπημένο, σαν και σας αγκαλιαστά, θα περάσει από κάτω από τον ίσκιο του πλατάνου που σας σκεπάζει. Τα δέντρα που στέκουνται γύρω γύρω, τα λουλούδια που σκύφτουνε το κεφαλάκι τους να σας χαιρετήσουνε, το χόρτο που χαίρεται να σας βλέπει κι ό αέρας αφτός που γλυκαναστενάζει στα κλαδιά, θ’ ακούσουνε άλλο στόμα να λέει και θα διούνε άλλη γυναίκα ν’ ακούει τις ίδιες λέξες της αγάπης που λέτε σήμερα και σεις. Και σε κείνους η φύση θα κάμει τα ίδια χάδια που σας έκαμε. Οι βρύσες θα ξαναπούνε το τρεμουλό τους το τραγούδι, θα κελαδήσουνε τα πουλιά με την ίδια χάρη· ο άνεμος θα χαδέψει τα μαλλιά τους· η πρασινάδα του κάμπου δε θ’ αλλάξει. Μόνοι σας εσείς οι δυο, ώσπου να πάτε στην άλλη άκρη της πεδιάδας, θα βρείτε το Χάρο που σας προσμένει κι ο κόσμος θα σας ξεχάσει· μήτε θα ξέρει το χόρτο αν είχατε μια μέρα και σεις αγάπη στην καρδιά σας.»
Αχ! άσπλαχνη φύση που δεν αλλάζεις! Δεν μπορούμε τάχα μια μέρα να γίνουμε σαν και σένα; Αφού είναι αιώνιος ο ουρανός σου, αφού είναι η πρασινάδα σου παντοτινή, άραγες δεν είναι δυνατό, εμείς που καταλάβαμε στα γεμάτα την ομορφιά σου, δεν είναι δυνατό να πάρουμε τίποτις από σένα, να βάλουμε λίγο γαλάζι τ’ ουρανού σου στην ψυχή μας, να κρύψουμε λίγη πρασινάδα του κάμπου στην καρδιά μας, να κλέψουμε, να φυλάξουμε μέσα μας τίποτα δικό σου, που να μας μείνει για πάντα και να είναι αθάνατο σαν και σένα; Είναι αλήθεια που θα μας ξεχάσεις; Δε φοβάσαι, οι πεθαμένοι να δακρύσουνε κει κάτω στον τάφο και να πούνε· — «Τώρα που μας κάλυψε το χώμα, γιατί δε μας θυμάσαι πια; Δείξε μας, μόνο μια στιγμή, πως λυπάσαι τους πεθαμένους. Δε σου λέμε να μας κλάψεις· λίγο να κιτρινίσει το χόρτο στην πέτρα που μας κρατεί, και μας φτάνει. Ρίξε, μάνα, κάτω στο μνήμα μια ματιά στα παιδιά σου, για να μην είναι παραπονεμένα· κοίταξε λίγο τους πεθαμένους, για να φυτρώσουνε, καθώς φυτρώνουνε τα λουλούδια απάνω στη γης που τους σκεπάζει, γλυκοί λογισμοί στην καρδιά τους.»
Ο Χάρος είναι παντού· σ’ όλα μέσα κάθεται κρυμμένος κι όλα λίγο λίγο τα τρώει. Ο κόσμος είναι δικός του. Τη φύση εκείνος την έχει και την κυβερνά. Το Χάρο θα βρεις μέσα και στο πράσινο φύλλο που κιτρινίζει, και στ’ άστρο που σήμερα φέγγει στον ουρανό κι άβριο μπορεί να σκοτεινιάσει. Είναι μυστήριο η ζωή πρώτα για μας που τη ζούμε. Πώς θα γλυτώσουμε από το Χάρο, αφού πράμα δεν αφήνει που σιγά σιγά να μην το σπρώξει στον τάφο; Όλα παίρνουνε το δρόμο που τα πηγαίνει. Ό,τι έχει ζωή, την έχει μόνο και μόνο για να τη δώσει μια μέρα στο Χάρο· α δεν ήτανε ο Χάρος, δε θα ’βλεπες πράμα στον κόσμο ζωντανό· α δεν ήτανε γραφτό να πεθάνουμε, μήτε θα γεννιόμεστα! Η φύση αλάκαιρη, ο κόσμος με τα χίλια φαινόμενά του, είναι σαν τα στάχυα που κάθε ώρα τα βλέπεις και γίνουνται πιο ώριμα με τον ήλιο· ο ήλιος είναι η ζωή κι ωστόσο προσμένουνε όλα, ο Χάρος να τα θερίσει.
Πού θα κατασταλάξουμε; Πού πάμε; Δε μας το ’μαθε κανείς. Από το βουνό που κάθουμαι, βλέπω κάτω κάτω στη θάλασσα ένα καράβι που περνά με φουσκωμένα πανιά. Ρώτα τους ταξιδιώτες πού πάνε και θα σου το πούνε· στην Αθήνα, στην Πόλη, στη Σμύρνη ή στην Εβρώπη. Ξέρει κάθε διαβάτης για πού είναι. Ρώτησε όμως του κόσμου τους διαβάτες πού τρέχουνε, πού πάει του καθενός η ζωή, πού πάει ο άθρωπος απάνω στη γης κι η γης πού πάει μέσα στον ουρανό; Πού πάνε τ’ άστρα που φέγγουνε κάθε νύχτα; Ποιος δαίμονας, καλός ή κακός, κυβερνά τους πλανήτες που κάνουνε τον ίδιο γύρο κάθε χρόνο; Ποιος είναι ο σκοπός τους; Θα σταθούνε ή πάντα θα τρέχουνε; Όλος αφτός ο απέραντος κόσμος πότε και πώς θα τελειώσει; Σε τέτοιο ρώτημα ψυχή δε θ απαντήσει. Δεν ξέρουμε μήτε πού πάμε μήτε πώς γενήκαμε μήτε γιατί. Γενήκαμε απαρχής για το Χάρο. Αφτό βλέπουμε μόνο, κι ώσπου να το διούμε, ο θάνατος μας τραβά.
Του κάκου ο πόνος κι ο κόπος, ο ίδρος κι η παντοτινή δουλειά. Τι θα μας χρησιμέψει; Ό,τι γεννήθηκε πρέπει να πεθάνει. Ό,τι άρχισε μια μέρα πρέπει μια μέρα να τελειώσει. Θα χαλάσει κι η γης αφτή που σήμερα μας σηκώνει. Ο πλανήτης μας πάντα δεν ήτανε· αιώνιος λοιπό δε θα μείνει· θα ’ρθει η ώρα του και κεινού. Έτσι θα χαθούμε και μεις. Τι το λοιπό; Μήπως δεν είναι το ίδιο να πεθάνουμε σήμερα ή να μας πάρει ο θάνατος μόνο σε πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια; Φαντάσου πως τα ’ζησες, αγάπη μου, τα τόσα χρόνια, κι αφού τα ’ζησες, πως τέλος έφτασε η ώρα που πρέπει και συ να καταστραφείς κι η γης που πατείς κι ο ήλιος ο λαμπρός που σε φωτίζει. Εκείνη την ώρα, εσύ που έζησες τόσους αιώνες κι ένας που σήμερα πεθαίνει, θα ’χετε την ίδια τύχη· όσο ζγιάζεις εσύ, θα ζγιάζει και κείνος. Την αιωνιότητα πού θα τη βρούμε; Ποιος θεός θα μας τη δώσει; Ποιος θα σου χαρίσει αθάνατη ζωή; Πώς θα μπορέσουνε τα γαλανά σου τα μάτια να γλυτώσουνε από το μάβρο το Χάρο; Αφού όλα χάνουνται και περνούνε, πώς θα μείνει η μνήμη σου για πάντα; Είναι αδύνατο να μείνει και του κάκου το θέλω! Θάνατο βλέπω παντού, και να πάλε, σαν το φυτό που βγαίνει κρυφά κάτω στον πάτο της λίμνης κι ανεβαίνει, να που ξεφυτρώνει στην καρδιά μου η πικρή, η αγαπημένη, η γλυκιά μελαχολία που την έμαθα κάτω στη Δύση· να που πάλε μέσα μου νοιώθω τον καημό που υψώνει το νου κι όμως καίει την ψυχή. Κοιτάζω το καράβι που τρέχει στα κύματα και λέω· — «Καράβι του κόσμου που τρέχεις μέσα στον ουρανό, στα θάνατο πας!»
Έλα, έλα κοντά μου, γιατί βλέπεις πόσο τυραγνιέται η ψυχή μου όσο δε σ’ έχω. Λύπες εδώ δεν ταιριάζουνε· είμαστε στην Ελλάδα. Εδώ μόλις αρχίζει να φαίνεται η ζωή. Νέος ο λαός, νέες οι ελπίδες. Δεν είναι καιρός για τους καημούς και τα βάσανα του λογισμού. Ο καθένας γυρέβει δουλειά και θέλει να δείξει ενέργεια. Το παλληκάρι που ζώνει τα σπαθί του, που παίρνει το τουφέκι στον ώμο και βάζει το φέσι του στραβά, δεν κάθεται στο βουνό να δέρνεται και να κλαίγεται που η ζωή του είναι λίγη. Πολλά δε συλλογιέται. Φτάνει ν’ ακούσει τουφέκι και χαίρεται τη ζωή. Αφτά τα ξέρεις εσύ· εσύ ξέρεις και πιο σωστά, πιο ήσυχα, πιο αψηλά να κρίνεις και να μιλείς για τα πράματα του κόσμου. Τεντώνω τ’ αφτιά μου και σ’ ακούω· απάνω στο βουνό μού έρχεται η ουράνια, η χαριτωμένη σου η φωνή· σε θυμούμαι και μου φαίνεται πως τέτοια λόγια μου λες·
— «Ο άθρωπος δεν πεθαίνει· πεθαίνουνε τ’ άτομα μόνο. Οι αθρώποι χάνουνται και πάνε· άλλοι παίρνουνε τη θέση τους. Σαν τα φύλλα που πέφτουνε κι άλλα πάλε την άνοιξη βλασταίνουνε, έτσι πάμε και μεις· το δέντρο όμως στέκεται πάντα κι ο άθρωπος δεν περνά. Οι πατέρες μας, που τώρα κείτουνται στον τάφο, δεν είναι πεθαμένοι· μας δώσανε πρι φύγουνε τη ζωή τους· εμείς την έχουμε σήμερα και τη βαστούμε. Η σειρά δεν τελειώνει, η αλυσίδα δε σπάνει· θα ’ρθουνε άλλοι κατόπι που θα πάρουνε, που θα βαστάξουνε και κείνοι μια ώρα την αιώνια ζωή που τους δώσαμε μεις. Από τον ένα στον άλλο τρέχει του αθρώπου η ψυχή και μεταβαίνει. Με την ίδια καρδιά, με τον ίδιο πόθο που αγαπήσαμε μια μέρα, θ’ αγαπήσουνε και τα παιδιά μας. Εμείς βάλαμε στο στήθος τους μέσα τον πόθο που τα κάνει και ζούνε· ο πόθος τους είναι ο δικός μας ο πόθος. Έτσι κι η αγάπη μας δε χάνεται ποτές. Όταν το στόμα σου μου λέει σ’ αγαπώ, δεν το λες εσύ· το λένε μέσα σου χίλιες γενιές που σου μάθανε την αγάπη. Όταν το πούνε τα παιδιά μας κατόπι, σε χρόνια και χρόνια, εμείς πάλε μέσα τους θα το λέμε.
Ο κόσμος που βλέπεις είναι αιώνιος και κείνος. Τ’ άστρα τ’ ουρανού είναι σαν τα λουλούδια· ο ουρανός είναι το μεγάλο το περιβόλι. Φυτρώνουνε και ξανοίγουνε τα λουλούδια, ύστερα μαραίνουνται και πάνε. Οι πλανήτες μπορεί να χάσουνε το φως και τη θωριά τους· αδιάφορο αφτό! Άλλα λουλούδια θα ξανοίξουνε, άλλα αστέρια θα φέξουνε· το περιβόλι δεν αλλάζει· στέκεται πάντα και δε χαλνά. Η γης μας και κείνη άλλο δεν είναι παρά άτομο στον κόσμο, σαν τους αθρώπους στη γης. Μπορεί να τελειώσει και να σβήσει· μπορεί καμιά μέρα να μην της μείνει ζωή. Η ζωή αλλού πάλε θα ξαναρχίσει, σ’ άλλους πλανήτες, σ’ άλλη γης — και πάντα, μέσα στ’ απέραντο, το αιώνιο το περιβόλι, κάπου σε κάποιο πλανήτη θα πρασινίζουνε οι κάμποι, θα ’χουνε τα δέντρα πανηγύρι, θα τραγουδούνε το τραγούδι τους τα στάχυα όταν ο άνεμος τα χαδέβει, θ’ ανατέλνουνε τα ρόδα με τον ήλιο, θα τρέμει και θ’ αγαπά η καρδιά του αθρώπου.
Το βάσανο που σε βασανίζει καίει ολωνώνε την ψυχή· ο καημός σου είναι ο παντοτινός μας ο καημός. Δεν κλαις για τα γαλανά μου τα μάτια· την τύχη του κόσμου λυπάσαι. Μην τη λυπάσαι· μην ακούς τι λένε οι άλλοι και μη βλέπεις τι γράφουνε· στ’ άτομό τους μόνο προσέχουνε και δε συλλογιούνται τον απέραντο κόσμο. Εσύ να κρίνεις με το δικό σου το νου και να νοιώθεις με την καρδιά τη δική σου. Ο Χάρος, λες, είναι παντού κι όλα τα τρώει λίγο λίγο. Ξέχασες την αγάπη! Η αγάπη είναι παντού· Όπου είναι ο Χάρος, μαζί του, στο πλάγι του, κοντά του, μέσα του θα βρεις την αγάπη. Ό,τι χαλάσει ο Χάρος, η αγάπη το διορθώνει, κι ό,τι ξολοθρέψει, το ξαναφτειάνει. Όλα τα τραβά λίγο λίγο απάνω στο φως, τα σηκώνει και τα φέρνει στα λαμπρά τ’ ακρόγιαλα της ζήσης. Ό,τι πεθάνει, η αγάπη θα τ’ αναστήσει· αλλιώς δε θα ζούσε κανένα πράμα στον κόσμο. Ο θάνατος έχει μέσα του ζωή, σαν τα θερισμένα τα στάχυα που μας θρέφουνε, ώσπου να θρέψουμε το χώμα και μεις κι άλλα στάχυα να φυτρώσουνε. Α δεν ήτανε πεπρωμένο όλα να ξαναζήσουνε, πούπετα δε θα ’βλεπες το Χάρο, και για να πεθάνουνε οι άλλοι, πρέπει πρώτα εμείς να γεννηθούμε. Χωρίς την αγάπη μήτε θα φαινότανε ο Χάρος· ζει και κείνος χάρη στην αγάπη, γιατί ό,τι δεν άρχισε δεν μπορεί και να τελειώσει. Η αγάπη κι ο Χάρος μαζί πολεμούνε. Η αγάπη πάντα θα νικήσει, σαν που νίκησε ίσα με τώρα· δεν μπορεί, τίποτα να μην υπάρχει· πάντα πρέπει κάτι να είναι, κι ό,τι είναι, στην αγάπη το χρωστούμε. Εκείνη βάζει πράσινο φύλλο στον τόπο του φύλλου που κιτρινίζει· εκείνη στολίζει κάθε χρόνο τα κλαδιά· εκείνη ανάφτει άστρα καινούρια, για ένα άστρο που θα σβήσει. Φτιάνει κόσμους κι αθρώπους γεννά. Η πνοή της παντού φυσά, περεχύνεται παντού· σαν τον αρχαίο τον Έρο, τον Ουρανό βαστά στην αγκαλιά της, ζωντανέβει το Χάος και θρέφει την ύπαρξη και τη φύση.
Τους ζωντανούς με τους πεθαμένους η αγάπη τους ενώνει. Εκείνη θα μας ενώσει με τους καινούριους πλανήτες, αν τύχει ο δικός μας να χαλάσει. Τίποτα δε χάνεται στον κόσμο. Το φιλί που σήμερα σου δίνω είναι αιώνιο φιλί. Όπου βρεθούνε αθρώποι, όπου αγαπήσουνε, τον πόθο μας, την αγάπη μας μέσα τους θα ’χουνε, κι έτσι στην ψυχή τους μέσα θα σωθεί, αιώνια θα μείνει κι η ψυχή μας. Ενας είναι ο τρόπος της αγάπης και το καρδιοχτύπι είναι το ίδιο παντού· όπου τρέμει αθρώπου καρδιά, ολωνώ μας η καρδιά τρέμει. Ένας παλμός στο στήθος μας μέσα γίνεται με τους μύριους παλμούς της αθρωπότητας όλης· ο καθένας μας μέσα του θρέφει μια σπίθα παρμένη από το παγκόσμιο κέντρο, που κέντρο δεν έχει και που σκορπίζει, που μοιράζει τις αχτίδες του σ’ ό,τι ζει. Η φωτιά παντού καίει· τ’ άστρο γεννιέται σαν και μας, γίνεται με την ίδια φλόγα που άναψε όλα τ’ άστρα κι έχει μέσα του ό,τι έχουνε και κείνα. Αφού όλος μας ο ουρανός είναι καμωμένος με την ίδια ζωή, αφού είναι η ίδια ύλη παντού, παντού θα είναι κι η ίδια ψυχή. Όλα, στην αιώνια φύση, βαστιούνται ανάμεσά τους σφιχτά· μια και μόνη αρχή, ένα νόμο έχουνε όλα. Όλα, όλα είναι ένα. Όπως νοιώθουνε τα παιδιά πως στα στήθια τους οι προγόνοι τους ζούνε, έτσι και στου κόσμου τη ζωή που δεν τελειώνει, τ’ άστρα που θα λάμπουνε, αφού χαθούμε, μέσα τους θα ’χουνε τη φλόγα και την πνοή άλλων άστρωνε που ζήσανε πρώτα. Μέσα σε κείνη τη φλόγα θα βρεθεί κι η καρδιά μας· μέσα σε κείνη την πνοή θα βρεθεί κι η πνοή μας. Μέσα στον πλανήτη τον καινούριο θα βρεθεί κι ένα μέρος του δικού μας· θα βρεθεί κι ένα μέρος της ζωής μας. Ο ίδιος άθρωπος πάντοτες ζει στους απέραντους κάμπους τ’ ουρανού, σ’ όποιο πλανήτη κι αν τύχει να γεννηθεί· όλο αλλάζει, όλο προδέβει και πάει, κι ωστόσο είναι πάντοτες ο ίδιος και με την ίδια καρδιά αγαπά»

ΙΘ’ Κατάρα

Ο άθρωπος αλλάζει κι ο κόσμος αιώνια μεταμορφώνεται. Ξεχάσαμε όμως να πούμε πως ο δάσκαλος δεν αλλάζει ποτές. Έχει κι αφτό το λόγο του· μπορεί ο δάσκαλος να μην είναι άθρωπος. Ο δάσκαλος λέει πως η γλώσσα του δεν άλλαξε· το πιστέβω και γω, γιατί κι η ανοησία στον κόσμο είναι πάντοτες η ίδια.
Όσο για την αγάπη που έχω στους δασκάλους, και κείνη ποτές δε θ’ αλλάξει. Μην το ξεχάσεις, πουλάκι μου, που μου μιλούσες τόσο νόστιμα, τόσο φρόνιμα στη Χώρα και γω σ’ άκουγα στο Πυργί. Άλλη φορά το βάζεις κι αφτό μέσα στα λόγια που θα μου πεις. Καιρός τώρα ν’ αφήσουμε πια και το Πυργί και τους δασκάλους, γιατί δε θυμούμαι κανένας δάσκαλος να μίλησε ποτές για την αγάπη μήτε να πάτησε στο Πυργί.
Την κατάρα μου να ’χει το χωριό, το πρώτο χωριό που απαντήσαμε πηγαίνοντας στα Μεστά. Άμα βγήκαμε όξω από το Πυργί, μόλις κάμαμε με το Σιορ Κωστή πενήντα βήματα δρόμο, κι ακούσαμε θόρυβο φοβερό που μας έβγαλε τ’ αφτιά. Ήτανε κάτι φωνές που ανεβαίνανε ίσα με τον ουρανό και δόντια που τρίζανε τρίζανε, έλεγες και θα σπάσουνε. Όταν μπήκαμε στο χωριό που λέω, κατάλαβα τι ήτανε το κακό· ήτανε κάτοικοι που μαλώνανε αναμεταξύ τους και τσακίζανε τσίκουδα όλη μέρα. Καβγάδες και φαγί, τόσο ξέρουνε οι αθρώποι σε κείνο το χωριό. Δε θα πω τ’ όνομά του· τ’ όνομά του από το στόμα μου δεν το βγάζω. Την κατάρα μου να ’χει! Η μνήμη του να χαθεί. Να πέσει κάτω στον γκρεμνό ή στη θάλασσα, να βουλιάξει. Ρωμαίικο χωριό δεν είναι· δε σέβεται τον ξένο. Κι ο Θεός να μην το λυπηθεί. Να σβήσουμε τ’ όνομά του από το χάρτη της Χιος, γιατί λερώνει το χάρτη. Αχ! να ήτανε δω ο αδερφός μου ο Γιάννης! Μαζί κι οι δυο μας θα χαλνούσαμε το χωριό, θα ρίχναμε κάτω τους πύργους, θα γκρεμίζαμε τα σπίτια. Είναι μέσα κακούργοι, κλέφτηδες και ψέφτες· γλυκογελούνε όσο τους μιλείς, και σε γελούνε, άμα μπορέσουνε. Έχουνε μέλι στο στόμα και φαρμάκι στην καρδιά. Το χώμα τους στη ζωή του άθρωπος να μην το πατήσει· ξένο σκυλί στο χωριό τους να μην πάει.
Τα κορίτσια τους αγάπη να μη χαρούνε· άντρα να μη βρούνε. Τα μάτια τους να μη δακρύζουνε κι ο πόνος μέσα να πνίγει την καρδιά τους. Να ξεραθούνε τα νιάτα τους, προτού κατεβούνε κάτω στον τάφο που θα σαπίσουνε τα κορμιά τους. Να μη διούνε οι πατέρες των παιδιώ τους το χαμογέλιο, αφού βρίζει η κόρη τη μάνα, όταν τη βλέπει και μιλεί με τον ξένο. Να μη χαρούνε οι μανάδες τα μωρά τους, να μην ακούσουνε τη φωνή τους στην κούνια, αφού μαθαίνουνε στα κορίτσια τους απάτη και ψεφτιά. Η γλώσσα τους να στέκεται στο στόμα και να μη σαλέβει — ή κάλλια να σαλέβει και να μην μπορεί να βγάλει λέξη. Καβγά να γυρέβουνε και να μη βρίσκουνε· ο ένας του αλλουνού να θέλει να πει βρισιές και να μην μπορεί. Βουβοί να γενιούνται. Με τα χέρια, με τα μάτια, με τα ποδάρια να πολεμά ο ένας να καταλάβει τον άλλο κι όλα στραβά να τα παίρνουνε, κρασί να ζητούνε και ξύδι να τους ποτίζουνε, αγάπη να διψούνε και μίσος να πίνουνε. Οι γυναίκες να προσπαθούνε του κάκου να μαλώνουνε τα παιδιά τους, τα παιδιά τους πατέρες, οι πατέρες τις μανάδες· να τρώγουνται, να δέρνουνται, να χτυπιούνται, τα κόκαλά τους να βγάζουνε — και τσίκουδο να μη φάνε.

Κ’ Τα παλληκάρια στο περιγιάλι

Εμείς οι Ρωμιοί μαλώνουμε συχνά μεταξύ μας. Μάλιστα στη Χιο είναι πατροπαράδοτο, αντίς να πολεμούνε τον Τούρκο, να πιάνουνται οι Ρωμιοί ο ένας με τον άλλο. Για τούτο θύμωσα και γω και το ’βαλα στο βιβλίο μου. Αγάπη και μίσος ζούνε πλάγι πλάγι στην καρδιά μας. Με την ίδια δύναμη μισούμε κι αγαπούμε, και κάποτες από τη μια ώρα στην άλλη αγαπούμε ή μισούμε. Εμείς οι Ρωμιοί έχουμε κι ένα άλλο· ξέρουμε τι μας λείπει και κάνουμε πως δεν το βλέπουμε. Τα ψεγαδάκια μας τα γνωρίζουμε, μα θέλουμε να τα βαστούμε κρυφά· δε μας αρέσει να τα λέμε. Για τούτο και γω δεν είπα τ’ όνομα του αφιλόξενου του χωριού. Μπορεί πάλε να τ’ αδίκησα· εμάς τους Ρωμιούς μάς τυχαίνει και τούτο· όταν κορώσει το κεφάλι μας, όταν κανείς μάς πειράξει, τέλειωσε, πάει! Όλα τα κακά τα ρίχνουμε στο σιχαμένο, τον καταραμένο που μας χάλασε το κέφι. Έφκολα το παρακάνουμε. Έτσι το ’παθα τώρα. Αμέσως είπα στο νου μου πως τίποτα καλό δε βρίσκεται στο κακορίζικο το χωριό που μ’ έκαμε να θυμώσω. Κι ωστόσο ίσια ίσια σ’ αφτό το χωριό απάντησα έναν περίεργο γέρο.
Ήτανε ο πρώτος του χωριού, ο προύχοντας, ο προεστός, σαν που λένε κει, ένας από τους αρχόντους, γιατί τέτοιο όνομα βγάλανε στους πλούσιους. Μια μέρα με πήγε σε μια γριά κι έβαζε τα δυνατά του για να την κάμει να μου μιλήσει και να μου πει κανένα παραμύθι. Τραβιότανε η γριά και δεν ήθελε. Άρχισε τότες ο γέρος να της λέει τι ζητούσα, για ποιο σκοπό είχα κάμει τόσο μεγάλο ταξίδι, και πως γύρεβα να μάθω την προφορά κάθε χωριού, να συγκρίνω τη μια χώρα με την άλλη, να διω πώς μεταμορφώνεται η γλώσσα μας και πώς έγινε, πώς αρχίσανε οι αθρώποι να μιλούνε πρώτα μέσα στα μικρά τα χωριά, και πώς από τα πρόστυχα τα χωριά βγήκε λίγο λίγο, προχώρησε και σκορπίστηκε σ’ όλη τη γης η αθρώπινη γλώσσα.
Ο αγράμματος αφτός ο χωρικός, που στα νιάτα του μόλις είχε κάμει πεντέξη μήνες στο σκολειό, αν και μεγάλωνε τα πράματα με τη φαντασία του, τα ξηγούσε όμως με τόση ρητορική, με τόσο σωστά και παστρικά λόγια, που κατάλαβα και γω πρώτη φορά γιατί βγήκα στο ταξίδι. Άμποτες να το καταλάβαινα σαν και κείνονε! Τα λόγια του γέρου μου δείχνανε τόντις με τι τρόπο έπρεπε κανείς να πιάσει τη δουλειά και να σπουδάσει γλώσσα. Είχα λάθος να νομίζω πως ήξερα γράμματα· μ’ έπιασε απελπισία, γιατί έβλεπα πως δε θα το κατορθώσω στη ζωή μου να μιλήσω τόσο καλά. Πού τα ’μαθε; Από πού τα πήρε; Πού τα φαντάστηκε; Μόλις είχα προφτάσει να του πω ένα λόγο κι αμέσως τον άρπαξε ο νους του! Ο καημένος ο γέρος! Ένα παράπονο είχε· — «Δεν μπορώ, μου έλεγε, να διαβάσω τίποτις απ’ όσα σήμερα γράφουνε. Τις φημερίδες δεν τις καταλαβαίνω κι έτσι δεν ξέρω και τι γίνεται στον κόσμο. Ας μας κάμουνε και μας ένα βιβλίο, που να νοιώθουμε λίγο τι λέει!»
Στα Μεστά πάλι έκαμα φίλο έναν άλλο γλωσσολόγο, το Μιχάλη. Μ’ έβλεπε να γράφω κι όλο να σημειώνω λέξες. Μου είπε και κείνος μια λέξη κι αμέσως έτρεξε να διει με τι τρόπο την έγραφα. — «Άδικα, λέει, χάνεις τον κόπο σου· η δουλειά σου δεν αξίζει· γράφεις τη λέξη που σου είπα, με ρωμαίικα γράμματα και δε βγαίνει τίποτα. Δεν μπορείς να πάρεις καλά την προφορά, αφού ίσια ίσια σου λέω γράμματα που δεν τα ’χει τ’ αρφάβητό μας.» Ο Μιχάλης κι όλοι οι Μεστούσοι, αντίς απλό σ, έχουν ένα σ, σαν το sch το γερμανικό· και το λένε κάθε φορά που το σ είναι αρχικό κι έρχεται κατόπι ε ή ι, ή που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο φωνήεντα, φτάνει το δέφτερο φωνήεντο να είναι ε ή ι· στις λέξες όπου η κοινή βάζει σ και λέει σήμερα ή ασήμι, βάζουνε κείνοι αφτό το sch, γιατί λέγοντας το σ στρογγυλώνουνε το στόμα και πάει ν’ αγγίξει η γλώσσα τους τον ουρανίσκο, αντίς να στέκεται ίσια, με τρόπο που το σ τους είναι υγρό, όχι ξερό σαν το δικό μας· έτσι και το ν, μ, λ, ζ στα μεστούσικα (αλλού και το τ) βρέχουνται με το ίδιο σύστημα στον ουρανίσκο, μπροστά σε ε ή ι. Ο Μιχάλης ήθελε λοιπό να μου πει πως αν το σιορ το γράψω με σ δικό μας, τίποτα δεν κατόρθωσα. Ησύχασα τον καλό το Μιχάλη· του έδειξα πως ήτανε τρόπος να σημειώνει κανείς ό,τι θέλει με κάτι σημεία ξεχωριστά, βάζοντας ή περισπωμένη στο σ, λ, ν, ή μια τελεία απάνω στα γράμματα που δεν έχουνε τη συνηθισμένη προφορά. Του άρεσε πολύ η ιδέα και μου ζήτησε να του μάθω τον τρόπο. Του τον έμαθα όσο μπόρεσα, για να μην του χαλάσω το χατίρι λέγοντας όχι. Συλλογιόμουνε και γω μέσα μου σαν το Μιχάλη· — «Άδικα χάνω τον κόπο μου.» Αφού περάσανε οχτώ μέρες, χωρίς να πει τίποτα, μου έφερε ο Μιχάλης ένα χαρτί γεμάτο λέξες σημειωμένες με τα γράμματα που του είχα δείξει και πολύ καλά σημειωμένες.
Ο Μιχάλης από το χωριό του δεν είχε βγει στη ζωή του· ήξερε μόνο να διαβάζει και να γράφει. Πώς το κατόρθωνε να μπει στο νόημα τόσο έφκολα; Πώς καταλάβαινε με μιας πράματα που τα σπουδάζουμε χρόνια στην Εβρώπη και που πολλοί δεν τα καταλαβαίνουνε όσο κι αν τα σπουδάσουνε; Και σ’ αφτό φαίνεται ο Ρωμιός. Είναι ξυπνός ο λαός μας. Μια λέξη τού φτάνει για να γεμίσει ο νους του. Πόσοι σαν το Μιχάλη! Πόσοι που, α μαθαίνανε ποτέ τους δυο γράμματα μ’ έναν καλό δάσκαλο, θα μπορούσανε ίσως και κείνοι κάτι να γίνουνε. Παρατήρησα μάλιστα συχνά πως η ψέφτικη μάθηση του σκολειού χαλνά τα πιο γερά κεφάλια. Αντίς να τους λένε πως η γλώσσα μας είναι βάρβαρη, αντίς να τους διαβάζουνε την καθαρέβουσα, αν τους μιλούσανε πιο σωστά, πιο φρόνιμα, αν τους διδάσκαν επιστήμη κι αλήθεια, πόσους προκομμένους θα είχαμε σήμερα! Πνέμα είναι, μα είναι κοιμισμένο, θέλει ξύπνηση. Στο καλό χώμα φτάνει να σπείρεις, και μόνο του φυτρώνει. Πόσοι πήγανε του κάκου, γιατί τους στάθηκε αδύνατο να προκόψουνε! Ποιος ξέρει, απάνω στα βουνά, στα λαγκάδια, στα χωριά, μέσα στην Ελλάδα και σ’ όλη την Ανατολή, μέσα στους κάμπους όπου σκάφτουνε, βωλοσηκώνουνε, χτίζουνε, δουλέβουνε, ποιος ξέρει πόσα μεγάλα, πόσα έξοχα κεφάλια πήγανε χαμένα, και τα στερήθηκε η επιστήμη, η ζωή! Τον πόθο τον έχει ο καθένας, ο τρόπος του λείπει. Δεν έχει τη σωστή μέθοδο· δεν έχει τα μέσα. Μου φαίνεται σα να τους βλέπω μαζωμένους όλους τους νιους στο περιγιάλι, γύρω γύρω στα νησιά. Δεν έχουνε στην τζέπη τους παρά· μόλις δυο γράμματα ξέρουνε και πήρε φωτιά ο νους τους. Άλλο δε θέλουνε παρά να φύγουνε, την πατρίδα ν’ αφήσουνε, να χωριστούνε από τη μάνα που σκύφτει και μέρα νύχτα στον κάμπο δουλέβει.
Στέκουνται όλα τα παλληκάρια στο γιαλό, με την καρδιά ελπίδες γεμάτη, με το κεφάλι αψηλά, με περήφανο μάτι και προσμένουνε. Περνά το καράβι και τους βλέπει. Φωνάζουνε του καραβοκύρη· — «Να χαρείς τη ζωή σου, στάσου, καπετάνιο, πάρε με και μένα.» — «Πού θέλεις να πας;» — «Θέλω να πάω στην Εβρώπη, θέλω γράμματα να μάθω.»
— «Και τι θα τα κάμεις;» — «Θα γίνω μεγάλος. Θα τιμήσω την πατρίδα.» — «Αμέ συ;» λέει ο καπετάνιος.
—— «Και γω θέλω να ’ρθω μαζί σου. Να με πας στον τόπο που σπουδάζουνε. Εκεί κάτι θα κάμω.» — «Έρχουμαι και γω. Έπιστήμη θέλω να μάθω, θέλω ν’ ανεβάσω το νου μου ίσα με τ’ άστρα, θέλω να διω ποια δύναμη βαστά καρφωμένα στο διαμαντένιο στερέωμα τ’ ουρανού τα χρυσά καρφιά που βλέπω και λάμπουνε κάθε νύχτα. Θα μετρήσω τους γύρους που κάνουνε οι πλανήτες. Ο μεγαλύτερος αστρονόμος του κόσμου θα γίνω μια μέρα.» — «Μη με ξεχάσεις και μένα, καλέ μου καπετάνιο! θα χτίσω παλάτια, το μέτωπο του Παρθενώνα θα σιάξω. Φειδία θα με πούνε.» — «Και μένα μη μ’ αφήσεις. Κάτι νοιώθω μέσα μου που με σπρώχνει. Η θάλασσα με τραβά. Πρέπει να μελετήσω, να προκόψω, θέλω να γίνω ποιητής, αθάνατος ποιητής της πατρίδας.»
Έναν ένανε τους παίρνει ο καπετάνιος και πάνε. Έρχουνται στο Παρίσι και με βρίσκουνε. — «Παράδες να μας δώσεις για να μάθουμε αστρονομία, αρχιτεχτονική, γλωσσολογία και ποίηση.» — «Παράδες, παιδιά, δε μου χάρισε ο θεός. Αλλιώς να το πιάσουμε το πράμα. Να συνάξουμε, αν μπορούμε. Πάμε στους πλούσιους μαζί, κάτι να σας βοηθήσουνε.» Οι πλούσιοι Ρωμιοί είναι κάποτες και καλοί αθρώποι. Μπορεί μάλιστα καμιά φορά να ’χουνε και καλούς τρόπους. Ανοίγουνε το πουγκί τους, βγάζουνε πέντε παράδες, αν είναι κρυφά, και δέκα, αν το γράψουνε οι γαζέτες. Βάζουνε τους παράδες στων παλληκαριώ μας το χέρι· κάπου κάπου τους βάζουνε και δυο λόγια στ’ αφτί. Οι φρόνιμοι γέροι τους λένε· — «Τι σηκωθήκατε κι ήρθατε στο Παρίσι; Ξιπαστήκατε; Να μάθετε τουλάχιστο καμιά τέχνη που να είναι τέχνη. Μάθτε γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, ας είναι και δασκάλοι. Αφτά κάτι χρησιμέβουνε και μ’ αφτά πάντα θα βγάλετε το ψωμί σας. Να γυρέβετε πόρο ζωής. Μα ποίηση, αστρονομία, φιλολογία, τι παραμύθια είναι αφτά; Και πού θα σας καταντήσουνε; Αστρονομία; Να γίνετε μηχανικοί, που δεν έχουμε μηχανικούς! Βγάλατε και κάτι λέξες καινούριες που δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε· όλο μιλείτε για παλαιογραφία, γλωσσολογία, ιστορία της τέχνης. Παιδιακήσιες ανοησίες! Τρελαθήκατε; Καιρός να βάλετε γνώση.» Έτσι μιλούνε οι γέροι· αν τύχει κι είναι ο νιος μας λιγάκι περήφανος, αν τύχει και τους αποκριθεί, τότες κι άλλο του λένε· «Καλή η περηφάνια, μα όταν κανένας είναι φτωχός, περηφάνια δε χρειάζεται.»
Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, κι αψηλά να βαστάτε το κεφάλι σας. Μην ακούτε τι λένε οι γέροι. Αμέ, που ταιριάζει καλύτερα περηφάνια παρά στη φτώχεια; Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, και να μη βάλετε γνώση. Να μείνετε πάντα τρελοί. Την τρέλα σας την αγάπησα. Οι φιλόσοφοι που σας τα ψέλνουνε, μόνο ένα δε βλέπουνε, πως η τρέλα σας τιμά την πατρίδα. Εσείς είστε το στολίδι της Ρωμιοσύνης. Η τρέλα σας μας δείχνει τι έχει μέσα του το ρωμαίικο αίμα. Από κει φαίνεται της μάθησης ο γενναίος ο πόθος, η αγάπη της μεγάλης της μελέτης. Εσείς έχετε θάρρος, πίστη κι ελπίδα που θα μεγαλώσει το γένος, που θα μεγαλώσετε και σεις. Φωτερές κι ολόχρυσες ελπίδες! Πολεμάτε για το μέλλο της Ελλάδας, και σε σας θα το χρωστούμε μια μέρα. Κι αφτό κάτι θα πει. Το μέλλο είναι ό,τι θα είστε και σεις· μέσα σας το ’χετε κι η ιστορία μας θα γίνει ό,τι την κάμετε να γίνει. Αφτό πρέπει να συλλογιούμαστε. Καλά κάνετε, παιδιά. Μη γυρέβετε όλο τα χρήσιμα τα πράματα· χρήσιμα είναι όσα δε χρησιμέβουνε. Οι φρόνιμοι γέροι ίσως αφτό δεν το ξέρουνε· ας με πιστέψουνε και μένα. Μη θέλετε πόρο ζωής! Μη μάθετε γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι. Βαρέθηκα τους γιατρούς, τους μηχανικούς και τους δικηγόρους. Μη μάθετε δασκάλοι· σιχάθηκα τα γράμματα και βιβλίο δεν πιάνω στα χέρι. Μάθτε κάλλια σοβαρή επιστήμη· μάθτε γερή δουλειά· δουλέψτε μέρα και νύχτα για να βγάλετε το γράψιμο κανενός άγνωστου χερόγραφου· ας λιγνέψει τα κορμί σας κι ας κιτρινίσει το πρόσωπό σας, ώσπου να καταλάβετε τι λέει. Μελετήστε τις παλιές γλώσσες, σκαλίστε τους νόμους και τη φιλοσοφία τους· ξετάστε την ιστορία της τέχνης, να διείτε πόσα έπρεπε να μάθει ο αθρώπινος νους για να βρει το σωστό και τ’ ωραίο. Κάμτε αμέτρητους λογαριασμούς για να καταλάβετε πως γύρω γύρω στον ήλιο χορέβουνε οι πλανήτες τον ακάματό τους το χορό. Βρείτε άστρα καινούρια που δεν τα ξέρουνε ακόμη, πείτε μας τη χημική τους σύγκραση, τον οργανισμό τους, τα σώματα που μέσα τους έχουνε. Να πέσετε κατακέφαλα στη σπουδή, στη σπουδή που φαίνεται άχρηστη, περιττή, που δεν έχει σκοπό πραχτικό, που δε βγάζει παρά. Μην ακούτε τους φρόνιμους γέρους που σας κυβερνούνε. Αφτά είναι που θα σας τιμήσουνε. Η πατρίδα τότες μόνο θα λογαριάζει στην Εβρώπη, όταν αποχτήσει και κείνη επιστήμη δική της. Ο λόγος δεν είναι όλο στα σκολειά να δίνουμε, για να γίνει το χτίριο πιο λαμπρό ή να τρώνε τα παιδιά καλύτερο φαγί. Ένας μεγάλος σοφός πιότερο θα σας τιμήσει στην Εβρώπη παρά γυμνάσια δυο χιλιάδες. Βγάλτε κανέναν καλό παλαιογράφο, κανέναν αστρονόμο σπουδαίο που να γύρισε την Εβρώπη, κανέναν άξιο μαθηματικό, και βλέπετε τότες πως βάζει κάτω και λαμπρά χτίρια και καλά φαγιά. Ένας που ξέρει να διαβάζει κώδικες παλιούς, που γνωρίζει την αξία του καθενός τωνε, που είναι ικανός να τους καταλογίσει όπως πρέπει, που δεν τον έχετε για τίποτις εσείς, γιατί δε φαντάζει η δουλειά που κάνει και που μόνο δέκα νομάτοι στην Εβρώπη μάθανε τ’ όνομά  του, πιο πολλή δόξα θα σας φέρει παρά χίλια μπόσικα βιβλία που φαντάζουνε και που δεν έχουνε τίποτα μέσα τους. Η σοβαρή, η αληθινή επιστήμη είναι η επιστήμη που δεν ακούεται· ο μεγαλύτερος σοφός είναι ο σοφός που μόνο δυο τρεις ξέρουνε την ύπαρξή του. Ο άγνωστος ο εργάτης που κουβαλεί τις πέτρες κάθε μέρα, χτίζει το σπίτι, όχι ο μάστορης που τον προστάζει. Χωρίς εργάτη δε γίνεται σπίτι. Όσοι μαζώνουνε τις πέτρες μια μια, όσοι κάνουνε αδιάκοπη και ταπεινή εργασία, χτίζουνε την επιστήμη· όσοι είναι περίφημοι και γνωστοί άλλο δεν κάμανε παρά να συνάξουνε και να στρώσουνε των αλλωνώνε τη δουλειά και τη μάθηση. Πού να το καταλάβουμε ακόμη τέτοιο πράμα; Ο Ρωμιός όλο θέλει ν’ ακουστεί — κι ο έμπορος πάλε όλο θέλει να κερδίζουμε χρήματα. Το έθνος είναι νέο, άπραχτα τα κεφάλια. Χρειάζεται βασίλειο μεγάλο, ιστορία παλιά για να νοιώσει ένας λαός τι χρησιμέβουνε οι τέχνες που χρήσιμες δεν είναι, και να κάμει Ακαδημίες να τις στεγάσει.
Σας είδα, παλληκάρια, και σας ξέρω. Εσείς είστε τ’ αληθινά ρωμιόπαιδα. Τρώτε ψωμί με τυρί, κάποτες μάλιστα και κείνο δεν το τρώτε, μα δε σας μέλει. Φτάνει να κάθεστε και να διαβάζετε. Πόσους βλέπω στο Παρίσι χλωμούς, με ρούχα ξεσκισμένα, με πρόσωπο λιγνά που φαίνουνται τα κόκαλά τους — και με τη χαρά στα μάτια. Έρχουνται και μου λένε πως βρήκανε καμιά δουλειά, πως βγάζουνε τα ψωμί τους, πως κερδίζουνε πενήντα φράγκα τα μήνα, και πως ζούνε· τέλος πάντα, και πως δεν έχουνε κανένα παράπονο, αφού μπορούνε και σπουδάζουνε. Εσείς που ψωμοζητάτε, να ’χετε θάρρος και να μη λυπάστε! Εσείς είστε οι πλούσιοι· δική σας είναι η βασιλεία του Πατέρα.
Με τα λόγια, παιδιά, τίποτα δε γίνεται. Τι να κάμουμε; Μάς χρειάζεται πομονή. Περιμέντε να μεγαλώσει το παιδί, να γεράσει λιγάκι η πατρίδα, να γνωστέψει. Τότες έρχεστε πάλε και με βρίσκετε. Για την ώρα καθήστε στη γωνιά σας. Δεν μπορώ τίποτα να κάμω για σας. Έχω άλλους μπελάδες στο κεφάλι. Πάω στην Αθήνα! Άβριο, άβριο αναχωρέω. Πρέπει να προσέξω καλά να μην πω ανοησίες, να λέω άρτος αντίς ψωμί, αντίς κρασί να λέω οίνος, να μιλώ κορακιστί κι ευγενιστί, να μην πειράξω κανένα δάσκαλο, να θυμηθώ τα λόγια της γιανούλας, να μη μου ξεφύγει άξαφνα καμιά βάρβαρη λέξη — να ξεχάσω τη γλώσσα μας και να μάθω την καθαρέβουσα.

ΚΑ’ «Συμβιβασμός»

Την τύχη τη δική μου δεν την έχει κανείς! Τι κάθουμαι και συλλογιούμαι να μην κάμω τρέλες ή να μην πω ανοησίες; Μήτε τρέλες θα κάμω μήτε ανοησίες θα πω. Δεν μπορώ να ’χω τέτοιο φόβο· είμαι γεμάτος νου και γνώση, η σοφία μου ξεχειλίζει, η φρόνηση με πνίγει. Ας πάνε άλλοι να πέσουνε μπρούμυτα στη λάσπη, να περιφέρνουνται στους δρόμους και να μη βλέπουνε πού πατούνε. Εγώ έχω ένανε που με βαστά από το χέρι, έχω το Μέντορά μου. Ο Τελέμαχος δεν μπορούσε να πει λέξη που να μην είναι σωστή· του ήτανε αδύνατο να στραβοπατήσει, μιαν αλλόκοτη πράξη δεν κατόρθωνε να κάμει· ήθελε δεν ήθελε, τον ίσιο δρόμο έπαιρνε πάντα. Και γιατί, σας παρακαλώ; Γιατί είχε το Μέντορα πάντα μαζί του. Για τούτο στάθηκε τόσο φρόνιμος νιος και παινέθηκε στον κόσμο. Το ίδιο θα πάθω και γω. Φόβο δεν έχω, τώρα που πάω στην Αθήνα!
Ο Μέντοράς μου με προσέχει σ’ ό,τι κάμω. Όταν ταξιδέβω και δεν τον έχω πλάγι μου, θυμούμαι τα λόγια του και κυβερνιούμαι καλύτερα. Μπορείς και συ, και κάθε άθρωπος, εκεί που περπατείς και χάσκεις κοιτάζοντας τα σύννεφα, άξαφνα να σκουντάψεις σε καμιά πέτρα, να πέσεις με τα μούτρα ή και να στραγγουλίσεις τα πόδι σου. Τα πράμα πολύ δυσάρεστο, γιατί πρέπει να σηκωθείς, ή κάποιος να σε σηκώσει, να γυρίσεις σπίτι, να φωνάξεις το γιατρό, ίσως να δείρεις και τη γυναίκα σου. Τότες καταλαβαίνεις τι χρήσιμος που θα σου ήτανε κανένας καλός οδηγός. Τέτοιονα έχω και χαίρουμαι. Είμαι κομμάτι λωλούτσικος, θέλω χαλινάρι να μου σφίγγει το στόμα. Ο σεβαστός μου ο φίλος ξέρει πολλά να μου πει για μετριοφροσύνη, για σωφροσύνη, για μετριότητα. Όλα μέτρια τ’ αγαπά. Μια μέρα, στην εξοχή όπου σεργιανίζαμε κι οι δυο μας, ανεβήκαμε μαζί σ’ ένα αψηλό βουνό· ήτανε από κάτω μας βράχοι. Έβλεπα θάλασσα πέρα πέρα και μ’ έπιασε τόση αγάπη για το μαβί της το χρώμα, που πήγα να σταθώ στο βράχο κοντά για να τη χορτάσω στα μάτια μου. Ο Μέντοράς μου με τράβηξε από το ρούχο και μου είπε· — «Ανάγκη δεν είναι να πέσεις στον γκρεμνό. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον. Η μετριοφροσύνη κοσμεί τον αληθή άνδρα. Εν τω μέσω η αρετή.»
Δεν είναι άθρωπος που καμιά φορά να μη θύμωσε, βλέποντας πως δυο και δυο κάνουνε πάντα τέσσερα. Με το συβιβασμό κι αφτό το διορθώνεις· τα δυο και τα δυο τα κάνεις πέντε — φτάνει να βρεθείς σε ανάγκη. Η αριθμητική, σαν που την ξέρει ο καθένας, έχει κάτι απόλυτους νόμους που δεν αλλάζουνε· της λείπει σωφροσύνη, δεν έχει μέτρο. Με το σύστημα του Μέντορα μου βάζει γνώση και κείνη. Πάρε τώρα τη γεωμετρία. Τι σου λέει; — «Κάθε τρίγωνο έχει τρεις γωνιές — όχι παραπάνω — κι οι τρεις γωνιές κάθε τρίγωνου, αν τις προστέσεις τη μια με την άλλη, είναι ίσιες με δυο ορθογώνιες, αν τις προστέσεις τη μια με την άλλη·» ή πάλε· «Το τετράγωνο της υποτείνουσας ενός ορθογώνιου τρίγωνου είναι ίσιο με τα δυο μαζί τα τετράγωνα που βγάζουνε τ’ άλλα δυο πλεβρά, όταν τα συμποσώσεις το ένα με τ’ άλλο.» Αμέσως βλέπει ο καθένας πως το παρακάνει η γεωμετρία. Πολύ πιο σωστό και φρόνιμο θα ήτανε αν έλεγε· — «Είναι τρίγωνα που έχουνε τρεις γωνιές, μα μπορεί πάλε να μην έχουνε και τόσες» ή «οι δυο γωνιές είναι ίσιες με δυο μισογωνιές ή με δυο μισορθογωνιές» ή μάλιστα «είναι ίσιες και δεν είναι.» Ο Αριστοτέλης δε θα μπορούσε να το πει καλύτερα, κι όταν έδειχνε και δίδασκε πως η αρετή βρίσκεται πάντα στη μέση, τέτοια πράματα θα είχε στο νου του. Η αρχή είναι φρόνιμη και παντού ταιριάζει. Μπορεί να χρησιμέψει και κει που δεν το προσμένει κανείς. Αν τα βάλουμε με τους Τούρκους, βγαίνεις άξαφνα και μας λες· — «Μίσα τον Τούρκο, μα μπορείς κιόλας λιγάκι να τον αγαπάς. Μας αφάνισε, μας έγδειρε, μας σκότωσε, αλήθεια! Μα διες τώρα τι διαφορά! Μας μισογδέρνει, μας μισαφανίζει, μας μισοσκοτώνει· πρέπει λοιπόν και μεις να μισαγαπούμε τους Τούρκους.» Τέτοια λόγια να πεις, χαίρεται ο κόσμος που σ’ ακούει. Στην Ελλάδα μάλιστα ο πολιτικός αφτός συμβιβασμός κατάντησε νόμος. Στην Τουρκιά είναι γενική συνήθεια. Με τους Τούρκους μπορεί ο χριστιανός να κερδίσει παράδες και με παράδες τι δε συμβιβάζεις;
Πουθενά όμως δεν ταιριάζει τόσο, πουθενά ο συμβιβασμός δεν πιάνει τόσο πολύ τον τόπο του, όσο στο ζήτημα της γλώσσης. Εκεί βλέπεις στα γεμάτα τι αξίζει το λαμπρό αφτό το σύστημα, εκεί φανερώνεται με μιας όλο το βάθος της καινούριας αφτής φιλοσοφίας. Να ξέρει κανείς τέλεια την αρχαία τη γλώσσα, λέει ο συμβιβασμός, ή να θέλει να μάθει όλους τους κανόνες της νέας, είναι υπερβολή. Βάλε που έχει το πράμα και τη δυσκολία του. Το φρόνιμο είναι να ξέρεις μισά τη μια, και μισά την άλλη. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον. Η μετριοφροσύνη κοσμεί τον αληθή άνδρα. Εν τω μέσω η αρετή. Έτσι πέφτουνε όλοι σύφωνοι ή να πούμε καλύτερα, μισοσύφωνοι.
Ας προσέξουμε τώρα και στη λέξη συμβιβασμός. Θα διεις πως μοναχή της μπορεί να σου δείξει τι είναι ο συμβιβασμός. Παρακαλώ, λίγη πομονή, να κάμουμε και μεις το φιλόλογο. Ο Ησύχιος κι ο Σουΐδας αναφέρνουνε τη λέξη συμβίβασις· δε γνωρίζουνε τον τύπο συμβιβασμός. Ο Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός γράφει (βιβλ. Α’, παραγρ. 67)· «Πέπονες δε προς μεν φιλίας και συμβιβάσεις εισίν αγαθοί.» Ο Αρτεμίδωρος έζησε, καθώς ξέρει ο καθένας, δυο αιώνες μετά Χριστό· άγνωστος ακόμη και τότες ο συμβιβασμός. Έτσι λένε και τα σκόλια του Εβριπίδη, στις Φοίν., στ. 375 (συμβιβάσεις) και 587 (ξυμβίβασιν), στην έκδ. του Dindorf. Πρώτη φορά απαντάς τ’ όνομα συμβιβασμός στου Γιώργη Πισίδη το Εξαήμερο, στ. 1409· «και συμβιβασμός γίνεται των σχισμάτων.» Έχουνε τη λέξη κι οι Παντέχτες· «Διάλυσίς έστιν αμφιβαλλομένου χρέους συμβιβασμός.» Ο άγ. Επιφάνιος (αίρ. ΞΣΤ’, ιδ’), κι ο Ιάμπλιχος (Β. Π. παρ. 69, σελ. 50, 2 στην έκδ. του Α. Nauck, 1884) βάζουνε, ο πρώτος· «πείσαι αμφοτέρους εις συμβιβασμόν ειρήνης», κι ο δέφτερος· «Εναντίων δυνάμεων ειρήνευσιν και συμβιβασμόν.» Στους αρχαίους δε βρίσκεται συμβιβασμός. Απ’ αφτά τι βγαίνει; Βγαίνει που η λέξη δεν είναι αρχαία· δεν είναι και νέα· είναι μεσαιωνική. Τέτοιος κι ο συμβιβασμός. Όλα τα θέλει μισά, ως και τα χρονολογικά του.
Ποιος δεν το ’παθε στη ζωή του ή να λυπηθεί πάρα πολύ ή να καταχαρεί, να ξεκαρδίζεται από τα γέλια κάθε λίγο δίχως κανένα λόγο, ή να του πνίγουνε την καρδιά δάκρυα πικρά σαν το φαρμάκι; Ποιος καμιά φορά δεν είναι υπερβολικός; Παραδείγματος χάρη, είναι βέβαιο πως θα πεις άγγελο την πρώτη γυναίκα που θ’ αγαπήσεις· ίσα με το ταβάνι θα πηδήξεις με το πρώτο φιλί που θα σου δώσει. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό να της κάμεις όρκο πως θα την αγαπήσεις όλη σου τη ζωή κι ακόμη παραπάνω. Άμα πάλε χάσεις την αγάπη σου, κατάντησε γενικό σύστημα να δέρνεσαι, να κλαις σαν το μοσκάρι την ώρα που το σφάζουνε και να φωνάζεις πως ποτέ σου πια δε θ’ αγαπήσεις, πως θα πεθάνεις ή τουλάχιστο πως θα γίνεις καλόγερος. Το κάτω κάτω ντροπιάζεσαι με τέτοια λόγια και πέφτεις μικρός, γιατί ζεις, τρως, κοιμάσαι και σ’ ένα μήνα ξέχασες όρκους, θάνατο και τον άγγελο μαζί. Ωστόσο την ώρα που τα λες, τα πιστέβεις· μάλιστα νοιώθεις μέσα σου μιαν ανάγκη να τα πεις, κι α δεν τα ’λεγες θα σου φαινότανε πως δεν αγαπάς με τα σωστά σου. Ο Μέντοράς μου μου έμαθε με τι τρόπο είναι φρόνιμο να φέρνεται κανείς σε τέτοια περίσταση, για να τα ταιριάξει όλα και να μην το παρακάμει· — «Να, τέτοιες ώρες, λέει, χρειάζεται συμβιβασμός. Πες της αγάπης σου πως θα την αγαπήσεις μόνο τη μισή σου τη ζωή. Φώναζε πως θα μισοπεθάνεις ή πως θα γίνεις μισοκαλόγερος. Έτσι όλα συμβιβάζονται. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον» κτλ.
Ας κάμουμε τώρα και λίγη γλωσσολογία — για τους γλωσσολόγους· θέλω να πω πως ο συμβιβασμός δεν έχει ανάγκη να μας διαβάσει· δεν έχουμε ανάγκη και μεις να γράφουμε για το συμβιβασμό. Ας τα πούμε ωστόσο εμείς καθαρά καθαρά, για να μας καταλάβουνε και τα παιδιά, δε λέω οι δασκάλοι. Η φωνολογία μας σήμερα δεν παραδέχεται την πλοκή μφ νθ νχ. Το ν δεν προφέρνεται· ο καθένας θα πει νύφη πεθερός θυμούμαι και κόχη, αντίς νύμφη πενθερός ενθυμούμαι (το θυμούμαι το δικό μας δεν έχει να κάμει με το θυμούμαι της αρχαίας, γιατί και το νόημα είναι όλους διόλου διαφορετικό και γιατί σώζεται στην Κύπρο το ρήμα αθ-θυμούμαι), κόγχη κτλ. Ό,τι είναι σωστό για το φθχ, πρέπει να είναι σωστό και για το β δ και γ. Θα πούμε με τον ίδιο τρόπο το βασιλιά το διάβολο το γέρο, αντίς τον βασιλιά, τον διάβολο, τον γέρο [6]. Αφού το φθχ και το βδ και γ δε θέλουνε το ν, φυσικά δεν μπορεί μήτε το σ και ζ να ’χει ν προτερινό του. Για τούτο λέμε Κωσταντίνος, Κωστής, τη ζωή, τη ζήση, αντίς Κωνσταντίνος, Κωνστής, την ζωή, την ζήση. Ποιος είναι ο λόγος; Να το διούμε τώρα. Όλα αφτά τα φωνήματα, φθχ, βγδ, σζ μοιάζουνε αναμεταξύ τους κι έχουνε κάτι που τους είναι κοινό· όλα τους είναι ημίφωνα, θα πει πως μπορείς να προφέρεις ένα φ όση ώρα θέλεις κι όσο δεν πιάνεται η αναπνοή σου· το π όμως, που είναι άφωνο, πρέπει με μιας να το βγάλει το στόμα σου — και τελειώνει. Όλα τ’ άλλα φθχ, βγδ, σζ, τα μακραίνεις και τα λες. Αφτό είναι το γνώρισμά τους, και δεν έχεις παρά να δοκιμάσεις να προφέρεις ένα π ή ένα φ, να το διεις. Αφού έχουνε τα ημίφωνα συγγένεια αναμεταξύ τους και γνώρισμα που τα ξεχωρίζει από κάθε άλλο φτόγγο, πρέπει ό,τι γίνει με το ένα να γίνει και με τ’ άλλο, ό,τι πάθει το ένα και τ’ άλλο να το πάθει, ό,τι συνέπειες έχει του ενός η γειτονιά να τις έχει και του αλλουνού. Για τούτο με κανένα ημίφωνο, ν δεν προφέρνεται κι έχουμε νόμο στη γλώσσα μας· «Πριν από τα ημίφωνα ν δεν ταιριάζει.»
Τον ίδιο νόμο έχει κι η αρχαία· δε λέει σύνζυγος, μα σύζυγος· δε λέει συνστέλλω, μα συστέλλω· δε συνηθίζει να λέει συνσίτιον, μα αναδιπλασιάζει το σ και το κάνει συσσίτιον. Ο αναδιπλασιασμός έχει και κείνος το νόημά του· σημαίνει πως δεν ταιριάζουνε πλάγι πλάγι ν και σ, αφού γίνουνται ένα. Με τον αναδιπλασιασμό έπαψε και στη γλώσσα μας ν’ ακούεται το ν· πρώτα έγινε νύφφη πεθθερός θθυμούμαι, κι έπειτα νύφη πεθερός θυμούμαι, καθώς έγινε σήμερα και στην καθαρέβουσα το άλλος άλος και συσίτιον το συσσίτιον που αναφέραμε, γιατί χάθηκε στην κοινή γλώσσα ο αναδιπλασιασμός. Πώς γίνεται όμως τώρα, η αρχαία, αντίς ν’ αναδιπλασιάζει το νθ, σαν το νσ, να λέει άνθρωπος με ν, και ξεναντίας με το φθχ, με το βδ και με το γ, να ’χει παντού το ν; Γιατί τούτο, θα μου πεις; Γιατί τότες το φθχ, το βδ και το γ δεν ήτανε ημίφωνα· ήτανε άφωνα κι έτσι τα ξέρουνε και τα λένε οι παλιοί μας γραμματικογράφοι. Σήμερα που τ’ άφωνα πληθαίνανε, ήτανε ανάγκη ο ίδιος νόμος να κυβερνήσει και πιότερες λέξες. Το κάτω κάτω, μπορούμε να πούμε πως όποιος λέει νύφη πεθερός και κόχη, μιλεί σαν τους αρχαίους, αφού προσέχει τον ίδιο κανόνα και δε βάζει ν με τα ημίφωνα. Όποιος λέει νύμφη πενθερός τον γείτονα τον χειμώνα κι άλλα τέτοια με ν, καταπατεί τον κανόνα της αρχαίας, αφού βάζει ν με τα ημίφωνα και μιλεί σαν τους ξένους, γιατί μόνο οι ξένοι φτιάνουνε κανόνες του κεφαλιού τους σε μια γλώσσα που δεν ξέρουνε. Ο λαός μας πουθενά και σε κανένα μέρος της Ελλάδας δε βάζει το ν, όπου δεν πρέπει. Η αρχαία γλώσσα δε χάθηκε· θα τη βρεις στο στόμα του λαού. Η αρχαία θα σε κάμει να καταλάβεις τη νέα, και με τη νέα μπαίνεις στο νόημα της αρχαίας. Η γλώσσα μας η ρωμαίικη είναι συνέχεια της ελληνικής· για να είναι όμως συνέχεια, έπρεπε ν’ αλλάξει, αλλιώς θα ήτανε πάντοτες η ίδια —και μήτε η αρχαία, στην ιστορική της σειρά, έμεινε πάντοτες η ίδια, μήτε βρέθηκε στον κόσμο ποτές γλώσσα ζωντανή που να μην αλλάξει. Οι γλώσσες που δεν αλλάζουνε είναι οι ξεχασμένες, οι πεθαμένες γλώσσες, που άθρωπος πια δεν τις μιλεί.
Ας σημειώσουμε το λοιπόν την αρχαία την προφορά με γράμματα πιο παχιά φ θ χ β δ γ, για να τα διακρίνουμε καλύτερα, κι έτσι να διούμε τι απόγινε με το φθχ· Το φ, το β και το χ ήτανε άφωνα διπλά· το δ β και το γ ήτανε απλά. Ότα λέγανε το φβχ, ακουγότανε πρώτα ένα π τ κ, ύστερα μια δασεία. Λίγο λίγο, με την προφορά, χανότανε το π τ κ κι έπαιρνε η δασεία πιότερο τόνο και τόπο, γιατί λέγοντας το φ, το θ ή το χ, αντίς ν’ ανοίξουνε καλά τα στόμα, τα σφαλνούσανε πιο γλήγορα κι έτσι ήτανε ανάγκη να χαθεί η δασεία που θέλει στόμα ανοιχτό· λοιπόν έμεινε στο τέλος μόνο το ημίφωνο φθχ, που δε μοιάζει πια με τ’ άφωνο τ’ αρχαίο. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε τα λατινικό porta, όταν πήρε τη λέξη η γερμανική· έγινε πρώτα φorte (πάει να πει, π με δασεία, σαν τ’ αρχαίο το φ), έπειτα πφorte, και τέλος φorte σε μερικές επαρχίες. Για τούτο μήτε μπόρεσε το ν να μείνει με κατοπινά φθχ, άρια δεν ήτανε πια φθχ, μήτε κατόρθωσε να σώσει το πτκ του φθχ, μόλον ότις έρχεται περίφημα το ν με τ’ άφωνα. Η δασεία είχε επικρατήσει και μάκραινε την προφορά, με τρόπο που τ’ άφωνα γινόντανε ημίφωνα, κι έτσι από το φ βγήκε το φ, από το θ το θ, κι από το χ το σημερνό μας το χ.
Όπου ήτανε όμως ν της αρχαίας με συνακόλουθο β δ και γ, σώθηκε και το ν κι η παλιά προφορά του β δ και γ, γιατί το β δ και γ ήτανε άφωνα απλά κι έτσι δεν μπορούσε δασεία να τα χαλάσει. Οι αρχαίοι, για το μβ νδ νγ είχανε την ίδια προφορά που έχουμε σήμερις, άμα λέμε ομπρός πάντα τον κόπο. Δεν τα λέμε με π τ κ, τα λέμε με β γ δ. Μη βλέπεις που μιλούμε για το ν κι όμως γράφουμε μ, άμα είναι β στη μέση. Το ν, μόνο που βρίσκεται πριν από το β, και γίνεται μ· έτσι και το δικό μας το άμποτες, το κάνουμε με μ, κι ωστόσο είναι με ν (αν ποτέ)· το ν γίνεται χειλικό με τα χειλικά (πφβ) και λαρυγγικό με τα λαρυγγικά (κχγχγ)· είναι όμως πάντα ν, και για τούτο στις αρχαίες επιγραφές μπορείς συχνά να διαβάσεις συνπαρόντων συνβίου συνκλητικός. Αφτό το ν δεν έπρεπε λοιπό να χαθεί, γιατί το ν της αρχαίας, που δεν ήθελε ημίφωνα κατόπι του, ταίριαζε με τ’ άφωνα. Ο ίδιος νόμος βασιλέβει ακόμη και σήμερα, καθώς μπορεί να το διει ο καθένας στους τύπους πάντα έμπορος τον κόπο· ποτές ο λαός δεν είπε και δε θα πει πάτα, έπορος, το κόπο. Σε τέτοια περίσταση μάλιστα, το πτκ γίνεται ηχικό (πάει να πει πως αντηχεί η γλωσσίδα στο λάρυγγα μέσα άμα προφέρεις τα ηχικά, όπως αντηχεί όταν πεις ζ δυνατά) από άνηχο που ήτανε (η γλωσσίδα δε σαλέβει, όταν είναι πτκ μοναχό του κι ο λάρυγγας δεν αντηχεί με το σ, σα με το ζ). Για τούτο λέμε πάνδα έμβορος τον γόπο. Στη γλώσσα μας, ένα ηχικό φέρνει τ’ άλλο, και του ν δεν του φτάνει να βρίσκεται μ’ άφωνα κατοπινά, θέλει αφτά τ’ άφωνα να είναι κι ηχικά. Αν ήτανε το β αρχαίο σαν το δικό μας το β, θα ήτανε αδύνατο να ’χει προτερινό ν, γιατί τότες θα ήτανε το β ημίφωνο, και ξέρουμε πως τα ημίφωνα και στην αρχαία και στη νέα, ν δε θέλουνε. Είναι φυσιολογικός νόμος, το μ να γεννά β κι όχι β, για το λόγο που ένα μ έχει πιότερη συγγένεια με το β παρά με το β, και μπορείς μάλιστα να πεις πως κάθε μ έχει μέσα του ένα β. Η προφορά μβ είναι αδύνατο πράμα, κι έπρεπε να ήτανε οι αρχαίοι βάρβαροι για να την έχουνε. Οι δασκάλοι μπορεί να κάμουνε τους αρχαίους να φαίνουνται βάρβαροι, εμείς όχι.
Γι’ αφτή την αιτία είναι μάλιστα πιο σωστό να γράφουμε σήμερα, σαν που το κάμαμε, το κύριο όνομα Ιάμβλιχος με π αντίς β. Ο λαός δεν ξέρει ακόμη αφτό τ’ όνομα, κι αν το μάθει, είναι καλύτερο να το μάθει με π· αν του το πούμε με β, θα το κάμει Ιάβλιχος· με π θα φυλάξει τουλάχιστο την αρχαία την προφορά, που συμφωνεί με τη δική του. Τ’ όνομα αφτό είναι αραβικό κι αραβικά δεν έχει μήτε β μήτε π· έχει μόνο μλ. Οι Έλληνες, όταν το πήρανε, βάλανε το β όπως και πριν είχανε πει αμβροσία αντίς αμροσία, που θα ήτανε ο σωστός τύπος, κι άμβροτος αντίς άμροτος, που είναι το πιο αρχαίο, κι έτσι — κατά λάθος, για να μιλήσουμε σαν τους δασκάλους — βγήκε τ’ όνομα βροτός από τα σύθετο άμβροτος. Αφτό το β, για να ’χει το λόγο του, έπρεπε να είναι άφωνο β, και με τέτοιο τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ακούστηκε ένα β στ’ όνομα Ιάμβλιχος. Τ’ όνομα είναι πολύ σημαντικό· μας δείχνει πως και στον τέταρτο αιώνα του Χριστού, σωζότανε ακόμη η προφορά του αρχαίου του β.
Αφού λοιπό, καθώς είπαμε, ταιριάζει το ν και με β γ δ και με πτκ, ήτανε ανάγκη, πρώτο· το β να μη γίνει β, όταν είχε προτερινό ν, δέφτερο· το β τ’ αρχαίο να μείνει και σήμερα, σ’ όποια λέξη το β έχει ένα ν προτερινό. Το ίδιο και με το δ και γ. Έτσι λέμε σήμερα μπαίνω κουμπί γαμπρός μπάλλωμα, άντρας έντεκα ντύνουμαι σεντόνι, εγγόνι, αγγίζω, και τέτοια πολλά που φυλάγουνε την αρχαία προφορά εμβαίνω κόμβος (κομβίον· τ’ άτονο ο γίνεται στη γλώσσα μας ου, κουμπί) γαμβρός (εμ)βάλλωμα, άνδρα ένδεκα ενδύνω σινδών (σινδόνιον), ένγονος (ενγόνιον) ενγίζω.
Έχουμε τώρα, μ’ αφτά που είπαμε, όρους καινούριους· σ’ όποια λέξη κανείς ακούσει την προφορά νπ ντ νκ, αντίς μβ νδ (γγ) που γράφουνε οι αρχαίοι, αμέσως μπορεί να πει, δίχως να κάμει λάθος, πως η λέξη είναι αρχαία, δηλαδή πως την άκουσε και την έχει ο λαός από τα παλιά τα χρόνια και πως δεν του τη χαλάσανε ακόμα οι δασκάλοι. Δε σημαίνει τίποτα να βρίσκεται ή να μη βρίσκεται η λέξη στα λεξικά και στους λεξικογράφους· οι αρχαίοι δε γράψανε όσες λέξες λέγανε, και πολλές που συνηθίζανε μπορεί να μη γραφήκανε ποτές. Φτάνει να είναι το β το δ ή το γ με το ν, και βλέπουμε αμέσως πως για να λέμε σήμερα μβ νδ νγ αντίς μβ νδ νγ, έπρεπε μια τέτοια λέξη να υπάρχει τουλάχιστο στον τέταρτο αιώνα του Χ., στου Χρυσόστομου τον καιρό. Με τη νέα μας τη γλώσσα έτσι πλουτίζει κι η σπουδή της αρχαίας. Το νόστιμο είναι που οι καλοί μας οι δασκάλοι κάνουνε τον περήφανο, σηκώνουνε τη μύτη και καταφρονούνε το πρόστυχο και χυδαίο μπάλλωμα. Να όμως που η επιστήμη τους δείχνει πως αφτό το χυδαίο το μπάλλωμα είναι πολύ πιο αρχαίο και πιο σωστό από το καταλαμβάνω τα δικό τους!
Πρέπει όμως, για να μείνει η αρχαία προφορά, το μβ νδ νγ να είναι μέσα στην ίδια λέξη. Α δεν είναι μέσα στην ίδια λέξη, τότες αλλάζει τα ζήτημα. Μπορείς να το καταλάβεις από του αρσενικού άρθρου το ν, από το ν του θηλυκού κι απ’ όλα τα τελικά τα ν που βρίσκουνται πριν από αρχικό β δ γ της ακόλουθης λέξης, ή πριν απ’ ό,τι άλλο ημίφωνο κι αν είναι. Δε λέμε τομπασιλιά, λέμε το βασιλιά. Γιατί τούτο; Γιατί το κοινό τ’ όνομα βασιλεύς δεν είχε μόνο αιτιατική· τ’ αρχικό β μπορούσε λοιπό ν’ ακουστεί χωριστά από το ν της αιτιατικής, αφού κλίνανε ο βασιλεύς, του βασιλέως, τω βασιλεί, οι βασιλείς κτλ. Άμα δεν ήτανε κανένα ν συνακόλουθο, γινότανε β το β, γιατί το β είναι φυσικό να γίνει β, ενώ το β δε γίνεται β. Αφού όμως το β έγινε β, βρισκότανε, κάθε φορά που κλίνανε τ’ όνομα, το ν της αιτιατικής του άρθρου πριν από το β της αιτιατικής βασιλέα. Μα είδαμε πως αφτή η πλοκή μβ δεν μπορούσε να μείνει· ο τύπος τον βασιλιά έπρεπε αμέσως να κατασταλάξει στον τύπο τοββασιλιά, με δυο β, κι αφτός ο τύπος μας έδωσε την αιτιατική της κοινής το βασιλιά, γιατί σαν που τα είπαμε προτήτερα, ο αναδιπλασιασμός δεν ακούεται πια στην κοινή γλώσσα. Όπου βρέθηκε τελικό ν και κατόπι του ημίφωνο, συνέβηκε το ίδιο. Γι’ αφτό το λόγο χάθηκε σήμερα στη γλώσσα μας το ν της αιτιατικής του θηλυκού κι αρσενικού άρθρου· μνήσκει μονάχα όπου είναι κπτ, ίσια ίσια γιατί το κ, το π και τ είναι άφωνα κι όχι ημίφωνα. Μ’ όλα τ’ άλλα (χ γ ψ β θ δ σ ζ μ ν ρ λ) αναδιπλασιαζότανε το ν με το κπτ δεν μπορούσε ν’ αναδιπλασιαστεί, αφού το ν με το κπτ αποτελεί δυο φτόγγους διαφορετικούς. Ήρθε λοιπόν εποχή όπου λέγανε καλοφφίλο, μα καλόν κόπο· τυχαίνει όμως να είναι τ’ άφωνα μόνο τρία κπτ, τα ημίφωνα πολύ περισσότερα, κι έτσι βγήκε συνήθεια να λείπει το ν πριν από τ’ άφωνα, αφού έλειπε και πριν από τα ημίφωνα· και καταντήσαμε λίγο λίγο, άμα χάθηκε ο αναδιπλασιασμός, να λέμε, καλό κόπο, καθώς λέγαμε καλό φίλο.
Τα ίδιο πάθανε και τα μόρια δεν και αν. Τα μόρια και τ’ άρθρο δε λέγουνται ποτές ξεχωριστά· μοναχά τους δε μπορείς να τα πεις· πρέπει να είναι κατόπι κι άλλη λέξη. Για τούτο τα μόρια δεν, αν, οι αιτιατικές την και τον του ενικού άρθρου ενώνουνται τόσο σφιχτά με την ακόλουθη λέξη, που μοιάζει σα να ήτανε τ’ όνομα και τ’ άρθρο μια λέξη και μόνη. Χάρη σ’ αφτό, έμεινε το ν πριν από το κ, το π και το τ και τα φωνήεντα, σαν που έμεινε μέσα στην ίδια λέξη. Πριν απ’ όλα τ’ άλλα, έπρεπε πρώτα ν’ αναδιπλασιαστεί κι ύστερα να βγει. Με τα επίθετα, με τις αντωνυμίες και με τα ρήματα έπρεπε φυσικά να πάρουνε τα πράματα δρόμο διαφορετικό, αφού οι αντωνυμίες, τα επίθετα και τα ρήματα έχουνε ύπαρξη ανεξάρτητη και μπορείς να τα πεις χωριστά. Έχει μια σημασία το καθένα, κι αν το φέρεις και μοναχό του. Μ’ αφτό το σύστημα, αντίς να λέμε τον καλόν φίλον ή είχεν φίλον, όλοι θα πούμε σήμερα τον καλό φίλο, είχε φίλο. Έναν καιρό λέγανε καλό φφίλο, είχε φφίλο, και το βλέπουμε από χωριανές γλώσσες που ακόμη σήμερις έτσι μιλούνε. Και τόντις πολλά χωριά σώσανε αφτή την προφορά, γιατί τα χωριά βρίσκουνται συχνά σ’ ένα γλωσσικό στάδιο που η κοινή γλώσσα το ξεπέρασε, και για τούτο θ’ ακούσεις σε κάμποσα νησιά να σου πούνε τοχχορό, τοφφίλο, τοθθεό, τογγάμο, τηγγυναίκα, τοββασιλέ, τοδδούλο, τησσούβλα, τηζζωή, τημμάνα, τοννόμο, τηρράχη, τολλόγο, ή άθθος, νύφφη, ρουχχαλίζω, πεθθερός, συγγυρίζω· κι έτσι θα σου τα πούνε όλα, κάθε φορά που βρίσκεται το ν πριν από κάθε άλλο σύφωνο παρά κ π τ· δεν έχει καμιά εξαίρεση και δε θα κάμει ποτές λάθος ο χωρικός. Επειδής όμως τα επίθετα κλίνουνται και δεν έχουν αιτιατική μοναχά, έγινε απάνω κάτω το ίδιο που έγινε με το β του βασιλεύς. Οι αντωνυμίες, τα ονόματα και τα επίθετα δεν κρατήσανε το ν, μήτε όταν ερχότανε κατόπι κ π τ ή φωνήεντο. Άμα χάθηκε ο αναδιπλασιασμός, άμα είπανε καλό φίλο αντίς καλό φφίλο, δεν ήτανε πια κανένας λόγος, το ν της αιτιατικής να ξαναφανεί πουθενά, γιατί μπορεί το επίθετο να μπει κατόπι και να πούμε φίλο καλό· έτσι δε φαίνεται πια το ν μήτε στ’ όνομα μήτε στο επίθετο. Ο τύπος της αιτιατικής είχε καταντήσει καλό για τα επίθετα, και φίλο για τα ονόματα, χωρίς ν. Όσο για τα ρήματα, ο νόμος είναι ο ίδιος· μόνο, στην κοινή γλώσσα, που δεν έχει πια τον αναδιπλασιασμό, δεν μπορείς να διακρίνεις το πρώτο πρόσωπο του ενικού αόριστου είχα φίλο και το τρίτο του πληθυντικού είχα φίλο, α δε βάλεις το ν. Τα χωριανά διακρίνουνε τα δυο πρόσωπα και χωρίς ν, αφού λένε, για το πρώτο, είχα φίλο και για τα τρίτο, είχαφφίλο. Η κοινή αναγκάστηκε λοιπό, για λόγους ψυχολογικούς κι όχι φυσιολογικούς, να φυλάξει το ν πριν από τα φωνήεντα και τ’ άφωνα, μα έπρεπε να βάλει πριν από τα ημίφωνα τους τύπους έχουνε είχανε λένε ή γράφανε κάμανε, μ’ ένα ε, αντίς έγραφαν έκαμαν. Αφτούς τους τύπους τους πήρε από άλλα γλωσσικά συστήματα, από άλλα χωριά· κι έπρεπε τόντις να τους πάρει, γιατί θα ’κανε λάθος αν έλεγε είχαν φίλο, κι ωστόσο δεν μπορούσε να πει είχα φίλο. Να παρατηρήσεις όμως πως μόνο στα τρίτα πληθυντικά πρόσωπα βάζει το ε και το ν· δεν το ’χει ποτές στο πρώτο έχουμε, κι αφτό σου δείχνει πως λέει είχανε (και για χάρη της αναλογίας, έχουνε), μόνο και μόνο για ν’ αποφύγει τη δυσκολία. Έτσι βγαίνει στη γλώσσα μας κι άλλος όρος. Το τελικό ν (το ν του άρθρου, του αν και του δεν, τελικό δεν είναι) χάθηκε με τον αναδιπλασιασμό. Μέσα στην ίδια λέξη (φυσικά και στα μόρια και στ’ άρθρο), έμεινε το ν μόνο πριν από τ’ άφωνα και τα φωνήεντα.
Τι θα πούμε τώρα, όταν απαντήσουμε στη γλώσσα του λαού τους τύπους συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος, κι άλλους τέτοιους; Αρχαίοι τύποι δεν είναι· αν τους είχε μάθει ο λαός από τους αρχαίους, αν τους είχε κλερονομήσει κατεφτείας από τους προγόνους, θα λεγε συμβουλή, κίνδυνος, σύνδεσμος. Πρέπει λοιπό να συμπεράνουμε πως τους έμαθε μόνο σε μια εποχή όπου τ’ αρχαίο το β είχε γίνει β, κι αφτό είναι το σωστό συμπέρασμα. Αφτούς τους τύπους τους βρήκανε οι λόγιοι στα βιβλία, ή στους μεσαιωνικούς χρόνους ή και στους δικούς μας. Είδανε πως τα βιβλία γράφανε παντού β, δεν ξέρανε πως το β, όταν έρχεται μ κατόπι, είναι αρχαία προφορά, νομίσανε πως το λέγανε πάντοτες β· το είπαν έτσι και σ’ αφτές τις λέξες. Από το στόμα τους τις πήρε τότες ο λαός και τις κανόνισε· φύλαξε τον αρχαίο το νόμο κι είπε συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος, γιατί είδαμε πως δεν ταιριάζει με τα ημίφωνα το ν, κι άμα είναι νόμος, ό,τι κι αν κάμουνε οι λόγιοι, δεν μπορεί να τον αλλάξουνε· ο λαός τον έχει πάντα και τον προσέχει. Τέτοιες λέξες είναι λοιπό μισοδημοτικές μισοδασκάλικες και μπορούμε να τις γράφουμε, αφού τις διόρθωσε τουλάχιστο ο λαός. Μισοδημοτικούς μισοδασκάλικους τύπους έχει κάθε γλώσσα κι αναγκάζεται να τους έχει. Έτσι το θέλει ο καθαφτό συβιβασμός κι όλος ο κόσμος στην Εβρώπη έτσι εννοεί τον αληθινό συβιβασμό. Το μόνο που μπορείς να πεις είναι πως τόντις αρχαίος και σωστός τύπος είναι ο δημοτικός, και πως πιότερο αξίζει και πολύ πιο κανονικός είναι ο τύπος βάλλωμα ή άνδρας παρά ο τύπος κίδυνος ή συβουλή.
Όταν όμως ακούσεις σε μια λέξη να λένε όλο μβ νδ κι ο λαός μήτε γνωρίζει τη λέξη, τότες βλέπεις τι τρέχει· φτάνει οι λόγιοι να σου πούνε τους τύπους άμβων, καταλαμβάνω με β, σαν που τους λένε, κι αμέσως καταλαβαίνεις εσύ πως η προφορά αφτή του β είναι πλάσμα καινούριο· ο λαός τέτοια λέξη δεν ξέρει, γιατί δεν είναι ορθή, και δεν το σηκώνει η γλώσσα του να πει μ και β, το ένα απάνω στ’ άλλο. Αρχαία λέξη ο άμβων δεν είναι, αφού δε λένε άμβωνας, μήτε άμβων, κι έτσι καταπατούνε τους φωνολογικούς νόμους της αρχαίας, που δε θέλει πλάγι πλάγι ν κι ημίφωνα· είναι τέρας. Ποιος βγαίνει βάρβαρος; Ο δάσκαλος. Και ποιος λέει βάρβαρο το λαό; Ο δάσκαλος που πρώτος βαρβαρίζει. Κατάλαβες, ελπίζω, τώρα τι θα πει συμβιβασμός· είναι λάθος και στην αρχαία γλώσσα και στη νέα. Τέτοιος είναι κι ο συμβιβασμός. Δεν είναι μισό λάθος· είναι λάθος σωστό.
Για να τελειώσουμε, ας κάμουμε τώρα μια στιγμή και το λεξικολόγο. Βιβάζω σημαίνει· κάνω κανέναν ή κανένα πράμα να πηγαίνει, να βαδίζει, το βάζω στο δρόμο του. Η πρόθεση συν, όλος ο κόσμος το ξέρει, θα πει μαζί. Έτσι βλέπουμε τουλάχιστο, τι νόημα έχει ο συμβιβασμός· κάνει δυο πράματα να ταιριάζουνε το ένα με τ’ άλλο, μαζί να πηγαίνουνε, τον ίδιο δρόμο να παίρνουνε. Ποια είναι αφτά τα δυο; Ο συμβιβασμός δε μας το λέει, μα πιστέβω πως θέλει να πει την αρχαία και τη νέα. Με τι τρόπο συμβιβάζει και τις δυο: Τώρα να το διούμε. Ο συμβιβασμός ντρέπεται να πει ήπια, που είναι πάρα πολύ χυδαίος τύπος· δε θέλει πάλε και να πει έπιον, που είναι πάρα πολύ αρχαίος. Τι κάνει; Παίρνει λίγο από το έπιον και λίγο από το ήπια, μισό μισό το καθένα, τα ταιριάζει μαζί, τ’ ανακατέβει και σου βγάζει έναν αόριστο έπια. — «Καλά! λες εσύ, μα γιατί άξαφνα έπια κι όχι ήπιον; Κάλλια μ’ άρεζε μένα ένας αόριστος ήπιον.» Κι αφτό γίνεται, παιδί μου, μη χολοσκάνεις! Μπορείς κι ήπιον να το πεις· φτάνει να πάρεις μισή μισή αρχαία και νέα· άλλο νόμο δεν έχεις να φυλάξεις. Όσο μισό είναι το έπια, τόσο μισό είναι και το ήπιον. Καλά λοιπόν και τα δυο.
Βλέπεις τι πονηριά που την έχει ο συμβιβασμός, τι φρόνιμα που τα οικονομά, τι συμβιβαστικά που τα συμβιβάζει όλα ο συμβιβασμός. Σου λέει πως κάνει δυο πράματα και πηγαίνουνε πλάγι πλάγι, δυο και παίρνουνε τον ίδιο δρόμο· μα σα θέλεις να μάθεις, αφτός ο δρόμος πού αρχίζει και πού τελειώνει, ο συμβιβασμός αφτό δε σου το λέει, κι από κει μπορείς να καταλάβεις όλη του τη φρονιμάδα και την τέχνη. Ίσως ο ίδιος δεν το ξέρει να σου το πει. Κάθε δρόμος έχει δυο άκρες, κάθε πράμα μιαν αρχή κι ένα τέλος. Ο καημένος ο συμβιβασμός προσπαθεί να βρει τη μέση του δρόμου. Το κακό είναι που δεν ξέρει μήτε πού αρχίζει ο δρόμος, μήτε πού τελειώνει. Πώς θέλεις εσύ τώρα να βρει τη μέση; Του κάκου πολεμά. Πόσοι είναι σήμερα στην Ελλάδα που συμβιβάζουν ή συμβιβάζουσιν, και σ’ αφτούς μέσα πόσοι είναι που γράφουνε την ίδια γλώσσα; Δεν μπορεί να συφωνήσει ο ένας με τον άλλο. Ο καθένας με τη φαντασία του κυβερνιέται. Πάρε δυο απ’ αφτούς που συμβιβάζουν ή συμβιβάζουσιν και θα διεις πως κι οι δυο τους έχουνε άλλη γραμματική, γράφουνε άλλη γλώσσα. Ο πρώτος σου λέει πως παραδέχεται την ονομαστική πατέρας και μητέρα. Χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει, είναι σα να σου έλεγε πως παραδέχεται ισοσύλλαβα αντίς περιττοσύλλαβα. Κι ωστόσο σε λίγο θα σου πει· —«Όσο για την ονομαστική πόλις, βρύσις, μου φαίνεται πιο σωστό να τα γράφουμε με το ς» — και να σου περιττοσύλλαβα κι ισοσύλλαβα πλάγι πλάγι. Μην τονέ ρωτάς να σου το ξηγήσει· έτσι του φαίνεται. Ο δέφτερος πάλε βγαίνει κι αποφασίζει πως στα ρήματα θα βάλει τη δημοτική κατάληξη της κοινής  –ουν· μα για τα ονόματα, λέει, θα κάμει την κατάληξη αρχαία και νομίζει πιο καλό να γράφει αι ώραι, αι ημέραι. Μ’ αφτό, κάτι θαρρεί πως είπε. Γιατί το ένα αρχαίο κι όχι τ’ άλλο; Μη βασανίζεσαι να το βρεις. Μη γυρέβεις να μάθεις τους λόγους. Έτσι τ’ όρισε το κεφαλάκι του, και του φτάνει. Ένας τρίτος πάλε σου φτιάνει άλλο κανόνα, συμβιβάζει και του λόγου του· με πολύ φρόνιμο τρόπο, μ’ ‘ήσυχο και συγκαταβατικό ύφος σου κάνει παραχωρήσεις — και ποιος του είπε να παραχωρήσει τίποτα; — «Ναι, βέβαια, λέει, παραιτώ τον απαρέφατο· παραδέχουμαι το να, μα μπορούμε τουλάχιστο να βάζουμε η στην υποταχτική και να γράφουμε να νομίζητε αντίς να νομίζετε.» Έτσι το νομοθετεί και τόσο χωρεί το φτωχό του το μυαλό. Μη ζητάς να σου πει γιατί η αρχαία έχει η και για ποιο λόγο συνηθίζει η νέα το ε. Εδώ τα μπερδέβει. Ωστόσο περνά για σοφός κι ο ίδιος χαίρεται με τη γνώση σου, και καμαρώνει τη φρόνησή του.
Έτσι πηγαίνουνε και λένε. Άλλα μη γυρέβεις. Πού τέχνη; Πού σύστημα; Πού μάθηση; Σύστημα δε θέλουνε — και χωρίς σύστημα πότε γράφηκε γλώσσα; Ο συμβιβασμός δε βασίζεται πουθενά, μήτε στην αρχαία μήτε στη νέα. Δεν έχει χώμα που να πατήσει· όπου τύχη, τρέχει· πετά με τον άνεμο σαν το λωλό το φύλλο. Για τούτο κι οι συμβιβασμοί δε συμβιβάζονται αναμεταξύ τους. Τι σας φαίνεται; Εγώ λέω, πρώτα να συμβιβασθώσιν, να συμβιβασθώσι, να συμβιβαστώσι, να συμβιβαστούν ή να συβιβαστούν οι συμβιβασμοί ο ένας με τον άλλο, κι ύστερα να μας κατηχήσουνε. Το κάτω κάτω όμως τι είναι; Καταντήσαμε να μην ξέρουμε τη γλώσσα μας. Βάλε έναν απ’ αφτούς που μιλούνε όλο για μάθηση, για γραμματική και που λένε τη γλώσσα του λαού ακανόνιστη, να σου γράψει σ’ αφτή τη γλώσσα, που καταφρονεί τόσο, μια σελίδα μοναχά χωρίς να κάμει λάθος. Δε θα μπορέσει! Θ’ ανακατώσει μαζί τύπους κάθε λογής. Δε συλλογίστηκε μήτε πώς μήτε πότε πρέπει να δανειστεί λέξες από την αρχαία, και με τι τρόπο θα τις συγυρίσει για να φαίνουνται δημοτικές, για να μπορέσει μια μέρα να τις παραδεχτεί ο λαός. Δε διακρίνει την κοινή, την πανελλήνια, τη γενική γλώσσα από τη γλώσσα που συνηθίζουνε μόνο σε μερικά μέρη. Μήτε βλέπει πως υπάρχει μια γραμματική της κοινής. Καταφρονεί τους άλλους, θέλει να τους κυβερνήσει, να τους μάθει, κάνει το σοφό και δε γνωρίζει τους πιο απλούς νόμους της γλώσσας του λαού. Σήμερα θα πει εκείνος, άβριο κείνος, το πρωί απάνω κάτω το βράδυ απάνου κάτου, κάπου δεν και κάπου δε· μα πότε χρειάζεται το ένα και που ταιριάζει τ’ άλλο, μήτε τ’ ονειρέφτηκε στη ζωή του, κι αφτή του την αμάθεια τη βάφτισε σωφροσύνη. Για τούτο κάνει τον περήφανο, φωνάζει πως όρια δεν του αρέσουνε. Θέλει λεφτεριά. Δεν το λέγαμε και πρι; Η αριθμητική φέρνει σταναχώρια. Τα δυο και δυο πάντα τέσσερα τα θέλει. Είναι σα να φώναζε στα καημένα τα δυο, ξεχωριστά στο καθένα· — «Έχετε δεν έχετε, θα συβιβαστείτε όπως σας το προστάζω γω, και πέντε δε θα γίνετε ποτέ σας.» — Δεν είναι τυραννία; — «Και ποια είσαι συ, κερά Αριθμητική, έτσι δούλους σου να μας έχεις; Πρέπει να κάμουμε τάχατις όπως θέλεις εσύ, κι όχι όπως εμείς θέλουμε; Εγώ να σου δείξω!»—Τέτοια λόγια της λέει ο συμβιβασμός κι έχει δίκιο· πρέπει να φανούμε ανεξάρτητοι, να βαστάξουμε το φιλότιμό μας. Πλήξη πιάνει τον άθρωπο όσο βλέπει τη φύση να κυβερνά τον κόσμο με τόση τυραννία. Η θάλασσα ως ένα μέρος θα πάει και θα σταθεί. Οι πλανήτες τον ίδιο γύρο θα κάμουνε κάθε χρόνο, κι από τον κύκλο τους δε θα βγούνε — ή πρέπει να χαθούνε. Τα τριαντάφυλλα μόνο το καλοκαίρι θ’ ανοίξουνε, κι όχι το χειμώνα. Κάθε πράμα έχει όρια δικά του, και δεν μπορεί παρέκει να προχωρήσει. Ότα λέγανε οι αρχαίοι για σωφροσύνη, για μέτρο και για γνώση, υποθέτω πως θέλανε τέτοια να πούνε· εννοούσανε, ο καθένας και το κάθε πράμα να σέβουνται και να μην ξεπερνούνε τα φυσικά τους όρια. Απάνω σ’ αφτή την αρχή στέκεται η φρονιμάδα τους όλη.
Ο συμβιβασμός νομίζει πως έχει τέτοια αρχή και πως μιλεί σαν τους αρχαίους, μα δίχως ο ίδιος να το ξέρει, λέει άλλα. Κάνει όπως του φανεί, κι οι αρχαίοι λέγανε ίσια ίσια να μην κάνει κανείς όπως του φαίνεται, παρά όπως το θέλει η ορθή κρίση. Το μέτρον των αρχαίων, ο συμβιβασμός τα γυρέβει μέσα του, στο νου του, στη μικρή του τη γνώση, όχι στης γλώσσας μας τους νόμους μήτε στην ιστορική της σειρά. Δεν μπορούνε όμως οι αθρώποι να φτιάσουνε όρια του κεφαλιού τους· τα όρια τα βάζει η φύση, και τη φύση πρέπει ν’ ακούμε, όχι τη σοφία τη δική μας. Ο συμβιβασμός δεν παραδέχεται τέτοιο σύστημα· δε λογαριάζει για τίποτα μήτε τη φύση, που είναι η γλώσσα του λαού, μήτε τους φυσικούς της τους όρους, μήτε την επιστήμη που μας μαθαίνει να βρούμε τους όρους αφτούς και να καταλάβουμε τη φύση. Έπρεπε να φανεί ο συμβιβασμός, για να διούμε τ’ αξιοπερίεργο αφτό το κατόρθωμα, οι φυσικοί νόμοι ν’ αλλάξουνε και τα ποτάμια πίσω να γυρίσουνε.
Ο Σωκράτης είχε άδικο να λέει πως το Γνώθι σαυτόν είναι η αρχή της σοφίας. Η αρχή της σοφίας είναι ο συμβιβασμός. Ο συμβιβασμός το ξέρει και για τούτο έχει τόση ιδέα για τη φρόνησή του και τόση πέραση στον κόσμο. Ίσως η σοφία του, αν καλοκοιτάξεις, κρυφτεί μέσα της κάτι άλλο παρά σοφία. Τα παρατηρήσανε και στην Εβρώπη· ο σπουδαστής ο Ρωμιός που έρχεται στο Παρίσι, που πάει στη Γερμανία ή στην Αγγλία, έφκολα μαθαίνει και θα καταλάβει ό,τι του πεις. Μα γλήγορα σταματά· ίσα μ’ ένα βαθμό θα προκόψει κι όχι παρέκει — ή γιατί νομίζει πως όλα τα ξέρει ή γιατί κουράζεται και δεν μπορεί. Τέτοιος είναι ο Ρωμιός· όλα τ’ αρχινούμε, μπαίνουμε στη δουλειά με πόθο και με καρδιά, ο κόπος δε μας τρομάζει. Να μας ακούσεις, ο κόσμος θα γίνει δικός μας. Και θα γινότανε αλήθεια δικός μας, γιατί μέσα μας έχουμε κάτι και μεις. Μα… είναι και το μα. Άλλο κάτι μας λείπει. Όλα τ’ αρχινούμε, τίποτα δεν τελειώνουμε. Τίποτα δεν μπορούμε να τελειοποίσουμε. Η συνέχεια μας σκοτίζει το νου, η αδιάκοπη προσοχή μας ζαλίζει, η ίδια δουλειά μέρα νύχτα μας κουράζει. Στην επιστήμη, στα πολιτικά, στη μάθηση, στη φιλολογία δεν έχουμε μήτε πομονή, μήτε — για να πούμε μιαν αρχαία λέξη που εδώ ταιριάζει — μήτε πιμονή. Πάντοτες μνήσκουμε στη μέση του δρόμου. Δεν τολμούμε, δεν μπορούμε να πιάσουμε μια ιδέα και να τη βαστάξουμε ίσα με την άκρη, ίσα με το τέλος. Έχουμε μισή μάθηση, μισή τέχνη, μισή γνώση και μισή φιλολογία. Τα ζήτημα δεν είναι μόνο φιλολογικό, κι ο συμβιβασμός δεν έχει να κάμει μόνο με τη γλώσσα· έχει πιο γενική, έχει εθνική σημασία και σ’ όλα συμβιβάζομεν, όλα τα κάνουμε μισά, γιατί και τοο κεφάλι μας είναι μισό και δεν έχουμε μήτε δύναμη μήτε σωστή ενέργεια. Έτσι βγάλαμε και μισή γλώσσα. Καταντούμε όμως λίγο λίγο να πιστέβουμε πως το μισό που κατορθώνουμε να κάμουμε, είναι το μόνο σωστό. Παρηγοριούμαστε λέγοντας πως τέτοιο ήτανε των αρχαίωνε το σύστημα, πως αφτό θα πει παν μέτρον άριστον και μηδέν άγαν. Το κάτω κάτω, ο συμβιβασμός άλλο τίποτα δεν είναι παρά η παντοτινή μας αφτή η αμπορεσιά σε κάθε πράμα και σε κάθε εργασία.
Έμενα πάλε τι με μέλει; Τον κόσμο βέβαια δε θα τον αλλάξω. Μάλιστα χαίρουμαι που είναι ο κόσμος όπως είναι· χαίρουμαι που είναι στον κόσμο κι ο συμβιβασμός. Αφτός θα φανεί ο σωτήρας μου. Δίχως φόβο ταξιδέβω στα ήσυχα τα νερά που με πάνε στην Ελλάδα. Ο Μέντοράς μου δε θα μ’ αφήσει να ποντιστώ σαν το Μυρτίλο. Τώρα που ξέρω και γω να συμβιβάζω, θα χαρούνε όλοι οι Αθηναίοι άμα με διούνε. Όλοι μαζί μου θα γοητευθώσιν. Ο Μέντοράς μου μάλιστα μου έμαθε να συμβιβάζω τον ένα με τον άλλο τους χίλιους συμβιβασμούς που φυτρώνουνε και λουλουδιάζουνε, την ώρα που μιλούμε, στ’ ωραίο χώμα της πατρίδας. — «Να σου δείξω τι σύστημα έχουμε όλοι σήμερα στην Ελλάδα. Μήτε γράφουσιν όλο να κλίνεις, μήτε γράφουν. Άμα βάλεις ένα γράφουν εδώ, ένα γράφουσιν εκεί, κάνεις του καθενός το χατίρι. Μη λες μόνο η μητέρα· κάπου κάπου κοίταξε να χώσεις και μια ονομαστική μήτηρ. Πες αι ώραι κι οι ώρες, πες η πόλις κι η ράχη, μη νομίζητε, μα και μη νομίζετε. Για να μη σου λείψει κι απαρέφατος, μπορείς όταν τύχει να γλιστρήσεις πούπετα ένα ουδέτερο το φαγείν. Οι λόγιοι θα σου πούνε πως πρέπει να το κάμεις φαγείον. Εσύ βγαίνεις τότες πιο δάσκαλος από τους δασκάλους, πιο σοφός από τους σοφούς και του λες· — «Όχι, γιατί είναι απαρέφατος το φαγείν!» Έτσι χαίρεσαι που είπες το λόγο σου και συ· κολακέβεσαι με τη μάθησή σου κι ο κόσμος απορεί με την παιδεία σου. Όμως και τούτο μην το παρακάμεις. Πρόσεχε να ’χεις μόνο μισή παιδεία. Παν μέτρον άριστον. Μηδέν άγαν. Η σωφροσύνη κοσμεί τον αληθή άνδρα. Εν τω μέσω η αρετή. Να σου πω μάλιστα το κάτω κάτω, με γραμματική δε φτιάνεις γλώσσα, δε φτιάνεις φιλολογία. Τέτοια ιδέα έχουμε σήμερα όλοι στην Ελλάδα. Καλό να την έχεις και συ και να φέρνεσαι φρόνιμα σ’ ό,τι κάμεις και σ’ ό,τι πεις. Θυμήσου τι λέει ο ποιητής· πρέπει να ζει κανείς senza infamia e senza lode.
Όσο φέρνεσαι με τέτοιο τρόπο, θα σ’ αγαπούνε όλοι οι ομογενείς. Φτάνει να μην πιάσεις και γράψεις τίποτα. Ποιος είσαι συ; Νομίζεις τάχατις πως μπορείς να γράφεις σαν και μας, να βγεις άξαφνα ποιητής, ή θαρρείς πως ξέρεις τι θα πει τέχνη και φιλολογία; Για συλλογίσου το καλά. Είναι δική μας δουλειά να κανονίσουμε τη γλώσσα και να συμβιβάσωμεν τους συμβιβασμούς, γιατί όποιος γράφει τι κάνει; Κανονίζει, και να διεις πως μια μέρα όλοι θα παραδεχτούνε την ιδέα μου. Εσύ για τέτοια δουλειά δεν είσαι γεννημένος. Κάτσε, παιδί μου, στη γωνιά σου και μη βάζεις στο νου σου letteratura (ο φίλος μου κάπου κάπου ωμή ξερή κι αχώνεφτη σου πετούσε και καμιά ξένη λέξη). Ψύλλους στ’ άχερα να γυρέβεις. Φαντασία, ιδέες, κοντύλι, ποίηση δεν είναι για σένα. Να περιορίζεσαι στη γραμματική σου. Δε μας βλέπεις εμάς; Στη γραμματική δεν ανακατώνεται κανένας από μας και μήτε θέλουμε να την ξέρουμε. Μην ανακατώνεσαι και συ στα δικά μας. Είσαι καλός μόνο για γραμματική και γλωσσολογία.»
Για ν’ ακούσω το Μέντορά μου, έκαμα και γω σήμερα το γλωσσολόγο.

ΚΒ’ Οι Αρχαίοι

Δε με μέλει τώρα να πεθάνω! Μου φτάνει η ζωή, αφού είδα την Αθήνα. Εδώ γεννήθηκε ο κόσμος. Εδώ και στη Ρώμη μορφώθηκε η Εβρώπη. Μικρός τόπος και γέμισε τη γης. Από δω μας ήρθανε και νους και σκέψη κι ιδέες. Αφτή μας έκαμε αθρώπους. Αθήνα τη λένε και ποτές όνομα στον κόσμο, με τόσο λίγες συλλαβές, δε σήμανε τόσα. Φτάνει τ’ όνομά της να πεις και τα λες όλα. Με σέβας το χώμα της να πατήσεις, εσύ που έρχεσαι σε τέτοια χώρα· τον ουρανό που βλέπεις, τονέ βλέπανε και τότες οι μεγάλοι· τον ορίζοντα που κοιτάζεις με τόση χαρά, τον κοιτάζανε τα μάτια τους κάθε μέρα. Μέσα σ’ αφτή την ατμόσφαιρα γεννιόντανε οι φωτερές ιδέες, βγαίνανε ποίηση και φιλοσοφία. Όταν ανεβαίνανε οι γενναίοι στην Ακρόπολη απάνω, την ίδια θάλασσα θωρούσανε που θωρείς τώρα και συ.
Με πόση χάρη, με πόση νοστιμάδα αράδιασε η φύση τις κορφούλες και τα βουναράκια που βλέπεις γύρω γύρω στην Αθήνα! Τι ωραία, τι χαδεφτικιά μορφή κατόρθωσε να τους δώσει! Με τι γλύκα, με πόση αγάπη ζουγράφισε κάθε γραμμή! Με πόσο ρυθμό και μέτρο, με πόση αρμονία σκάλισε τη γης, έστρωσε τα περιγιάλια και στρογγύλωσε τους γιαλούς! Στόλισε την Αθήνα με τις πιο χαριτωμένες, με τις πιο απαλές της ομορφιές. Την έκαμε με πόθο και χαρά, τη συγύρισε σαν παιδί της. Όλα τάχει ταιριασμένα· εδώ τ’ αριστουργήματα της τέχνης φαίνουνται σα να βγήκανε από το χώμα, σα να είναι του τόπου γεννήματα, αφού και τα πλάσματα της φύσης έχουνε τόση φαιδρότητα και τέχνη.
Αιώνια χώρα θα μείνεις — και μη σε μέλει! Μπορεί να σε καταπατήσουνε οι βάρβαροι, μπορεί τα σκυλιά στον Παρθενώνα σου να χυθούνε. Ήσυχη να είσαι! θα καταστραφούνε τα σκυλιά και θα χαθούνε οι βάρβαροι· μια μέρα θα δέρνουνται και θα κλαίνε για την τόση τους τόλμη. Εσύ πάντα θα βασιλέβεις· εσύ θα στέκεσαι παντοτινά, γιατί εσένα πάντα σε κοιτάζει η γλαφκομάτα μεγάλη θεά, γιατί εσένα πάντα σε προσέχει το πελώριο μάτι του Δία!
Εδώ ζούσε λαός μοναδικός στην ιστορία. Άλλος δε θα βρεθεί που να του μοιάξει· μπορούμε να το ’χουμε κάφκημα και δόξα, μόλον ότι και μεις δε θα του μοιάξουμε ποτές. Ο πιο πρόστυχος άθρωπος ένοιωθε μέσα του τι θα πει τέχνη και ποίηση, ήξερε, χωρίς να του το μάθει κανείς, ποιο είναι το καλό και τ’ ωραίο. Άλλο δεν είχε δάσκαλο παρά τη φύση. Για να γίνουν έργα μεγάλα, δε φτάνει ένας μόνο να τα κάμει· χρειάζεται η συνέργεια ολωνώνε· πρέπει να τα καταλάβουνε όλοι, κι όλοι να τ’ αρέσουνε. Καλλιτέχνης ήτανε ο λαός όλος. Σε κάθε πέτρα χάραξε την ιδέα του· ο νους του μπήκε βούλα μέσα σε κάθε μάρμαρο, σε κάθε στίχο. Στους ναούς και στα βιβλία, στου Παρθενώνα το μέτωπο και τις κολόνες, μας άφησε την καλύτερή του διδαχή. Μας έμαθε τι θα πει ειλικρίνεια και τέχνη. Ψεφτιές εδώ δεν έχει· δεν έχει πολύπλοκες τεχνουργίες· βάλε μια πέτρα πάνω στην άλλη και βγήκε ο Παρθενός. Πιο απλά μέσα, πιο απονήρεφτοι τρόποι δε γίνουνται. Ο Αθηναίος δε γύρεβε να θαμπώσει τον κόσμο, να μας γελάσει με τέχνες, με σοφίες, με γύρους κι αλλογύρους. Δεν ήτανε ο σκοπός τους να φαντάξουνε. Ένα μόνο κυνηγούσανε, πώς να πούνε την ιδέα τους, πώς να την παραστήσουνε απλά και φυσικά, για να την καταλάβει ο καθένας· δεν τους έμελε για τίποτις άλλο, κι ίσια ίσια γιατί δεν είχανε άλλο σκοπό, κατορθώσανε κι είχανε τόση τέχνη.
Την Ακρόπολη την είδα όπως βέβαια δεν την είδε κανένας ξένος· για τούτο σας μιλώ με τόση ζωεράδα. Να μάθετε τι τρέχει· ίσως δεν τ’ αποδείχνω, μα πολύ μου αρέσουνε οι Αρχαίοι. Τα πήγαμε πάντα καλά μαζί. Οι Αρχαίοι περήφανοι δεν είναι. Όταν ήμουνε παιδί στο σκολειό, δε μου ερχόντανε τα λόγια τους· μου φαινότανε πως οι Αρχαίοι άλλο τίποτα δεν ήτανε παρά ένα σωρό δασκάλοι· έτσι το θαρρούσα, ίσως γιατί δασκάλοι μου τους παραδίνανε· τους είχα για κατσούφηδες, μαχμούρηδες, σκολαστικούς αθρώπους, και να το πω κι αφτό, βαρετούς με το παραπάνω. Λαχταρούσα στο σκολειό πότε να φέξουνε οι διακοπές. Όταν έπιασα μοναχός μου να τους σπουδάσω, άλλαξα γνώμη με μιας. Κατάλαβα πως πιο γελαστοί, πιο καλής ψυχής αθρώποι δε γίνουνται. Τους έβαλα μέσα στην καρδιά μου — κι από τότες τα πάμε λαμπρά. Άμα αδειάσω λίγη ώρα το χειμώνα — όταν πέφτουνε όξω τα χιόνια πηχτά πηχτά και κάθουμαι ήσυχα κοντά στη φωτιά μου — πολύ μ’ αρέσει να κουβεντιάζω με τους Αρχαίους. Πιάνω ένα βιβλίο και τα λέμε. Πόσα γέλια που κάνουμε μαζί! Πόση χαρά με περεχύνουνε τα λόγια τους! Πόσο θυμώνω, άμα θυμώσουνε· πόσο κλαίω, άμα δακρύσουνε· πόσο με διασκεδάζουνε τα παραμύθια τους και πόσο μου γλυκαίνει την ψυχή η καλή τους, η αψηλή τους φιλοσοφία και ποίηση. Τα ’χουμε πολύ καλά μαζί. Δεν κάνουνε και τον περήφανο· φτάνει να τους αγαπάς με την καρδιά σου, να μην τους έχεις για σοφολογιότατους, και με πολλή καλοσύνη σου ξεσκεπάζουνε τις ιδέες τους, σου φανερώνουνε τις ομορφιές τους και πιάνουνε τα λόγια. Πολύ μου αρέσουνε οι Αρχαίοι! Πάντα το πεθυμούσα ν’ ανταμωθούμε καμιά μέρα.
Τ’ αξιώθηκα κι αφτό, ότι πάτησα στην Αθήνα. Κόντεβε μεσημέρι· γλήγορα γλήγορα έτρεχε ο καθένας από τη ζέστη να χωθεί μέσα στο κελάρι. Έτσι κρυφτήκανε όλοι και στους δρόμους δε φαινότανε πια ψυχή. Ο ήλιος φωτοβολούσε, που σου θάμπωνε τα μάτια. Όλα τα ’βλεπες κάτασπρα, η Αθήνα γυάλιζε σαν απέραντος βώλος ζάχαρη· έλεγες πως είχε χλωμιάσει κι ο ουρανός από την αντηλιά. Ησυχία δεν έχω στο ταξίδι· πρέπει πάντα να είμαι στο ποδάρι. Σηκώθηκα λοιπό να πάω στην Ακρόπολη. Προτού ανεβώ, στάθηκα κάτω μια στιγμή και κοίταξα απάνω, να διω. Τι βλέπω; Όλους τους Αρχαίους μαζωμένους στην Ακρόπολη, ξυπόλυτους κι ασπροντυμένους, με τους μακριούς χιτώνες. Τα πρόσωπά τους ήτανε κάπως χλωμά, μα πάντοτες ωραία. Προχώρησα και τους είδα από πιο κοντά. Περπατούσανε και μιλούσανε αναμεταξύ τους. Άλλοι ανεβοκατεβαίνανε τη σκάλα του Beulé, άλλοι πάλε ερχόντανε ίσα με κάτω, στου Διόνυσου το θέατρο, καθόντανε γύρω γύρω στα σκαμνιά και προσμένανε — ποιος ξέρει τι; Ίσως καμιά παράσταση που δε θα γίνει ποτές. Άλλοι ήτανε καθησμένοι με την αράδα στα σκαλοπάτια του Παρθενώνα, κοιτάζανε το χόρτο που είχε φυτρώσει στις πέτρες ή θωρούσανε τη θάλασσα μπροστά τους. Είχανε ομιλίες κι έσκυφτε ο ένας να πει κάτι του αλλουνού. Ο Σωκράτης έτριβε τα σκέλια που θυμότανε πως τρίβοντας τα σκέλια του είχε πεθάνει, και γλυκά χαμογελούσε. Τι καλός εκείνος ο Σωκράτης! Χαιρόντανε όλοι τους να τον ακούνε. Ήταν ένα γλέντι για τον κόσμο. Έπρεπε να διεις τον ήσυχο το γέρο, όταν είχε σκοπό να πει καμιά νοστιμάδα ή να κάμει κανένα χωρατό· τότες ήτανε που έβγαζε από το στόμα του λόγια γεμάτα ιδέες μεγάλες και πανάγιες αλήθειες. Παίζοντας και σα να μην πρόσεχε διόλου, έλεγε τα πιο σοβαρά πράματα. Σε τέτοιες ώρες είχε μάλιστα το συνήθειο να κατεβάζει τα φρύδια και να πετά στραβά μια ματιά, τάχατις σα να ’κανε το σπουδαίο ή το θυμωμένο. Ο Πλάτωνας τον πείραζε λέγοντας πως έμοιαζε τάβρος.
Ο Ηρόδοτος, με χάρη μοναδική, δηγότανε παρέκει κάτι ιστορίες που τελειωμό δεν είχανε. Καθόντανε τα ελληνόπαιδα τριγύρω και τον ακούγανε όλοι σαν παππού τους. Σκυθρωπός σαν το λιοντάρι, ο Θουκυδίδης μελετούσε. Γύρεβε θεμέλια για να στηλώσει την αλήθεια. Μάζωνε πλεροφορίες εδώ και κει, ρωτούσε τους στρατιώτες, μιλούσε με τους γέρους, πολεμούσε να διαβάσει τις επιγραφές και τα μνημεία. Κάποτες χαμογελούσε το λιοντάρι· έβλεπε πως το έργο του πια έμεινε στους αιώνες και πως μοναχός του, πριν ακόμη μάθει ο κόσμος τι θα πει επιστήμη και τέχνη της κριτικής, έδειξε την αληθινή, τη μόνη μέθοδο της επιστήμης και της ιστορίας.
Ένας γέρος, με τα μαλλιά σαν το χιόνι, ήμερα και γλυκά τραγουδούσε κάπου κάπου της άνοιξης την καλοσύνη, του αηδονιού τη λαλιά, του Κολωνού την ωραιότητα και την ασπράδα. Ήτανε ο Σοφοκλής, ο μεγαλύτερος απ’ όλους, ο Σοφοκλής που άναφτε η καρδιά του και που βγάζανε οι στίχοι του φωτιά, κάθε φορά που μιλούσε για την ουράνια Δίκη, για τις Ερινύες που τους φονιάδες φονέβουνε· κρύφτουνται οι Ερινύες μέσα στα λαγκάδια και στους βράχους — κι οι βράχοι θα καταντήσουνε τρομάρα για όσους δεν είδανε πως πίσω από τους βράχους είναι κρυμμένες οι χαλκόποδες θεές. Ο αγαθός ο Αισκύλος μονολογούσε· πότε τον έβλεπες σαν ιερέας να λητουργά, πότε να πολεμά σα στρατιώτης. Συνήθιζε πού και πού να βάζει στις τραγωδίες του μέσα και δυο τρεις ξένες λέξες· τις είχε μάθει στους περσικούς πολέμους. Από μακριά, ο Εβριπίδης τους κοίταζε και τους δυο. Γελούσε σα μαργιόλος. Όταν έκλαιγε, έκλαιγε σατυρικά. Κανείς όμως δεν είχε τη φωνή του, κανείς δεν είχε το πάθος του, άμα έψελνε την αγάπη. Έγραφε κείνη την ώρα μια στροφή κι αντιστροφή για μια του τραγωδία· κι ωστόσο δεν έμοιαζε λυπημένος. Ήτανε όλος χαρά και μου φάνηκε πως τα έξυπνα του τα μάτια μιλούσανε και λέγανε κρυφά κρυφά·— «Στάσου, να τους πιάσουμε τους Αθηναίους με τους δωρισμούς που όλο γυρέβουνε στα δράματά μας. Κανένα χορό να τους φτιάσω, που τίποτα να μην καταλάβουνε ούτε κείνοι ούτε οι σοφοί Εβρωπαίοι κατόπι.» Ο Αριστοφάνης όμως δεν του τα μασούσε· τον έκανε κουρέλι. Τα ’λεγε χοντρά, μα πάντα με χάρη· ήξερε δηλαδή πως ήτανε Αρχαίος, και πως του τα συχωρνούσανε οι δασκάλοι να μιλεί χυδαία. Σκάνανε οι Αθηναίοι στα γέλια.
Ο Περικλής, ο αληθινός πατέρας της μεγάλης δημηγορίας, μ’ ένα του λόγο κόρωνε τα λαό ή τον ησύχαζε πάλε· γινότανε αστροπελέκι και βροντή, αναποδογύριζε την Ελλάδα — κι έμοιαζε θεός. Ο Δημοστένης, άλλο θεριό. Αχ! τι φωνή που ήτανε κείνη! Σαν τις φλόγες πετιόντανε τα λόγια του κι ανάφτανε τις καρδιές· σωστή πυρκαγιά. Λες να ήτανε ο Φίλιππος κανένας Σλάβος, για να τα βάλει μαζί του ο Δημοστένης με τόσο θυμό; Ας έχουνε τη Μακεδονία τους, έλεγε, κι ας μας αφήσουνε μας την Ελλάδα. Και δος-του και δος-του! Χτυπούσε κι όλο χτυπούσε, σαν τον Ήφαιστο με το σφυρί. Θα ξανακούσουμε καμιά μέρα τέτοιο κακό; Οι θεοί να το δώσουνε! Να χαρούμε και μεις, αφού είδαμε τόσα. Τι δύναμη που την είχε! Τι καλά που μιλούσε τη γλώσσα τη δημοτική. Έβαζε στους λόγους του μέσα τις πιο γνωστές, τις πιο συνηθισμένες λέξες, τις κοινές φράσες του λαού. Φανταστείτε το Δημοστένη να μιλεί καθαρέβουσα! Δεν είναι πια Δημοστένης· είναι δάσκαλος. Όχι, με τους χωρατάδες, με τα γέλια, με την ειρωνεία που καίει, με τα πάθος που μπαίνει ίσια μέσα στην ψυχή, με την τρομερή λογική που θέλεις δε θέλεις σε καταπείθει, το σκοπό του όλο κυνηγούσε· έριχνε στο Φίλιππο λάσπη· τον έκανε μασκαρά!
Ο φίλος ο Αριστοτέλης είχε πάλι άλλες φροντίδες. Κοίταζε πώς να πλουτίσει τον αθρώπινο νου, πώς να χωρέσει το κεφάλι του αθρώπου πιότερη μάθηση, πιότερες γνώσες, πώς να καταλογίσει όσα ξέρει, πώς να κάμει την επιστήμη να προδέψει· στάθηκε ο πρώτος δάσκαλος της Εβρώπης. Περπατούσε με τους μαθητάδες του κι έλεγε λόγια που μπορούσε κι ο Πλάτωνας να τ’ ακούσει. Τα σημειώνανε οι μαθητάδες γλήγορα γλήγορα και στα πεταχτά· έτσι σωθήκανε πολλά του Αριστοτέλη. Όταν τα βλέπουμε τυπωμένα, μας έρχουνται κάπως ξερά και ψυχρούτσικα· μα τώρα που τον άκουγα, που τον είχα μπροστά μου, ένοιωθα την καλοσύνη του όλη, την τρυφερή του ψυχή, της καρδιάς του τη γλυκάδα και τη χάρη. Ποιος μπόρεσε ποτές και ποιος θα μπορέσει να μιλήσει με τόση αγάπη και με τόσο ύψος για το θείο; Ποιανού μάτια είδανε τόσο καθαρά και χαρήκανε τόσο πολύ να διούνε τη Δικιοσύνη; Την όψη της, λέει, μήτε ο εσπερινός την αξίζει μήτε ο αβγερινός· η φύση τόσο ωραία δεν είναι! Ποιος εννόησε καλύτερα πως η ενέργεια είναι ο γενικός νόμος του κόσμου; Κι όταν κλαις κι όταν έχεις κανέναν καημό και λυπάσαι, έλεγε την ώρα που τον άκουγα στην Ακρόπολη, μπορεί ωστόσο να μην είσαι δυστυχισμένος, αφού μέσα σου νοιώθεις την ψυχή σου κι ενεργά. Κανένας καρδιογνώστης δεν ανάλυσε με τέτοια δύναμη κι αλήθεια κάθε πάθος της καρδιάς μας. Δε βρέθηκε άλλος σαν το Σταγειρίτη για να ξεδιαλύσει τα μυστικά της αθρωπότητας και της ζωής. Κανείς δεν είχε κρίση πιο σωστή και νου πιο γενναίο. Τόσο λαμπρά δε μίλησε κανείς για τη φιλία, που δεν αρέσει τη μοναξιά και που χαίρεται περισσότερο με την αγάπη που δίνει παρά με την αγάπη που παίρνει. Άνοιγε η καρδιά μου να τον ακούω. Μου ερχότανε όλο να πάω να του φιλήσω το χέρι.
Ο Ξενοφώντας κι ο Πλάτωνας φιλοτιμιόντανε ποιος να μιλήσει πιο καλά για το Σωκράτη. Ο Ξενοφώντας τα ’λεγε στρατιωτικά κι απλά. Ο Πλάτωνας έβαζε και τον Πλάτωνα μέσα. Αναγάλλιαζε η ψυχή με τη μιλιά του. Τα λόγια του ήταν ένα χαμόγελο. Δεν κοιτάζανε τα μάτια του κατά γης· έλεγες μάλιστα πως μόλις πατούσε χώμα. Κοίταζε αψηλά αψηλά στον ουρανό, σα να γέμιζε φως ο μεγάλος του νους. Σου φαινότανε πως θωρούσε, μέσα και μέσα στα γαλάζια τ’ ουρανού, ολωνώνε των πραμάτω τη μορφή και τις ιδέες, και τον περεχούσε χαρά που τέλος ξεσκεπαζότανε μπροστά του η αλήθεια.
Πίσω στον Παρθενώνα ήτανε ίσκιος και στον ίσκιο μέσα καθόντανε οι αρχαίοι φιλόσοφοι, ο Παρμενίδης ο Ελαιάτης, ο Εμπεδοκλής, ο Ξενοφάνης. Λίγο λίγο προχωρούσανε· ο ήλιος όξω είχε τόση δύναμη, τόσο φως, που το μέρος εκείνο έμοιαζε ακόμη πιο μάβρο· έμοιαζε σα βαθύ βαθύ σκοτάδι· λες πως βγαίνανε οι φιλόσοφοι μέσα από κανένα χάος και πως πίσω τους είχανε νύχτα και καταχνιά. Όσο προβαίνανε όμως, τόσο πιότερο έλαμπε, τόσο πιότερο γέμιζε αχτίδες το πρόσωπό τους. Ο Ηράκλειτος μιλούσε για τα ποτάμια που τρέχουνε και για τον κόσμο που σαν το ποτάμι περνά. Ο Δημόκριτος βαστούσε στα δάχτυλά του κάτι άτομα μικρά μικρά, γύρεβε να τα κόψει και δίδασκε πως όλα ξαναγεννιούνται. Έκλαιγε και γελούσε για τούτο. Τους κοίταζε ο Αναξαγόρας κι έλεγε πως χρειάζεται Νους για να στρώσει ο κόσμος, Νους για να δώσει στη φύση τη μορφή της, για να ξεχωρίσει τ’ άτομα και να ζωντανέψει την ύλη. Με πόση διάνοια, με πόση κρίση και γνώση, πρώτοι τους εκείνοι, όταν ακόμη σωπαίνανε οι γλώσσες και τα κεφάλια, καταλάβανε την ύπαρξη και τη φύση, είδανε πως μια και μόνη αρχή, ένας γενικός νόμος κυβερνά τον Κόσμο, πως ουρανός και γης, πως όλα τα φαινόμενα που βλέπεις είναι το ίδιο πράμα και μέσα τους έχουν ένα σύστημα μοναδικό, που ενώνει το καθετίς το ένα με τ’ άλλο! Πολύ πιο σοφοί, πολύ πιο μεγάλοι σταθήκανε κείνοι κι από το Σωκράτη κι από τους άλλους. Κουβεντιάζανε κρυφά κρυφά αναμεταξύ τους και δεν μπορούσες ν’ ακούσεις τι λέγανε. Κοντά στους φιλοσόφους και λίγο πιο πίσω, γιατί μοιάζανε ακόμη πιο παλιοί, στέκονταν ένα σωρό τραγουδιστάδες. Ανεβαίνανε κι αφτοί στην Ακρόπολη. Ερχόντανε από την Αιολίδα κι είχανε περάσει κάμποσα χρόνια στην Ιωνία. Δηγόντανε παραμύθια του λαού κι αθάνατες ιστορίες. Είχανε όλοι τους στο μέτωπο γραμμένο το ίδιο όνομα, Όμηρος. Ένας όμως που έμοιαζε σα λοχαγός, περπατούσε μπροστά, έκρυφτε τους άλλους με τη μεγάλη του ράχη, με τ’ ωραίο του το κεφάλι, και τους περιμάζωνε πίσω του με τρόπο που δεν τους έβλεπες πια, και που φαινότανε ο μόνος Όμηρος εκείνος να είναι. Οι φιλόσοφοι κι οι τραγουδιστάδες είχανε ομιλίες. Λέγανε οι φιλόσοφοι· — «Ο νους του αθρώπου ήτανε κοιμισμένος· πρώτοι του δώσαμε ζωή. Φιλοσοφία δεν ήξερε και του μάθαμε φιλοσοφία.» — Λέγανε οι τραγουδιστάδες· — «Η φαντασία του αθρώπου ήτανε κοιμισμένη· πρώτοι της δώσαμε ζωή. Ποίηση δεν ήξερε και του μάθαμε ποίηση.» Αθάνατα λόγια! Αθάνατος ο λαός που μπόρεσε μια μέρα να τα πει!
Τι να σας τα πολυλογώ; Τι να περνώ έναν ένανε όσους απάντησα στην Ακρόπολη; Όλες οι δόξες της Ελλάδας βρισκόντανε κει πέρα· άκουσα και τον Ησίοδο να παραπονιέται γλυκά για τον αδερφό του, και να βάζει μέσα στον κατάλογό του ολύμπιους θεούς κι ήρωες κάθε χώρας· είδα τον Ιππώναχτα, τον Αρχίλοχο που σκοτώνανε άθρωπο μ’ ένα τους στίχο· τον Αλκαίο, τον καλό σοβαρό και φρόνιμο Ανακρέοντα, την αθάνατη Σαφώ, ολόρθια, στημένη σα φλόγα· τον Αλκμάνα, τον Ίβυκο, το Στησίχορο το γενναίο, το θρήσκο Σιμωνίδη τον Κείο. Κάπου κάπου έβλεπα και κάτι σκιές, κατάχλωμες και σα μισοσβησμένες που περπατούσανε κάτω μακριά, τον Ορφέα, το Λίνο, το Μουσαίο· μέσα σ’ αφτές τις σκιές ξεδιάκρινες κι άλλες δυο· ίσως ήτανε ο Πυθαγόρας η μια κι ο Λυκούργος της Σπάρτης η άλλη. Όσοι όμως ήτανε μαζωμένοι μπροστά στον Παρθενώνα, φαινόντανε και πολύ καλύτερα. Είδα τον Ισοκράτη, που όλο διόρθωνε τα γραψίματά του, το Λυσία, τον Υπερίδη, το Λυκούργο, τους δέκα ρήτορες, τους σοφιστάδες, το Μέναντρο και τους κωμικούς, το σοφό τον Επίκουρο, τον Παναίτιο, τον Ποσειδώνιο, το Ζήνωνα και τους άλλους φιλοσόφους. Ήτανε κι ο Πλούταρχος εκεί, με πρόσωπο γελαστό, κοντούτσικος, με παχούτσικα μάγουλα και γενναία όψη· ήτανε κι ο Λουκιανός ο παιχνιδιάρης· πολεμούσανε του κάκου κι οι δυο τους ν’ ανεβούνε ίσα με τον Παρθενώνα. Ήτανε άλλοι πολλοί, μα πού να τους θυμηθώ; Μόνο το Θεόκριτο δεν είδα· οι Αρχαίοι δεν τονέ θέλανε πλάγι τους και του λέγανε πως είναι μαϊμού. Μαζί με τους Αλεξαντρινούς τον είχανε μέσα στο Μουσείο.
Οι Αρχαίοι περπατούσανε, καθόντανε, πηγαίνανε δω και κει, πιάνανε κουβέντες, γελούσανε και φιλοσοφούσανε. Παρατήρησα όμως πως πάντα γυρίζανε τη ράχη τους στο Πανεπιστήμιο. Αλήθεια, πολύ μ’ αρέσουνε οι Αρχαίοι! Παρατήρησα κι άλλο ένα· οι Αρχαίοι δε μιλούσανε αρχαία, μιλούσανε ρωμαίικα! Οι Αρχαίοι πήρανε τον ίδιο δρόμο που πήρε κι η γλώσσα τους· κάθε χρόνο, κάθε δέκα, κάθε πενήντα χρόνια και κάθε αιώνα λίγο λίγο μεταμορφωνότανε η γλώσσα τους· όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιότερο έμοιαζε με τη δική μας σήμερα. Οι Αρχαίοι, που ζήσανε και κείνοι μαζί με τη γλώσσα, αφού και τώρα τους έβλεπα ακόμη στην Ακρόπολη, λίγο λίγο, χωρίς να το καταλάβουνε οι ίδιοι, μιλήσανε τη δημοτική· — «Αλλάξανε οι καιροί, μου λέγανε, αλλάξαμε και μεις. Μοναχό του έγινε το πράμα, απλά και φυσικά. Χίλιες φορές αλλάξαμε γλώσσα κι άλλη δουλειά δεν κάναμε. Ο Πλάτωνας δε μιλούσε την ίδια γλώσσα που μιλούσε ο Όμηρος μήτε που μίλησε ο Μέναντρος κατόπι. Ο σκοπός μας ήτανε πάντα, να μη δυσκολέβεται ο κόσμος με τα λόγια μας, και για τούτο είχαμε πάντα τη γλώσσα της εποχής μας. Αν ήτανε να μιλούμε σήμερις απαράλλαχτα και σωστά σαν που μιλούσαμε τότες, ποιος θα μας καταλάβαινε; Ίσως δυο τρεις φιλόλογοι στην Εβρώπη· στην Ελλάδα βέβαια μήτε μισός φιλόλογος δε θα ’νοιωθε τι λέμε. Τα ξεχάσαμε κιόλας. Βλέπουμε μάλιστα πως σήμερα ξέρουνε τη γλώσσα μας στην Εβρώπη πολύ πιο καλά απ’ όσο την ξέραμε στα χρόνια μας. Βρίσκουν ένα σωρό πράματα που μήτε είχαμε υποψία· ετυμολογούνε τις λέξες που συνηθίζαμε καθεμερνά, χωρίς να φανταστούμε πως είχανε καμιά συγγένεια μ’ άλλες γλώσσες, και πως τις ίδιες ρίζες μπορείς ν’ απαντήσεις στα περσικά, στα σασκρίτικα και σε πολλές άλλες γλώσσες. (Ήτανε τόντις προκομμένοι οι Αρχαίοι· να που ξέρανε και σασκρίτικα!) Κι όμως δεν είπαμε ποτές τη γλώσσα μας βάρβαρη. Σήμερα στην Ελλάδα, όσο καταλάβαμε, όποιος δεν ξέρει να ετυμολογήσει μια λέξη ή να ξηγήσει έναν τύπο, δεν πάει να μάθει στο σκολειό, μόνο θα πει τη λέξη βάρβαρη και βάρβαρο τον τύπο, γιατί νομίζει πως ό,τι εκείνος δεν ξέρει, δεν μπορεί και να είναι σωστό.»
Αναστενάζανε οι Αρχαίοι και παραπονιόντανε· — «Αχ! παιδί μου, να ήξερες τι σκοτούρες που μας έδωσε η γλώσσα μας! Όταν αρχίσαμε να γράφουμε, είχαμε κάμποσες δυσκολίες. Η γλώσσα μας μορφωμένη δεν ήτανε ακόμη. Ρώτα τον Πλάτωνα να σου το πει· για να φτάσει η γλώσσα του ομηρικού στίχου στην αττική φράση, για να γίνει η ομηρική γλώσσα ό,τι έγινε κατόπι στον καιρό της χρυσής μας εποχής, χρειάστηκε δουλειά και κόπος. Είδαμε και πάθαμε ώσπου να κάμουμε τη γλώσσα μας κάτι να είναι και να φαίνεται. Τώρα που το κατορθώσαμε, μας βγήκε άλλος μπελάς στο κεφάλι· μας βάλανε την καθαρέβουσα στη ράχη. Πρέπει να τη φορτωθούμε, σα να ήτανε άξαφνα γλώσσα δική μας, σα να ήτανε παιδί μας και σα να την είχαμε κάμει ποτέ μας.»
Κάποτες θυμώνανε οι Αρχαίοι· — «Η καθαρέβουσα! Είναι άξιοι να κάμουνε τον κόσμο να πιστέψει πως τόντις μπορούσαμε να μιλήσουμε τέτοια βάρβαρη γλώσσα! Πάντα μιλούσαμε τη γλώσσα του καιρού που ζούσαμε. Αλλιώς πώς θα ήτανε δυνατό να σωθούνε οι ραψωδίες αφτωνώνε που βλέπεις εκεί πέρα, πίσω από τον Παρθενώνα; Α δεν ήτανε του λαού γλώσσα, πώς θα τη μάθαινε ο λαός; Πώς θα την ήξερε; Πώς θα πηγαίνανε οι Αθηναίοι στα θέατρα ν’ ακούσουν Εβριπίδη, Σοφοκλή, Αισκύλο; Πώς θα το κατόρθωνε ο Δημοστένης να βάλει φωτιά σ’ όλη την Ελλάδα; Ποιος θα ’δινε προσοχή στα λόγια του Δημοστένη, αν ο καθένας δεν ήτανε άξιος να τα καταλάβει;»
Αλήθεια, πολύ μ’ αρέσουνε οι Αρχαίοι! Φρόνιμα μιλούσανε. Οι Αρχαίοι κάπου κάπου ανοίγανε το στόμα κι απορούσανε σαν παιδιά. Βλέπανε κάθε μέρα στην Ακρόπολη Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς και δεν ξέρανε καλά καλά τι λογής αθρώποι ήτανε. Άξαφνα με ρωτούνε· — «Τι πράματα είναι τούτοι με τ’ αψηλά καπέλα και τα στενά τα ρούχα; Τώρα που σε βρήκαμε, για πες μας.» — «Αφτοί, τους κάνω γω, είναι ξένοι. Λέγουνται Γκέτες, Σαικσπείρος και Βολταίρος. Καλοί μου προγόνοι, βλέπετε πως δεν έχουν ελληνικά ονόματα· σαν που συνηθίζατε να λέτε στον καιρό σας, είναι βάρβαροι.» — «Βάρβαροι! Σώπα, καλέ! Αν είναι αφτοί που λες, τους ξέρουμε, γιατί κουβεντιάζουμε συχνά μαζί στους ηλύσιους κάμπους· εκεί κάτω, φορούνε χιτώνα σαν και μας· για τούτο δεν τους γνωρίσαμε τώρα με τα φωκόλα. Μη λες βαρβάρους τέτοιους άντρες· είναι δικοί μας. Ό,τι κάμαμε μεις στα χρόνια μας, το κάμανε κείνοι στα δικά τους. Είναι ίσα με μας και μη σε μέλει.» — «Έλεγα δηλαδή … — προσπάθησα να το διορθώσω — που δε γράψανε στη γλώσσα σας και μόνο με τη γλώσσα την αρχαία νόμιζα πως μπορούσε κανείς να γράψει αθρωπεμένα. Ο Σαικσπείρος τουλάχιστο μεταφράστηκε.» Είδα πως ο λόγος μου δεν τους άρεσε. Σιγά σιγά μουρμουρίζανε· — «Την αλήθεια, την αλήθεια, παιδί μου!» Δεν είπα πια γρύ· μόνο, για να μην τα χαλάσουμε άξαφνα, εκεί που τα πηγαίναμε τόσο καλά, έπιασα τα γόνατά τους σαν τον ικέτη· έπειτα πήγα και κάθησα χαμηλά κατά γης, να τους κοιτάζω.
Τους έβλεπα σα συλλογισμένους· δεν περπατούσανε πια τώρα. Είχανε τα μάτια τους γυρισμένα κατά την πόλη και προσμένανε. Άλλο στην Ακρόπολη δεν ακουγότανε παρά σιωπή. Μ’ έπαιρνε ύπνος και κόντεβα να κοιμηθώ. Με ξύπνησε άξαφνα η φωνή τους· — «Για να σου πω! Οι ομογενείς τι φτιάνουνε κει κάτω;» — Έκαμα τον πεθαμένο και μιλιά δεν έβγαζα από το στόμα μου· — «Μπας και βουβάθηκες, μωρέ, που δε λες τίποτα;» μου κάνει ο Αριστοφάνης. — «Μπαμπάκα μου, του λέω, οι απογόνοι σας, όταν πολεμούνε, είναι θεριά και δεν είναι άθρωπος στον κόσμο να βγει μ’ αφτούς· όταν πιάσουνε κοντύλι να γράφουνε… τότες… τότες… είναι και τότες θεριά.» Χαμογελάσανε οι Αρχαίοι με πολλή καλοσύνη· — «Είσαι ακόμη παιδί και δεν έμαθες να φαίνεσαι μεγαλόκαρδος με τους αθρώπους. Το παραμικρό λάθος δεν το συχωρνάς και κανένα δε σου ξεφέβγει. Ίσως πάλε γνωρίζεις τόσο καλά τα ψεγάδια του Ρωμιού, γιατί τα ’χεις εσύ ο ίδιος· αφού κατατρέχεις τόσο πολύ μερικές του ιδέες, θα πει πως τις είχες πρώτα και συ. Εμείς, είμαστε γέροι· κρίνουμε πιο ήσυχα, πιο σωστά. Με μιας η Ρώμη δεν έγινε Ρώμη, λέγανε κι οι γειτόνοι μας. Κάθε πράμα θέλει καιρό. Μη φοβάσαι· οι δασκάλοι αιώνιοι δεν είναι και θα τελειώσει μια μέρα το κακό. Να τους λες περαστικά, όταν τους ακούς. Τι τάχα; Νομίζεις πως και μεις δεν έχουμε την έννοια σας; Όλα θα τα σιάξει ο καιρός. Εδώ που μας βλέπεις, ερχούμαστε συχνά και κοιτάζουμε κάτω να διούμε αν άξαφνα δε φανεί κανένας που να μοιάζει τους ξένους εκείνους, που να μοιάζει και μας. Κάπου κλαίμε που δεν έρχεται κανείς. Ο Εβριπίδης, με τη μελαχολική του ψυχή, παρηγοριά δεν έχει. Ποιος θα μας μιμηθεί μια μέρα; Ό,τι κάμαμε στον καιρό μας, ποιος θα το ξανακάμει στο δικό σας; Ποιος θα μιλήσει γλώσσα ζωντανή σαν τη γλώσσα που μιλούμε σήμερα και μεις οι ίδιοι, για να μη φαίνεται πως κόπηκε η σειρά και πως δεν υπάρχει πια ελληνική φιλολογία;
Ίσως πάλε φταίμε μεις, που δεν έγινε τίποτα ίσα με τώρα. Ξέρεις τι θα πει, ένας λαός να μας έχει προγόνους; Ξέρεις τι βάρος είμαστε; Για κοίταξε την Ακρόπολη καλά· στέκεται ίσια ίσια απάνω από την Αθήνα, σα να είναι έτοιμη να πέσει και να την πλακώσει. Τέτοια τύχη έχουνε κι οι δικοί μας· η αρχαία δόξα όλο πάει να τους πλακώσει. Τα καημένα μας τα παιδιά! Να τα λυπάσαι και να τ’ αγαπάς! Ό,τι μπορούνε το κάνουνε. Όλο γράφουνε μέρα νύχτα. Διες ο Θανάσης πόσο κοπιάζει! Διες το Μαστρογιάννη πόσο ιδρώνει! Μούσκεψε ως και το χαρτί όπου γράφει. Είναι φυσικό να μας μιμιούνται και να θαρρούνε πως το κατορθώνουνε, κλέφτοντας τη μια λέξη και την άλλη. Είναι αλήθεια πως δεν κλέφταμε τίποτις εμείς κι έτσι δε μας μιμιούνται σωστά. Τι να γίνει; Κάνουνε τους άντρες, σαν τα παιδάκια που παίζουνε και τους διασκεδάζει το παιχνίδι.
Μάς διασκεδάζει και μας. Όλο να χολοσκάνει κανείς δεν αξίζει! Θα το μάθεις και συ κατόπι, άμα γεράσεις. Βάλε που είμαστε και πεθαμένοι. Δεν έχεις ιδέα τι βαρετό, τι μονότονο πράμα που είναι ο θάνατος! Όσο μπορεί κανείς, πρέπει να παίρνει το θάνατο λαφριά. Η καθαρέβουσα έχει τα καλά της· να διεις που κάπου κάπου, όταν τύχει και μας πιάσει σταναχώρια, τη φέρνουμε απάνω στην Ακρόπολη και το γλεντίζουμε μια μορφιά.»
Αλήθεια, μόλις το είπανε κι ήρθε τρεχάτα ίσα με το μέρος όπου καθόντανε οι Αρχαίοι, ένα παιδί ασπροντυμένο· έφερνε μέσα στην ποδιά του ένα σωρό φημερίδες και βιβλία· από πίσω του ερχόντανε όσοι είχανε γράψει τα βιβλία κι όσοι γεμίζανε κάθε μέρα τα δημόσια φύλλα. Βρέθηκα και γω μέσα σ’ αφτούς. Είδα πια τότες μια ομηρική σκηνή. Αμέσως κατεβήκανε από τον Παρθενώνα τους οι Αρχαίοι και κάτσανε όλοι με την αράδα στου Διόνυσου το θέατρο. Μου φανήκανε πιο μεγάλοι, πιο αρχαίοι παρά ποτές· έλεγα πως έβλεπα τους τρομερούς θεούς στον Όλυμπο καθισμένους. Βάζανε τον καθένα να διαβάσει όσα είχε γραμμένα ή σε βιβλίο ή σε καμιά φημερίδα. Φαίνεται πως τέτοια συνήθεια είχανε οι Αρχαίοι και πως μια φορά το χρόνο φέρνανε τους ομογενείς στο Διονύσιο, που δε βρίσκεται τόσο αψηλά και που δε μοιάζει να είναι τόσο αρχαίο σαν τον Παρθενώνα. Έβγαινε στη μέση ο καθένας με το βιβλίο στο χέρι, κι αρχινούσε να διαβάζει· τι να κάμεις όταν τέτοιοι αθρώποι σε προστάζουνε; Άμα πέρασε το πρώτο του κατεβατό ο πρώτος που έπρεπε να διαβάσει, τους άκουσα και πάτησαν ένα γέλιο, που κόντεψε τόντις η Ακρόπολη να πλακώσει την Αθήνα. Τα χρειάστηκα κι έφυγα μάνι μάνι, να μη με βάλουνε και μένα στη μέση. Είναι ώρες που πολύ πολύ δε μ’ αρέσουνε οι Αρχαίοι! Νόμιζα πως έβλεπα, στον Όλυμπο απάνω, τους αθάνατους θεούς να ξεκαρδίζουνται από τα γέλια, όσο τους κερνούσε κουτσαίνοντας ο Ήφαιστος.

ΚΓ’ Λόγος

Όταν κατέβηκα στην Αθήνα, έμαθα κάμποσα πράματα που δεν τα ήξερα· κάπου χαιρόμουνε, κάπου λυπόμουνε. Ο Κομπέτος είχε παραιτηθεί κι ο Κόντος δεν έβρισκε πια τι να γράψει· ο Χωριατάκης έγραφε βρισιές. Οι δασκάλοι, όλοι μαζί, μιμιόντανε τους αρχαίους, μάλιστα τον Αριστοφάνη, και για τούτο φωνάζανε όλη ώρα· Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ. Οι Αθηναίοι θέλανε Ακαδημία και γυρέβανε Ακαδημαϊκούς. Οι κωμωδίες και τα δράματα πληθαίνανε κάθε μέρα· ήτανε λόγος να χτίσουνε το θέατρο με χαρτί αντίς πέτρες. Ένας νέος Κοντιστής είχε κάμει έναν τόμο αλάκαιρο επί Κόντου· σκάλιζε στους αρχαίους για να μάθει αν οι Αττικοί γνωρίζανε τ’ όνομα Κόντος κι αν πρέπει να τονίζουμε σήμερα Κόντος η Κοντός. Οι femmes savantes — αι κομψευόμεναι γυναίκαι (δε μ’ αρέσει η ονομαστική πληθυντική γυναίκες· είναι πάρα πολύ χυδαία· ο καθένας την έχει και τη λέει) — αι κομψευόμεναι γυναίκαι ζούσανε και βασιλέβανε. Ο Μολιέρος τις είχε ξεπλύνει μόνο στη Γαλλία. Στη Γαλλία κατάντησε όλος ο κόσμος να τις παίρνει στο ψιλό. Δόξα σοι, ω θεός, που σώζουνται ακόμη στην Ελλάδα· στην Ελλάδα όλος ο κόσμος τις δοξάζει. Ένα μόνο σε συβουλέβω, όταν τύχει και σου αραδιάσουν ελληνικούρες, να μην τις διακόφτεις.
Με τους τόπους αλλάζουνε οι συνήθειες, αλλάζει κι η γνώμη. Φανταστείτε τώρα, στη Γαλλία, καμιά σκολαστική γυναίκα να κάθεται να λέει· η χιών τήκεται, αντίς λιώνει το χιόνι, ή τα τούβλα να τα πει πλίνθους. Δεν είναι της μόδας και δεν ταιριάζει. Στην Αθήνα και στην Πόλη, όσο πιο σκολαστική, τόσο πιο παινεμένη. Το κάτω κάτω, δε θέλω να κακολογώ τις γυναίκες. Στην Αθήνα και στην Πόλη τις είδα πάντα γεμάτες ομορφιά και χάρη. Να σας πω όλη την αλήθεια, τις φοβούμαι κιόλας. Αλλοίμονο, αν πέσω στη γλώσσα τους. Μάλιστα θα το πεθυμούσα πολύ να τις έχω μαζί μου· χωρίς τη γυναίκα, δε γίνεται καλή γλώσσα· η μάνα τη μαθαίνει του παιδιού της, και τ’ αθάνατα έργα, τα έργα που δώσανε στους λαούς εθνική γλώσσα και φιλολογία, γραφήκανε πάντα, στη νέα μας την Εβρώπη, για να τα διαβάσει καμιά γυναίκα.
Έπρεπε τόντις οι γυναίκες να είναι μαζί μας· θα ήτανε πιο γενναίο — ήθελε είσθαι πλέον ιπποτικόν, ως έπος ειπείν — αν οι γυναίκες μας διαφεντέβανε, αντίς να μας κατατρέχουνε, αφού το κάτω κάτω εμείς είμαστε οι λίγοι κι ωστόσο τολμούμε. Έπρεπε να τις αρέσει το θάρρος κι ο πατριωτισμός. Και τι; Θα πιάσουνε τώρα να μιλούνε αρχαία; Θα γράφουνε του αντρός τους· — «Αππαπαί! ατταταιάξ! πότ’ ουν, πότε ελεύση, ω ’ναξ, πεσών εις τας εμάς αγκάλας;» Θα Φωνάζουνε του μωρού τους· — «Τω μαστώ επέχω σοι, βρέφος· συ δε έλξον κατασιωπήσαν;» Ή θα λένε κάθε τόσο φιλώ, όπου φτάνει να πούνε αγαπώ; Ή θα συμβιβάζουν και κείνες, για να μας τα μπερδέψουνε όλα και να βάλουνε την αρχαία με τη νέα μαζί: Ή θα μαθαίνουνε την άνοστη, τη βάρβαρη την καθαρέβουσα που τίποτα δεν είναι και που νόημα δεν έχει; Αχ! οι γυναίκες μπορούνε το έθνος να σώσουνε και δεν το καταλάβανε. Ας καταλάβουνε τουλάχιστο ποιο είναι το συφέρο τους, με τι τρόπο θα φαντάξουνε καλύτερα και πώς θα μας αρέσουνε ακόμη περισσότερο. Η γυναίκα θέλει αφέλεια κι απλότητα· αφτά είναι τ’ αληθινά της στολίδια. Η δασκάλισσα δεν μπορεί να ’χει, ό,τι κι αν κάμει, της αγράμματης τη νοστιμάδα. Μια χωρική, με τη φυσική της χάρη, πάντα πιότερο θα σε μαγέψει παρά η πολίτισσα που κορακίζει. Στη γλώσσα, δε χρειάζεται κερατσιτσιά. Ας μην είναι κι αγράμματες, σα δε θέλουνε· ας μάθουνε τη δύσκολη τέχνη, να φαίνουνται πως δεν ξέρουνε και μας φτάνει, γιατί δεν ταιριάζουν ελληνικούρες στα κοραλλένια χείλια τα γυναικήσια.
Ας έχουμε καλές ελπίδες. Όλα διορθώνουνται με τον καιρό. Ο κόσμος κυβερνιέται με των αθρώπωνε τη γνώμη. Των αθρώπωνε η γνώμη αλλάζει κάθε ώρα. Είναι σαν τις φορεσιές· πότε αρέσει η μια, πότε η άλλη. Ένα πράμα που το νομίζαμε πρώτα κακό, άξαφνα μας φαίνεται καλό, κι ένα άλλο που φαινότανε πέρσι καλό, το λέμε κακό του χρόνου. Συχνά μάλιστα τυχαίνει, σήμερα να βρίζουμε όσα λατρέβαμε χτες. Έτσι και με τη γλώσσα· είναι μόδα. Οι δασκάλοι πάνε και λένε πως οι γλώσσες δεν αλλάζουνε. Έπρεπε πρώτα να μας βεβαιώσουνε πως κι οι ιδέες τους δε θ’ αλλάξουνε ποτές. Φανταστείτε τι παράδοξο πράμα που θα ήτανε, αν έβαζε κανείς όλα του τα δυνατά για να μας αποδείξει πως θα ’χει πάντα την ίδια γνώμη, κι ας περάσουνε πενήντα χρόνια, ή ακόμη περισσότερα. Ωστόσο τέτοια πράματα μας λένε οι δασκάλοι· λογαριάζουνε πως βαθμηδόν η γλώσσα θα προχωρήσει, θα διορθωθεί, και πως σε πενήντα ή εκατό χρόνια θα μιλούμε πια όλοι μας σαν τον Ξενοφώντα. Είναι σα να λογαριάζανε πως σ’ αφτό το διάστημα, όχι μόνο εκείνοι θα ’χουνε τις ίδιες ιδέες για τη γλώσσα, μα πως και τα παιδιά τους και των παιδιώνε τους τα παιδιά θα τις έχουνε ίδιες κι απαράλλαχτες όλη τους τη ζωή. Τέτοια ακούς στην Ελλάδα, κι όποιος σου τα λέει, σου τα λέει με τα σωστά του· δε γελά.
Ας ελπίζουμε πως τα παιδιά μας θα είναι πιο φρόνιμα και θα κρίνουνε πιο ορθά. Πολύ κρίμα θα ήτανε να χαθεί μια γλώσσα σαν τη δική μας, και μεγαλύτερο κρίμα ακόμη να μην καταλάβει ποτέ του ο Ρωμιός, αφού είναι έξυπνος κι έχει νου, τι γυρέβει σήμερις από μας και τι μάλιστα μας προστάζει να κάμουμε η επιστήμη κι η αλήθεια. Θα βάλουμε γνώση κι είμαι ήσυχος. Γιατί προσπαθούμε να μιλούμε την αρχαία; Μόνο και μόνο γιατί θαρρούμε πως μ’ αφτό τον τρόπο δείχνουμε μάθηση κι εβγένεια ψυχής. Άμα διούμε πως το μόνο λάθος είναι να λέμε πατήρ αντίς πατέρας, άμα καταλάβουμε πως η μόνη μας ντροπή είναι ν’ αμελούμε την εθνική μας γλώσσα, πως η μόνη δυσκολία είναι να την ξέρουμε καλά και να τη μιλούμε με την ίδια τέχνη που τη μιλεί ο λαός, τότες αμέσως θα πιάσουμε άλλο σύστημα. Άλλη δουλειά δε θα ’χουμε, άλλο δε θα πολεμούμε παρά πώς να μάθουμε τη γλώσσα μας. Θα πάρουμε δάσκαλο το βαρκάρη, θα δίνουμε προσοχή στα λόγια του, θα τρέχουμε να σπουδάζουμε τη γλώσσα μας στου ράφτη και στου παπουτσή, σαν που το κάμανε, είναι τώρα καιρός και χρόνια, στη Γαλλία, όταν άρχισε να μορφώνεται η γαλλική φιλολογία και να φυτρώνει η ποίησή της. Θα μας πιάσει φόβος μήπως μας ξεφύγει άξαφνα καμιά ελληνικούρα, καμιά από κείνες που μας έρχουνται σήμερα πιο νόστιμες, πιο μυρωδάτες κι από τα λουλούδια του παράδεισου. Οι προκομμένοι, οι σοφοί που για την ώρα μόλις είναι άξιοι να πούνε πέντε λέξες χωρίς να βάλουνε μέσα τουλάχιστο πεντέμισυ αρχαίες, θα φωνάζουνε της καθαρέβουσας· Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά — κι άλλη ελληνικούρα δε θα πούνε πια στη ζωή τους.
Ο Ρωμιός θα τιμήσει τη γλώσσα του, άμα διει πως κι η γλώσσα του τον τιμά. Θα φαίνεται σ’ όλους παράξενο πώς μπόρεσε τόσο καιρό και μας έμεινε η γλώσσα μας άγνωστη, κρυμμένη σαν το μάλαμα μέσα στις φλέβες της γης. Θα κεντηθεί το φιλότιμό μας· δε θα το καταδεχούμαστε να λένε πως μόνοι μας εμείς είμαστε πίσω από τους άλλους λαούς, πως παντού καταλάβανε τι αξίζει η γλώσσα μας και πως στην Ελλάδα δεν το ’νοιωσε ακόμη κανένας. Ο Ρωμιός έχει κρίση και πνέμα ζωηρό. Σε μια ώρα καιρό προκόφτει όσο δεν προκόφτουνε άλλοι σε χίλια χρόνια. Απάντησα μια μέρα ένα δάσκαλο σ’ ένα μικρό χωριό, κοντά στην Πόλη· πήγαινα να διω το σκολειό του χωριού. Η μητέρα του δασκάλου, μια καλή και γελαστή γριά, ήρθε πλάγι μου να μου παινέσει το σκολειό, να μου πει δα πως ο γιος της ήξερε να δίνει καλά μαθήματα, και πως τον περασμένο χρόνο είχανε ξέταξη τα παιδιά κι αποκριθήκανε πολύ ωραία. Ο δάσκαλος, άμα άκουσε τη λέξη ξέταξη, ταράχτηκε, κατέβασε τα φρύδια του, έγνεψε της μάνας του και της είπε να φύγει. Φοβότανε ο δύστυχος μήπως παρατηρήσω τη λέξη και σηκωθώ να πω στην Εβρώπη πως μιλούμε πρόστυχα στην Ανατολή. Πήγα κοντά στο δάσκαλο και του είπα στ’ αφτί· — «Πες της γριάς να κοπιάσει πάλε μέσα. Ήρθα από την Εβρώπη μόνο και μόνο για να μάθω τη γλώσσα που μιλεί.» Σάστισε το δασκαλάκι·— «Μπα! λέει, αφτή τη γλώσσα την ξέρω και γω. Να σου τη μιλήσω, αφού θέλεις να τη μελετήσεις.» Κι άρχισε αμέσως να μιλεί σαν τη μάνα του.
Να διείτε που μια μέρα θα καταντήσει ντροπή να γράφουμε την καθαρέβουσα. «Τέτοια γλώσσα είχαμε και γράφαμε, θα λένε! Και πώς δεν τη βλέπαμε την κακοριζικιά της;» Η δημοτική δε θα κρύφτεται, δε θα τραβιέται, δε θα φοβάται πια τότες να φανεί, σα να ήτανε κανένα ντροπαλό, αρρωστιάρικο, ραχιτιάρικο, ψωριάρικο παιδί που δεν τολμά να βγει όξω στο δρόμο, γιατί όλο φοβάται μην τύχει και το περιπαίξει ο κόσμος. Η καθαρέβουσα πάλε θα κρύφτεται και θα τραβιέται, και θα τρέμει μπας και διούνε την ανοησία τη δική της. Αφτή που έβρισε τη γλώσσα μας, που την είπε πρόστυχη, χυδαία, βρώμικη, και που με τέτοια λόγια έβρισε και το έθνος, αφού το έθνος είχε κάμει τη γλώσσα, τώρα δε θα της τα μασήσουνε και κεινής. Οι δασκάλοι δε θα σηκώνουνε πια τη μύτη τους, γιατί σ’ όλα θα ξέρουμε να τους αποκριθούμε. Θα ’χουμε απάντηση να τους δώσουμε για κάθε λόγο που θα βγαίνει από το στόμα τους.
Δε θα σας λένε πως η γλώσσα του λαού είναι γεμάτη λάθη, γιατί θα τους πείτε τότες εσείς· — «Πιάστε και γράψτε αφτή τη βάρβαρη γλώσσα, χωρίς να κάμετε λάθος. Το καταφέρνετε;» Δε θα σας λένε πως η γλώσσα του λαού είναι ακανόνιστη και πως δεν έχει γραμματική, γιατί εσείς τότες θα τους ρωτάτε· — «Πώς έγινε πατέρας η ονομαστική πατήρ κι όχι πατήρος; Πώς ο λαός αλλάζει τους αρχαίους τύπους μ’ έναν τρόπο κι όχι μ’ έναν άλλο; Πώς μπορεί από το άνθρωπος να βγει άθρωπος, ποτές όμως άνρωπος ή άρωπος ή άνθωπος; Πώς μπορεί η ημέρα να λέγεται μέρα, όχι όμως ημέρ; Και στους δυο αφτούς τους τύπους ένα φωνήεντο χάνεται. Πώς χάνεται το η κι όχι το α; Πώς χάθηκε το ν στη λέξη άνθρωπος, και πώς είναι αδύνατο να χαθεί το ρ; Πώς σπουδάζουνε παντού στην Εβρώπη τη δημοτική κι όχι την καθαρέβουσα; Πώς, όταν ένας γλωσσολόγος θέλει να παραστήσει την ιστορική σειρά της ελληνικής γλώσσας από τα παλιά τα χρόνια, δε λέει γρυ για την καθαρέβουσα, μάλιστα μήτε τη συνορίζεται και προσπαθεί μόνο και μόνο να μάθει τους φωνολογικούς νόμους της γλώσσας του λαού;» Δε θα σας λένε οι δασκάλοι πως η γλώσσα μας έχει πλάγι πλάγι τον ένα με τον άλλο, τύπους αντίθετους και διαφορετικούς, πως κάποτες λέει που αντίς πως, κάποτες και να, κάποτες τίποτις, κάποτες πάλε τίποτες, τίποτι ή τίποτας, γιατί θα τους πείτε τότες εσείς πως οι αρχαίοι κάνανε τα ίδια, πως λέγανε ότι και ως ή απαρέφατο χωρίς ότι και χωρίς ως, μείζονες και μείζους, μικρός και σμικρός, ένεκεν και ένεκα, πως είχανε αόριστο πρώτο κι αόριστο δέφτερο, κι άλλα τέτοια πλήθος, πως κι η καθαρέβουσα η ίδια, μ’ όλη της την περηφάνια, κάποτες γράφει εστί, κάποτες είναι, κάποτες απαρέφατο, κάποτες να, πως πολύ πιο άτοπα φέρνεται από την αρχαία κι από τη νέα μαζί, αφού ανακατώνει και δεν έμαθε να ξεχωρίζει δυο γλώσσες, δυο γραμματικά συστήματα, δυο χρονολογίες, δυο στάδια του αθρώπινου νου κι έχει τη συνήθεια να μην ξέρει μήτε τι γράφει, μήτε τι πρέπει να γράψει.
Δε θα φωνάζουνε οι δασκάλοι πως έχουμε χίλιες γλώσσες στην Ελλάδα και στην Ανατολή, πως σε κάθε τόπο μιλούνε άλλη γλώσσα, πως αφτές οι χίλιες γλώσσες έχουνε αναμεταξύ τους χίλιες διαφορές, πως μ’ αφτό τον τρόπο δεν ξέρουμε ποια γλώσσα να γράφουμε — γιατί θα τους πείτε τότες εσείς πως οι αρχαίοι είχανε ακόμη πιότερες γλώσσες και πιότερες διαφορές, πως είχανε ομηρική, αιολική, δωρική, βοιωτική, ιωνική, αττική, άλλες τόσες στη στεριά, στα νησιά άλλες τόσες, και πως τις γράφανε όλες. Δε θα σας λένε πως η κοινή μας η γλώσσα παίρνει έναν τύπο από δω κι έναν τύπο από κει, έναν από την Αθήνα κι έναν από την Πόλη, πως έτσι έχει ανωμαλίες, πως σε μια λέξη βάζει ένα γ μέσα σε δυο φωνήεντα, πως σ’ άλλη λέξη βγάζει το γ — γιατί θα τους πείτε τότες εσείς πως οι ίδιες ανωμαλίες βρίσκουνται στην αρχαία, πως κι οι αρχαίοι πολλά βάζανε κει που δεν έπρεπε να τα βάλουνε, πως λέγανε αλείφω με α, λείπω χωρίς α, εμέ με ε, συ χωρίς ε, πως αν οι δασκάλοι δεν το ξέρουνε ακόμη, πρέπει να πα να το μάθουνε και πως είναι καιρός. Δε θα σας λένε πως δεν έχουμε μια κοινή, γενική, μια πανελλήνια γλώσσα, γιατί θα τους πείτε τότες εσείς· — «Για μίλησε τη γλώσσα που μιλείς, να σου δείξω πως κάθε Ρωμιός θα σε καταλάβει.» Δε θα σας λένε· — «Εμείς έχουμε σκοπούς πραχτικούς. Μπορεί η γλωσσολογία να ’χει δίκιο και να μιλεί καλά ο λαός· μα θέλουμε να κάμουμε μια γλώσσα που να συναγρικιούνται όλοι οι Έλληνες αναμεταξύ τους, και για τέτοιο σκοπό ποια άλλη γλώσσα θα πάρουμε παρά την αρχαία, που έχει τη γραμματική της, που έχει τύπους ορισμένους, που θα είναι η ίδια γλώσσα για τον καθένα;» Δε θα κάμουνε πια έτσι το φρόνιμο, το γνωστικό, δε θα σας λένε τέτοια λόγια κάτι μωρά παιδιά με τις άσπρες τρίχες, γιατί θα τους πείτε τότες εσείς· — «Μίλησε την καθαρέβουσα ή σα θέλεις την αρχαία, στο βαρκάρη, στο χωρικό, στο λαό, να διούμε θα νοιώσει τι του λες; Πιάσε και πες του πατέρας. Κάθε άθρωπος θα σε καταλάβει αμέσως, όπως κι α λένε τον πατέρα στο χωριό του, φέντη, ή αφέντη, ή κύρη, ή μπαμπά. Εκεί που ο πιο πρόστυχος άθρωπος ξέρει τι θα πει η γυναίκα μου, το παιδί μου, η κόρη μου, σοφίστηκες εσύ πως πρέπει να του αλλάξουμε τη γλώσσα, κι από τώρα κι ομπρός να κάμουμε το βαρκάρη να κλίνει η γυνή, της γυναικός, η σύζυγος, της συζύγου, ο παις, του παιδός, τους παίδας, η θυγάτηρ, της θυγατρός, τας θυγατέρας, ταις θυγατράσι. Και τέτοιο άνοστο, κολοκυθένιο πράμα έρχεσαι και μας το βαφτίζεις κοινή γλώσσα, σκοπό πραχτικό! Ο βαρκάρης, που έχει γνώση και που ξέρει τη γραμματική του καλύτερα από σένα τι θα κάμει; Θα πει της σύζυγος ή της γυνής. Και να σου τ’ αρχαία που του έμαθες!»
Δε θα σας λένε οι δασκάλοι πως να μη βλέπουμε τη γλώσσα του λαού, πως του προκομμένου η γλώσσα έχει κάποια σημασία, πως η χυδαία είναι patois και πως για τα patois δεν πρέπει να γίνεται λόγος. Θα τους πείτε τότες εσείς· — «Μια εθνική γλώσσα δεν είναι patois, γιατί ένα έθνος δεν είναι χωριό και μόνο τα χωριά έχουνε patois. Λένε patois ένα ιδίωμα, που λίγοι το ξέρουνε και που λίγοι το μιλούνε. Τέτοια σημασία έχει αφτή η λέξη. Αν το καλοσυλλογιστείς, θα διεις μάλιστα πως το σωστό το patois είναι η καθαρέβουσα, αφού τόντις λίγοι την ξέρουνε και λίγοι τη μιλούνε και πουθενά ο λαός δεν τη συνηθίζει. Μα και το patois για την καθαρέβουσα δεν ταιριάζει· η καθαρέβουσα δεν έχει μήτε χωριό δικό της. Άμα γυρέβει γαλλικές λέξες για να μας δείξει τι είναι η γλώσσα μας, πρέπει και μεις να της βγάλουμε όνομα γαλλικό και να την πούμε όχι patois, μα πολύ πιο σωστά jargon
Δε θα σας λένε οι δασκάλοι πως βαθμηδόν η αρχαία θα γυρίσει πίσω, γιατί θα τους πείτε τότες εσείς· — «Η αρχαία δεν έγινε αρχαία βαθμηδόν. Απαρχής ήτανε αρχαία και την ήξερε ο λαός. Σπουδάζετε την αρχαία στο σκολειό, κι αφτό είναι που σας μπέρδεψε, που σας χάλασε όλες σας τις ιδέες· θαρρείτε πως όλες οι γλώσσες γίνουνται στο σκολειό και πως από κει βγαίνουνε. Έτσι μήτε μπορείτε να καταλάβετε πως μορφωθήκανε όλες οι γλώσσες του κόσμου. Για να καταντήσει μια γλώσσα να είναι κοινή, για να μιλιέται παντού, πρέπει πρώτα κάπου να γεννήθηκε. Πρέπει πρώτα ν’ άρχισε να μιλιέται σε κανέναν τόπο που και τα μωρά παιδιά να τη μιλούσανε, άμα λέγανε δυο λόγια. Πρέπει να ’χει πατρίδα όχι το βιβλίο, όχι το σκολειό, μα ένα μέρος που να φαίνεται και στο χάρτη. Πρέπει να ’χει μια γεωγραφική βάση. Σήμερις η αρχαία, άλλη βάση δεν έχει παρά τω δασκάλωνε τα κεφάλια. Τα κεφάλια όμως δεν είναι χώμα, δεν είναι κομμάτι γης· δεν έχουνε καμιά γεωγραφική σημασία.»
Δε θα σας ρωτούνε κάθε ώρα οι δασκάλοι· — «Για ποιο λόγο λέει έτσι ο λαός κι όχι αλλιώς; Έχει νόημα ένας τέτοιος τύπος;» Θα τους πείτε τότες εσείς· — «Δεν είναι δουλειά σας να τα ξέρετε. Αν κανείς σας ρωτήσει γιατί λένε οι αρχαίοι πατήρ κι όχι πατέρ τι θ’ αποκριθείτε; Τίποτα! Ίσως πείτε μόνο· το λέγαν έτσι, γιατί έτσι το λέγανε. Το ίδιο να λέτε και για τη γλώσσα του λαού. Έτσι τα λέει, γιατί δεν το λέει αλλιώς. Δεν είναι του καθενός έργο μήτε δουλειά του καθενός να είναι γλωσσολόγος, όπως δεν είναι και του καθενός δουλειά να ξέρει χημεία ή φυσική. Ωστόσο τα χημικά και φυσικά φαινόμενα που δεν τα σπούδασε ο ίδιος, δεν τα λέει βάρβαρα και δε νομίζει πως δεν έχουνε το λόγο τους. Αφτό να κάμετε και με τη γλώσσα. Το χρέος σας εσάς είναι πρώτα να παραδέχεστε τους τύπους του λαού· της γραμματικής χρέος είναι να τους ξηγήσει.»
Τα παιδιακήσια τα λόγια δε θα ’χουνε πια καμιά πέραση στην Ελλάδα. Κανείς δε θα λέει πως η γλώσσα του λαού θέλει διόρθωση, γιατί ο άθρωπος δεν έχει κανένα δικαίωμα να διορθώνει τους φυσιολογικούς και ψυχολογικούς νόμους, να σιάζει το ένα και να στρώνει τ’ άλλο. Ένας άθρωπος μοναχός του δεν έχει αρκετή σοφία για ν’ αποφασίσει πως εκείνος έχει δίκιο και πως όλο το έθνος έκαμε λάθος να μιλεί τη γλώσσα του φυσικά. Άξαφνα αλλάζουνε οι ιδέες, προκόφτουνε τα κεφάλια, καταλαβαίνουμε πράματα που δεν τα καταλαβαίναμε πρι, και βλέπουμε πως εμείς είχαμε άδικο και πως το πλήθος, ο λαός, το έθνος είχανε τη σωστή κρίση, και χωρίς να τρέχουνε στο σκολειό, καταλάβανε την επιστήμη και την αλήθεια.
Σήμερα, για να βγει στη μέση η δημοτική, για να γράφεται και να μιλιέται, πρέπει πρώτα να δικιολογηθεί, πρέπει συμπάθειο να ζητήσει, πρέπει να πάρει δικηγόρο, σα να ήτανε μπροστά στο δικαστή και σα να είχε ανάγκη ν’ αποδείξει πως είναι αθώα και πως δε σκότωσε άθρωπο. Μια μέρα θα φέρουμε την καθαρέβουσα στο κριτήριο και θα ’χει να δικιολογηθεί εκείνη. Θα της φωνάζουνε από παντού· — «Πώς τόλμησες να μας σηκώσεις τη γλώσσα μας; Πώς ήρθες εσύ, με την ψεφτοσοφία σου και μας κατάστρεψες τη γλώσσα του λαού, και μας χάλασες την αρχαία; Τι μιλείς για λάθος; Δε βλέπεις πως εσύ η ίδια, από πάνω ως κάτω, δεν είσαι παρά λάθος; Τι φτιάνεις τύπους κάθε μέρα; Τι αφανίζεις τη γλώσσα του λαού μας; Έγινες Πλάστης και θέλεις να μορφώνεις και να σιάζεις; Ποια είσαι; Νόμους του κεφαλιού σου θα μας βγάλεις; Τους μόνους κι αληθινούς νόμους πρέπει να τους γυρέβεις στη γλώσσα του λαού, και κεινού τη γραμματική πιστά ν’ ακολουθάς. Έτσι τουλάχιστο δε φτιάνεις γλώσσα· φτιάνει ο λαός τη δική σου — κι αφτό είναι το μόνο σωστό.»
Ο λαός είναι που μιλεί την αρχαία. Ένας αρχαίος τύπος, για ν’ αλλάξει, έπρεπε αδιάκοπα κι από τα παλιά τα χρόνια ίσα με τώρα, να βρίσκεται στο στόμα του λαού, γιατί αλλιώς δε θ’ άλλαζε ποτές. Ο ίδιος άθρωπος που είπε πρώτα φιλέω, είπε λίγο λίγο φιλώ και κατάντησε σήμερα να προφέρνει φιλό. Μ’ αφτό τον τρόπο, κάθε λέξη που θα σου πει ο λαός είναι αρχαία, γιατί κάθε ώρα την έλεγε διαφορετικά κι ωστόσο ήτανε πάντοτες η ίδια. Άμα πας να ξεσκονίσεις τα βιβλία και ν’ αρπάξεις μέσα τη λέξη που σ’ αρέσει, δε μιλείς αρχαία· παίρνεις μια λέξη από τους αρχαίους, μα αφτή η λέξη δεν έχει ιστορική σειρά, δεν την έλεγε πάντα ο λαός· αρχαία δεν είναι. Δεν είναι πατροπαράδοτος τύπος, όπως είναι πατροπαράδοτη όλη μας η δημοτική.» Κι έτσι θέλει δε θέλει, η καθαρέβουσα πια θα σωπάσει.
Θα είναι τόντις χρυσή εποχή, η εποχή που σας λέω. Θα χαίρεστε όλοι, θα χαίρουμαι και γω μαζί σας, αν τύχει και ζήσω ίσα με τότες. Μα δεν το πιστέβω. Μήτε πιστέβω να ζει κι ο εκδότης που δε θέλησε να τυπώσει το βιβλίο μου. θα το τύπωνα χάρισμα σε μια τέτοια εποχή, δίχως να βγει από την τζέπη μου παράς· μάλιστα και θα κέρδιζα παράδες· τώρα θα κερδίσω μόνο βρισιές. Έχω δίκιο που σας τη λέω χρυσή εποχή. Πολλά θάματα θα διείτε. Οι δασκάλοι θα περηφανέβουνται που θα μιλούνε σαν το λαό. Ο Χατζιδάκης θα με βρίζει πρόστυχα. Όνοι δε θα βρίσκουνται πια πούπετις· θα είναι όλοι γαϊδάροι. Ο Κόντος θα με διαβάζει και δε θα θυμώνει· θα γράφει Παρατήρησες ή Παρατηρήσες και πάλε θα βασανίζεται για τον τόνο. Στα σκολειά θα παραδίνουνε το Ταξίδι μου· μα οι προκομμένοι θα φωνάζουνε κι οι δασκάλοι θα παραπονιούνται που η γλώσσα μου δεν είναι αρκετά δημοτική. Καθαρέβουσα θα καταντήσει η γλώσσα που γράφω τώρα κι όσα λέω στους δασκάλους, θα μου τα λένε μένα. Η καθαρέβουσα του Κόντου θα μας φαίνεται χυδαία και βάρβαρη. Οι κυρίες στα σαλόνια θα φιλοτιμιούνται ποια να μιλήσει καλύτερα τη γλώσσα του λαού, ποια να μας δείξει πως την έμαθε. Θα κάμουνε οι κυρίες το γραμματισμένο· θα γίνουνε σκολαστικές, από την τρομάρα που θα ’χουνε μήπως τύχει και μας πετάξουνε καμιά δοτική, από τον πόθο τους να καταλάβουμε πως ξέρουνε πια και κείνες τι θα πει γραμματική, τι θα πει επιστήμη, πως γνωρίζουνε όλους τους φωνολογικούς, όλους τους μορφολογικούς νόμους της εθνικής μας γλώσσας.
Πότε θα ’ρθει αφτός ο καιρός; Ώσπου να ’ρθει, παρακαλώ τουλάχιστο τις κυρίες να μη φιλονικούνε κάθε λίγο για την προφορά και για τη γλώσσα· δεν ταιριάζει και θα το καταλάβουνε κατόπι. Τι θα πούνε οι σπουδαίοι, οι σοβαροί άντρες, όταν τις ακούσουνε; Άμα διούνε πως και γυναίκες ανακατώνουνται σε ζητήματα της επιστήμης, αμέσως θα το μυριστούνε πως ο τρόπος μας να μελετούμε αφτά τα ζητήματα δεν έχει τίποτα να κάμει με την επιστήμη· ο μόνος λόγος μας για να φωνάζουμε, να μαλώνουμε για την προφορά, είναι που είμαστε Ρωμιοί· ένας τέτοιος λόγος όμως δεν είναι επιστημονικός· αν είμεστα Άγγλοι ή Γάλλοι, θα φρονούσαμε σαν τους άλλους, γιατί θα βλέπαμε την αλήθεια χωρίς πρόληψη. Η γυναίκα πρέπει να ξέρει μόνο να λέει, σ’ αγαπώ. Οι δασκάλοι, όσο κι αν το θέλουνε, ποτές δε θα κάμουνε κανέναν άθρωπο να ξεχάσει το φιλί· με το φιλί θα χαρεί κάθε μάνα το πρώτο χαμόγελο του παιδιού της ένα φιλί μας γέννησε όλους κι άμποτες όλοι μας να πεθάνουμε μ’ ένα φιλί στα μάτια! Το φιλί είναι όλη μας η ζωή· η κούνια είναι ένα φιλί, ένα φιλί η αγάπη, ο τάφος ένα φιλί! Οι δασκάλοι δε θα μας το πάρουνε· έτσι και τη γλώσσα μας δε θα μας την πάρουνε. Ας το θυμηθούνε κι αφτό οι κυρίες, κι ας μην ξεχάσουνε ποτές μήτε το φιλί μήτε τη γλώσσα που το λέει έτσι. Για την ώρα, όση όρεξη κι αν έχω να τις κολακέψω, δεν μπορώ να πω πως μιλούνε όμορφη γλώσσα.
Η γλώσσα μπορεί να μην είναι καλή· μα το φαγί που τρως στην Πόλη, στη Χιο και στην Αθήνα, δεν το ’χουνε πουθενά στην Εβρώπη. Δεν έχουνε πουθενά οι γυναίκες τόση εβγένεια και νοστιμάδα, τόσο πνέμα οι άντρες και τόσο ζωηρό νου. Είδα σωρό κόσμους στην Αθήνα. Είδα και κάμποσους νέους· κάνανε όλοι στίχους. Θάρρος παιδιά, κι όλο μπρος! Με τις δημοτικές τις φημερίδες, με τα πεζά δηγήματα και με τους στίχους, κάτι θα καταφέρετε και σεις. Ο σκοπός σας είναι μεγάλος κι έχετε δίκιο. Φτάνει κάπου κάπου να πηγαίνετε στην Ακρόπολη, ν’ ακούτε τι σας λένε οι Αρχαίοι· προσέξτε να μη σας βάλουνε καμιά μέρα στο Διονύσιο. Μάθτε τη γλώσσα, να διείτε τι καλή που είναι· άλλη δε θα θέλετε να γράφετε. Όλα μπορείτε να τα πείτε με την εθνική μας γλώσσα, φτάνει πρώτα να ’χετε να πείτε κάτι και να βρίσκουνται δυο ιδέες στο κεφάλι σας μέσα· μόνο να μην τη μισοξέρετε, να τολμάτε, και να μη φοβάστε τον κόπο που θα σας δώσει η δουλειά. Ο νους κι η φαντασία έχουνε την αξία τους· μα μην ξεχνάτε τη γραμματική. Τη γραμματική πάντα στο προσκέφαλο!
Τη φαντασία για τίποτα δεν την έχω· την ποίηση δεν την ψηφώ. Φαντασία και ποίηση μπορεί να ’χει ο καθένας, μάθηση δεν μπορεί, γιατί χρειάζεται θέληση και κόπος· αφτά δεν τα ’χουνε όλοι, και χωρίς μάθηση, χωρίς γραμματική, η πιο ωραία φαντασία, η πιο αψηλή ποίηση ξεπέφτει. Βγάλε τη γραμματική, και δε διαβάζεται μήτε ο Σαικσπείρος. Γιατί είναι γλώσσα του λαού, θαρρεί ο καθένας πως είναι έφκολη και τη γράφει χωρίς να τη σπούδασε ποτές. Μη νομίζετε πως είναι ντροπή να μαθαίνει κανείς όσα δεν ξέρει. Ο πιο προκομμένος μπορεί να προκόψει. Σε κάθε ηλικία μπορεί κανείς να πάει σκολειό. Το μεγαλύτερο σκολειό, το πιο δύσκολο μάθημα είναι η γλώσσα του λαού. Κανένα βιβλίο δεν αξίζει τη διδαχή που βγαίνει από του λαού το στόμα. Τις καλύτερες ώρες της ζωής σας, τις πιο αγαπημένες σας ώρες θα τις περάσετε με τη γραμματική στο χέρι. Έτσι τα λέγαμε με το Λάμπρο μια μέρα στην Αθήνα· «ο καλός ο Μ. ο Λάμπρος με γύρισε παντού. Τι πρόθυμος, τι δραστήριος άθρωπος! Για μια ώρα καιρό, με πήγε στα Δημοτικά, στον Παρνασσό, στα βιβλιοπουλεία. Όλα πρόφτασα να τα διω — και μαζί του όλα μ’ αρέζανε. Από τη χαρά μου του έταξα και γω — αν αδειάσω και μ’ αφήσουνε οι δασκάλοι — να γράψω καμιά μέρα και ν’ αφιερώσω στον Παρνασσό μια Σύντομη γραμματική της γλώσσας μας για τα παιδιά. Ίσως μπορέσουνε να τη διαβάσουνε και γέροι.
Οι Αθηναίοι έχουνε καλό σύστημα το καλοκαίρι· την ημέρα κρύφτουνται στα σπίτια τους, το βράδυ κάθουνται στους καφενέδες — με συμπάθειο! στα καφεία, ή μάλιστα έν τοις καφείοις, ή κάλλια εντός των καφείων. Είναι γελαστός, χαρούμενος λαός κι αγαπά να διασκεδάζει· η Αθήνα κατάντησε Παρισάκι. Ένα βράδυ πήγα και γω στον καφενέ. Στην Αθήνα, ακόμη και σήμερα, γίνουνται πολλά καθώς ήτανε συνήθειο να γίνουνται στα παλιά χρόνια, στους αποστολικούς τους καιρούς· βγάζει λόγο ένας και λέει την ιδέα του. Οι άλλοι κάπου ρωτούνε τι γνώμη έχει ο ρήτορας για το τάδε ή το τάδε· πρέπει ο ρήτορας να δώσει απάντηση. Ο Αθηναίος είναι περίεργος και του αρέσει να ρωτά· είναι φιλόμαθος λαός. Διάβασα μια μέρα σε μια φημερίδα για κάποιο γλωσσολόγο που μιλούσε για τη γλώσσα. Αφού τα είχε πει όλα — έτσι έλεγε το φύλλο — βγήκε ένας να τονέ ρωτήσει και κάτι άλλο ακόμη· με τον ίδιο τρόπο ρωτούσανε κι οι Φαρισαίοι τα Χριστό. «Ερωτηθείς δε ο κ. Χ.», έγραφε η γαζέτα, «απεκρίθη.» Τόντις απεκρίθη ο κ. Χ. με μεγάλη προθυμία και χτύπησε όλο τον κόσμο, και μένα μέσα στους άλλους ή μάλιστα και περισσότερο από τους άλλους· η γαζέτα τύπωσε το λόγο του. Χωρίς να χτυπήσω άθρωπο, και χωρίς να τυπώσει τα λόγια μου καμιά γαζέτα, το ’παθα και γω σαν τον κ. Χ. Στον καφενέ όπου καθόμουνε, ήτανε κάμποσοι φίλοι μου μαζωμένοι και με ρωτήσανε· — «Κύριε καθηγητά, τι ιδέαν έχετε περί των ξένων λέξεων;» Τώρα ήμουνε και γω ερωτηθείς. Τους είπα απάνω κάτω τέτοια λόγια·
«Άνδρες Αθηναίοι, άνδρες Κορίνθιοι, άνδρες Αρκάδες, άνδρες Μωραΐται και επίλοιποι άνδρες — πολύ να προσέχετε τους τενεκέδες! Δεν ξέρετε τι μπορεί άξαφνα να βγει ένας τενεκές. Το βλέπω τι θα μου πείτε· — «Έφκολα γνωρίζεις τον τενεκέ. Ο τενεκές είναι μέταλλο κι αμέσως φαίνεται. Δεν μπορεί τίποτα να βγει.» Μην το νομίζετε. Δε σημαίνει που ένας τενεκές δεν έχει μάτια, αφτιά, κεφάλι και νου. Κάποτες τυχαίνει να μην είναι τενεκές ο τενεκές και να είναι άθρωπος. Βάλτε λοιπό την προσοχή σας· μην κάμετε ποτέ σας κανέναν τενεκέ πρωθυπουργό.
Άμα κάμετε καλό πρωθυπουργό, αμέσως πιάνετε άλλη δουλειά. Πρώτα μαζώξτε χρήματα όσα μπορείτε· ας δώσει παράδες ο καθένας. Τότες έχετε στρατό· ο στρατός ποτές να μην ξαρματωθεί, γιατί χαθήκατε, παρά να στέκεται πάντοτες στο ποδάρι, να είναι έτοιμος για κάθε περίσταση. Μα για να στέκεται ο στρατός πάντοτες στο ποδάρι, για να είναι έτοιμος για κάθε περίσταση, χρειάζουνται πεκούνια. Κοιτάξτε με κάθε τρόπο ν’ αγοράσετε κανόνια, τουφέκια, μπαγιοννέττες, μπαρούτι, μπάλες, σπαθιά. Τους αθρώπους τους έχετε, θέλετε μόνο λίρες. Μην ξεχνάτε την αρμάδα· παραγγείλτε φρεγάδες θαρακωτές, καράβια και βαπόρια ντουζίνες· άμα πλερώσετε, έφκολα σας φτιάνουνε και φρεγάδες και βαπόρια στις καλύτερες φάμπρικες. Ποιο είναι το προτιμότερο, καβαλλαρία, πεζικό ή ναφτικό: Απ’ αφτά τα τρία ποιο συφέρνει περισσότερο; Μπορεί να σκεφτούμε χωριστά για το καθένα. Να σας πω την ιδέα μου· το προτιμότερο μου φαίνεται, να ’χει κανείς και τα τρία μαζί. Με το πεζικό φυλάγουνται λαμπρά τα σύνορα· με την καβαλλαρία πηδάτε και πάτε παρέκει· με το στόλο, φτάνει να τύχει κατάλληλη ώρα, κι αμέσως αρπάζετε κανένα νησί· το νησί σάς δίνει φόρους και σας βάζει σωρό παράδες στην κάσσα. Αρμάδα, πεζούρα και καβάλλα, μην το κουνείτε από κει.
Μπορεί τώρα να πάρουρε κι άλλα μέτρα. Για να ’χετε πιότερους παράδες, σφαλνάτε μερικά σκολειά κι ένα δυο Πανεπιστήμια. Τι θα τα κάμετε τα τόσα: Μήτε γρόσια, μήτε δόξα, μήτε κομμάτι χώμα δε σας δώσανε ίσα με τώρα. Κατάλαβα τι σας βαστά και δεν τα σφαλνάτε. — «Καλά! λέτε· αμέ τα βιβλία κι οι οκάδες χαρτί που είναι μέσα; Τι θα γίνουνε; Άλλος μπελάς πάλε τούτος.» — Σωστός ο λόγος. Κι αφτό θέλει σκέψη. Ελάτε λιγάκι να το συλλογιστούμε μαζί. Ίσως κάτι βγει. Για σταθείτε! Μου φαίνεται πως το χαρτί, ό,τι θέλετε το κάνετε. Το χαρτί πάντοτες είναι χρήσιμο. Πρώτα πρώτα, το ’χετε στουπί για τα τουφέκια. Όταν πάτε στον πόλεμο, μπορείτε να τυλίξετε μέσα τα παπούτσια σας, δε λέω το φαγί σας, μάλιστα αν είναι λαδερό, γιατί λιγδώνει και γίνεται γλήγορα μούσκεμα τα χαρτί. Μα και για φαγί ταιριάζει, φτάνει να είναι σταφίδες, τσίροι, ψωμί ή τυρί ξερό. Βλέπετε πως το βολέψαμε κι αφτό. Το κάτω κάτω, και για κάτι άλλες δουλειές είναι καλό το χαρτί. Είναι ανάγκη να κάθουμαι τώρα να σας λέω για τι δουλειές;
Θα σας πω ακόμη κι άλλο. Όταν οι Αουστριακοί κρατούσανε τη Βενετία, ήτανε αδύνατο να διεις τσιγάρο σε βενετσιάνικο στόμα. Οι Βενετσιάνοι, που καπνίζανε πρώτα σαν καμίνια, πάψανε άξαφνα να καπνίζουνε. Οι Αουστριακοί είχανε τα καπνά και κάλλια βασανιζότανε ο Βενετσιάνος ολημέρα, παρά να κάμει τον Αουστριακό να κερδίσει μισό παρά. Κάτι θα πει ηρωισμός, ομόνοια, ζωντανό μίσος, όχτρητα που μάτι δε σφαλνά, που μέρα νύχτα βιγλίζει. Πολύ σας τα συστήνω κι αφτά.
Τόσα είχα απάνω κάτω να σας πω για τις ξένες λέξες. Όταν κάμετε καλό στρατό, όταν αφήσουνε το τσιγάρο στην Ανατολή, όταν άλλο δε βάλετε στο νου σας παρά μπαρούτι και φωτιά, τότες πάλε βρίσκουμε καιρό και φιλοσοφούμε. Οι ξένες λέξες κανένα κακό δε μου κάμανε· τις έχω μάλιστα ανάγκη για να πω κάμποσα πράματα που δε μου έρχεται και δε γίνεται να τα πω αλλιώς· έτσι τις έκαμα δικές μου· τις έβαλα να δουλέβουνε την ιδέα μου. Δεν ταιριάζει να κάνουμε τους περήφανους με τις λέξες κι όχι με τους αθρώπους, να μη θέλουμε τούρκικα και να καλοπιάνουμε τους Τούρκους. Είναι περιττό να καθαρίζουμε τη γλώσσα που δεν το ’χει ανάγκη και δε βρωμά· κάλλια να καθαρίσουμε την Ανατολή. Το τουφέκι από τη γλώσσα μας να το βγάλουμε, δε γίνεται, γιατί σκοτώνει Τούρκο· πολύ πιο φρόνιμο να βγάλετε τον Τούρκο από τα νησιά κι από τις επαρχίες, γιατί ο Τούρκος μπορεί να σκοτώσει χριστιανούς. Σκοτώνει τους χριστιανούς ο καταραμένος και τι βγαίνει τότες; Ας λέμε όσο θέλουμε πυροβόλον κι άλλες τέτοιες νοστιμάδες· δε φελά. Αχ! Τ’ άπιστα τα σκυλιά, τους σιχαμένους τους βαρβάρους! Ποιος είναι Ρωμιός και μπορεί άλλο να γυρέβει, άλλο να ποθεί μέρα και νύχτα παρά να πάρει την ψυχή τους; Ποιος μπορεί σήμερα να λέγεται άθρωπος, ποιος μιλεί για πολιτισμό κι αφήνει τέτοια ζώα στον κόσμο; Ομπρός, ομπρός, τα παιδιά· ορμήστε, παλληκάρια, στο κριάσι και στο πετσί! Χτυπάτε, όσο μπορείτε — κι όταν μπορείτε. Αν έχετε τουφέκια, πάρτε τα τουφέκια· αν τα τουφέκια σας λείψουνε, πάρτε πέτρες· αν και πέτρες δε βρεθούνε, πολεμήστε με τα νύχια· αν τα νύχια σπάσουνε και κείνα, με το στόμα, με τη γλώσσα, με τα δόντια, ρουφήξτε αίμα, δαγκάστε μούτρα, φάτε κόκαλα. Όξω, όξω πρώτα τους ξένους. Για τις ξένες λέξες βλέπουμε κατόπι.»

ΚΔ’ Ξένη γλώσσα

Τα σπίτια στην Αθήνα είναι ωραία. Με πολύ γούστο τα κάνουνε και δεν ήταν έφκολο πράμα, κοντά στην Ακρόπολη, να φτιάσουνε παλάτια και να χτίσουνε πόλη που να φαντάζει, που να ’χει τόση χάρη. Οι πέτρες είναι πέτρες σωστές, κι όχι μουκαβάς. Το μάρμαρο ψέφτικο δεν είναι· είναι μάρμαρο αληθινό. Το κακό είναι όμως που το σπίτι το λένε οικία και οίκος· μ’ αφτό τελειώνει η αλήθεια κι αρχίζει — … πώς να το γυρίσουμε; ας πούμε κι ένα δυσάρεστο… — αρχίζει η ψεφτιά. Να μη θυμώσεις και θα με καταλάβεις· μάλιστα θα διεις πως άλλη λέξη δεν έχει. Μιλούμε για το καλό κι όχι για να βρίσουμε. Αν τύχει πάλε και θυμώσει ο αναγνώστης μου, ας το ρίξει στους δασκάλους· γιατί κοιτάξτε τι τρέχει. Όταν ο Ρωμιός είναι μοναχός του και μιλεί για λόγου του, μέσα στο νου του λέει σπίτι. Άμα ανοίξει το στόμα μπροστά σε κανέναν ξένο ή και σ’ ένα δικό του, θυμάται πως πρέπει να το πει αλλιώς· το μεταφράζει στη στιγμή και σου το βγάζει οικία· Ο άλλος ο Ρωμιός που τον ακούει, σπίτι ξέρει και κείνος — να μην πει πως δεν το ξέρει έτσι, γιατί τότες εμείς του λέμε πως δεν ξέρει τη γλώσσα του. Ωστόσο, τι κάνει; Όταν ακούσει οικία, γλήγορα γλήγορα μέσα του λέει· «Για σπίτι μιλεί.» Το μεταφράζει την ίδια ώρα κι έτσι τρέχουνε τα λόγια. Και για κάθε λέξη, για το ψωμί, το τυρί, το κρασί, για το νερό, τη φωτιά, για τα μάτια, τα δόντια, τα φρύδια, τα ποδάρια, τα χέρια, τα μπράτσα, τα παιδιά, τ’ αγόρια και τα κορίτσια, γίνεται η ίδια εργασία μέσα στο νου του· μεταφράζει. Άλλα έχει μέσα του ο Ρωμιός κι άλλα λέει. Δεν είναι μόνο το στόμα που λέει μάθημα, και τ’ αφτιά δεν κάνουνε άλλη δουλειά στην Αθήνα και σ’ όλη την Ανατολή παρά αιώνια να μεταφράζουνε.
Τώρα μπορεί να με ρωτήσεις σε τι χρησιμέβουνε όλα αφτά τα μεταφράσματα και τι βγαίνει από την κωμωδία; Ανόητος που δεν το βλέπεις! Δεν το κατάλαβες ακόμη; Με τη μετάφραση πρώτα θα δείξουμε στους ξένους πως η γλώσσα μας δεν άλλαξε συλλαβή και πως έμεινε αιώνες η ίδια. Ο Περικλής, όταν έφεβγε από της Ασπασίας, βέβαια θα της έλεγε· — «Φιλτάτη, υπάγω εις την οικίαν.» — Έτσι το λέμε και μεις σήμερα. — Δέφτερο, λέγοντας οικία αντίς σπίτι, ανεβαίνουμε κομμάτι· φαντάζει ο ένας μπροστά στον άλλο· ο Ρωμιός καμαρώνει το Ρωμιό. Βλέπει αμέσως ο ένας πως έμαθε ο άλλος δυο τρία ελληνικά και για να μη μείνει πίσω και κείνος, κάνει πως τον καταλαβαίνει. Δεν το είπαμε και πριν πως μόνο οι αρχαίες λέξες έχουν εβγένεια; Έτσι και μεις με μια μόνη λέξη φανερώνουμε την εβγένεια της ψυχής μας. Όλη μας η εβγένεια είναι στα λεξικά. Ίσως δεν έχουμε κι άλλη να δείξουμε· συφέρνει λοιπό να λέμε οικία κι όχι σπίτι. — Είναι κι ένα τρίτο. Όσο κι αν πολεμήσανε οι δασκάλοι, όσο κι αν αναποδογυρίσανε κάθε πράμα, δεν το κατορθώσανε όμως να βγάλουνε από τη γλώσσα μας μερικούς τύπους δημοτικούς· δε διώξανε ακόμη το καημένο, το σακατεμένο το θα· δεν ξεριζώσανε το βάρβαρο να. Δεν ξωλοθρέψανε όλους τους ξενισμούς· κάθε φορά που λέμε Μάρτης, Μάης και τους άλλους μήνες, ακόμη και σήμερα μιλούμε λατινικά, γιατί ο Μάρτης, ο Μάης κι οι άλλοι μήνες, ελληνικές λέξες δεν είναι· λατινικά μιλούμε, άμα πούμε τον Κωσταντίνο κι άλλα τέτοια. Τι να κάμουμε; Να μη λέμε Μάρτης, Μάης και Κωσταντίνος; Να μη γράφουμε το θα και το να; Το συλλογιούνται κι οι δασκάλοι. Τουλάχιστο το διορθώνουνε. Βάζοντας στην ίδια φράση το θα ή το να μαζί με το σπίτι, έχεις δυο βάρβαρους τύπους αντίς ένανε· όταν όμως πεις ένα θα και πιο κάτω χώσεις έναν οίκον, τότες μοιάζει σα να μην άλλαξε η γλώσσα. Πες· «Θα υπάγω εις τον οίκον» ή «Θα υπάγω εις το σπίτι.» Σύγκρινέ τα και τα δυο. Ποιο σου φαίνεται πιο ελληνικό; Ποιο λες από τα δυο να συνήθιζε ο Περικλής; Βέβαια το πρώτο. Κατάλαβες; Εκεί που το θα μπορεί να σε προδώσει, αν το βάλεις με ξένη λέξη, και να δείξει πως η γλώσσα σου άλλαξε, άμα ταιριάξεις το θα με μια λέξη αρχαία, γίνεται αρχαίο και το θα. Έτσι έσιαξες τις ανωμαλίες· έτσι ξελληνίζεις τους ξενισμούς. Φτάνει να κάμεις το Μάρτη Μάρτιον, τον Κωσταντίνο Κωνσταντίνον· αμέσως πάστρεψες, ξέπλυνες τη γλώσσα. Τώρα βλέπεις πως με τη μετάφραση κάμποσα κατάφερες.
Ας είναι πάλε καλά οι Ρωμαίοι! Χωρίς τους Ρωμαίους, θα μνήσκαμε στα κρύα του λουτρού. Δε θα ξέραμε τι μήνα έχουμε· τα χρόνια θα περνούσανε και δε θα το νοιώθαμε· δε θα μπορούσανε οι δασκάλοι να προδέψουνε· πάντα θα κοπανίζανε τα ίδια. Με το μηνολόγι που μας έδωσε η Ρώμη, ξέρουμε τουλάχιστο τι μας γίνεται. Οι Ρωμαίοι μάς μάθανε πολλά χρήσιμα πράματα· χάρη στους Ρωμαίους έχουμε σπίτι και καθούμαστε· χάρη στους Ρωμαίους ανοίγουμε και σφαλνούμε πόρτες. Ας είναι καλά κι οι αρχαίοι! Κάμποσα τους χρωστούμε. Α δεν ήτανε οι αρχαίοι, δε θα ξέραμε πώς να πούμε τον άθρωπο. Χωρίς τους αρχαίους, ίδια η Αθήνα όνομα δε θα είχε. Είναι τόντις κρίμα που αφτές οι δυο λέξες άνθρωπος και Αθήναι ήτανε ξένες στην αρχαία γλώσσα. Ελληνική ρίζα δεν έχουνε κι από κάπου θα τις κλέψανε οι προγόνοι μας. Οι δασκάλοι αφτό δεν το ξετάζουνε· οι δασκάλοι δεν ξετάζουνε πως η λέξη πόρτα βρέθηκε στη γλώσσα μας από του Ιουστινιανού τα χρόνια. Ακούνε τους Ιταλούς να λένε πόρτα· νομίζουνε αμέσως πως μας το μάθανε οι Ιταλοί. Γράμματα δεν ξέρουνε οι καημένοι· για τούτο βρίζουνε και κατατρέχουνε αφτή τη λέξη· το Μάρτη και το Μάη, τους αφήνουνε ήσυχους. Κι όμως, όσο αρχαίος είναι ο Μάρτης, τόσο αρχαία είναι κι η πόρτα, μάλιστα πιο αρχαία. Οι δασκάλοι δε λένε τίποτα μήτε για τη λέξη άνθρωπος μήτε για τ’ όνομα Αθήναι — κι ωστόσο θα σου πούνε πολύ σοβαρά πως ξένες λέξες δε θέλουνε. Όρος· «ξένες λέξες είναι όσες θαρρούνε ξένες οι δασκάλοι. Άμα δεν ξέρουνε οι δασκάλοι, ξένες λέξες δεν υπάρχουνε.»
Όπως κι αν το γυρίσουνε οι δασκάλοι, δε θ’ αλλάξουνε την ίστορία· ό,τι έγινε, έγινε. Η γλώσσα μας άλλαξε, γιατί όλες οι γλώσσες αλλάζουνε. Αφτό η Εβρώπη το ξέρει, κι από μας δε θα πάρει μαθήματα. Εβγένεια δεν είναι, να λέει κανείς άλλα αντ’ άλλα. Μα κι αν ήτανε μεγαλύτερη εβγένεια να λέμε οικία αντίς σπίτι, άρτος αντίς ψωμί, πάντα θα ήταν εβγένεια ψέφτικη να το λέμε έτσι. Τι θα πει ψεφτιά; Να σε κάμω να πιστέψεις ένα πράμα που δεν είναι. Τι κάνουμε όμως τώρα; Θέλουμε ο κόσμος να πιστέψει πως η γλώσσα μας δεν άλλαξε· θέλουμε να το πιστέψουμε κι οι ίδιοι· προσπαθούμε να δείξουμε εβγένειες που δεν έχουμε. Η αλήθεια μέσα σ’ αφτά τι γίνεται; Χάνεται, κι η ψεφτιά βασιλέβει. Είναι έτσι ή δεν είναι; Όποιος θύμωσε πρέπει τώρα να ξεθυμώσει. Άδικος θυμός! Νομίζουμε τάχατις πως κάτι κατορθώσαμε με τα δασκαλικά μας και δε βλέπουμε πολύ πιο σοβαρά πράματα. Με τη μετάφραση και με το σύστημα μας αφτό να ’χουμε άλλη γλώσσα στο νου, άλλη στο στόμα, κι άλλη στο κοντύλι, το κάτω κάτω τι δουλειά κάνουμε; Την ίδια δουλειά που κάνουνε όσοι μιλούνε ξένη γλώσσα. Ξένη γλώσσα είναι μια γλώσσα που δεν την ξέρει κανείς φυσικά και που πρέπει να τη μάθει με το δάσκαλο, για να τη μιλήσει. Έτσι το παθαίνουμε με τα κορακίστικα που μιλούμε. Και δεν ντρεπούμαστε. Μάλιστα προσμένουνε οι δασκάλοι να τους καμαρώσουνε οι Εβρωπαίοι! Οι Εβρωπαίοι ωστόσο τι λένε; Λένε πως δεν ξέρουμε τη γλώσσα μας και πως μας τη χαλάσανε οι δασκάλοι. Το φραγκόπαιδο δεν έχει ανάγκη να του πούνε πως πρέπει να λέει το σπίτι και το ψωμί· τ’ ακούει και θα τα πει όπως τα λέει όλος ο κόσμος. Ξέρει τη γλώσσα του φυσικά. Εμείς θα τη μάθουμε πρώτα στο σκολειό, και το μάθημα αφτό τολμούνε οι δασκάλοι και το λεν εθνική γλώσσα! Ένα μόνο ξεχνούνε οι δασκάλοι· οι ξένες λέξες δεν είναι το σπίτι, το τουφέκι και το παπούτσι, γιατί τις λέξες αφτές τις έκαμε δικές του ο λαός και γενήκανε τώρα ρωμαίικες. Άμα τις πεις, θα τις καταλάβει ο καθένας κι από κει μπορείς να κρίνεις· μόνο τη δική του τη γλώσσα καταλαβαίνει ένας άθρωπος, χωρίς να ’χει ανάγκη δάσκαλο. Γλώσσα μας το λοιπόν καταντήσανε κι αφτές οι λέξες. Άλλη είναι η ξένη γλώσσα.
Μια μέρα περνούσα από ένα σπίτι μπροστά. Στην πόρτα στεκόταν ένα παιδί δώδεκα χρονώ, με χαρούμενο πρόσωπο και μάτια γελαστά. Φορούσε στιβάλια αψηλά, φτερνίστρες, και βαστούσε καμτσίκι στο χέρι. Ήταν έτοιμο να φύγει. Έλεγε της μάνας του που ήτανε μέσα στο σπίτι· — «Μάνα, θα πάω καβάλλα.» — «Να μη σ’ ακούσω, να μη σ’ ακούσω! μάνιαζε κι έλεγε η μητέρα του. Τέτοιες λέξες να μη λες και θα σε δείρω! Να πεις· θα υπάγω να ιππεύσω.» Σάστιζε το παιδί σα να μην καταλάβαινε. Η μάνα του και κείνη δεν έβλεπε και δεν ένοιωθε τι βάρβαρη γλώσσα πολεμούσε να μάθει του παιδιού της, όταν το ’βαζε να λέει τ’ αναλυτικό μας το θα με τ’ αρχαίο το ιππεύσω και το μεσαιωνικό το υπάγω. Νόμιζε πως τόντις κάτι κατάφερνε και δεν καταλάβαινε η ίδια το τρομερό λάθος που έκανε. Κατάλαβα τότες όμως εγώ πως η μόνη ξένη γλώσσα στην Ελλάδα είναι η καθαρέβουσα· το παιδί δεν μπορεί να την καταλάβει κι η μάνα η ίδια δεν την ξέρει. Έφυγα με τον καημό στην καρδιά. Τι θα γίνει ένα έθνος, όπου μαθαίνει τέτοια γλώσσα το παιδί από τη μάνα!

ΚΕ’ Χαμένα λόγια

Κάποτες μου έρχεται να φωνάξω δυνατά, που όλος ο κόσμος να μ’ ακούσει· — «Μη! Μη! Μη! Μη χαλνάτε τη γλώσσα! Καταστρέφετε την αρχαία και τη νέα μαζί. Θέλετε γλώσσα που να μοιάζει τόντις με την αρχαία, που να είναι η ίδια γλώσσα; Πάρτε τη γλώσσα του λαού. Θέλετε ξένη γλώσσα; Πάρτε την καθαρέβουσα· θα δείξει σ’ όλο τον κόσμο, πως τόντις χάθηκε η αρχαία. Θέλετε να παίξετε; Θέλετε νοστιμάδες, χωρατάδες και κωμωδίες; Τότες να γράφετε την καθαρέβουσα! Θέλετε επιστήμη, κόπο και μάθηση; Θέλετε να πιάσετε σοβαρή δουλειά; Να γράφετε την εθνική σας γλώσσα. Από την απόφασή σας, θα φανεί αν είστε ή άντρες η παιδιά.
Αφήστε την ψεφτομάθηση, την ψεφτοσοφία, τους συμβιβασμούς και τους δασκάλους. Μην πιστέβετε όσα λένε, πως βαθμηδό η γλώσσα θα καλυτερέψει και πως θα γράφουμε μια μέρα σαν τον Ξενοφώντα. Μόνο που σας λέει κανείς τέτοιο λόγο, σας δείχνει πως δεν κατάλαβε ακόμη μήτε τι είναι Ξενοφώντας μήτε τι θα πει γλώσσα. Βαθμηδό ξέρετε τι θα γίνει; Θα χαθεί η εθνική μας γλώσσα και θ’ αφανίσετε την αρχαία. Τι με μέλει που θυμώνετε τώρα μ’ όσους σας μιλούν έτσι; Μια μέρα θα καταλάβετε οι ίδιοι το κακό που μας κάματε όλους· θα κλαίτε και θα λυπάστε και δε θα μπορείτε πια να διορθώσετε το κακό. Αχ! τι βάσανο που είναι να βλέπει κανείς την αλήθεια και να μην μπορεί να τη δείξει στους άλλους!
Μην τα θέλετε όλα μισά. Αμάθεια και περηφάνια σας φέρανε τέτοιο κακό· περηφάνια, γιατί θέλει ο καθένας να φαντάξει και να μην είναι σαν το λαό· αμάθεια, γιατί καταντήσαμε να μην ξέρουμε τη γλώσσα του λαού, γιατί τολμήσανε οι δασκάλοι να βρίσουνε όλο το έθνος και να πούνε βάρβαρη μια γλώσσα, που δεν τη σπουδάσανε ακόμη. Αφτή η γλώσσα όμως υπάρχει· μπορείτε να την κάμετε κομμάτια· κανείς δε θα μας τη σηκώσει. Με κανέναν τρόπο δε θα γυρίσει πίσω η αρχαία. Οι ιστορικοί νόμοι για σας δε θ’ αλλάξουνε. Του κάκου βρίζετε την εθνική μας γλώσσα και τη λέτε πρόστυχη, και καμώνεστε πως μήτε ξέρετε τι είναι, και πολεμάτε να μας δείξετε πως μιλείτε την αρχαία, πως η αρχαία ακόμη ζει.
Ποτές, όχι! ποτές δε θα κάμετε τον κόσμο να σας πιστέψει. Του κάκου γράφετε γραμματικές της καθωμιλημένης και βάζετε μέσα όλη την αρχαία γραμματική, περιττοσύλλαβα, υπερσεντελικούς και μετοχές, ύστερα μάλιστα χαρίζετε τα βιβλία σας στους ξένους, τάχατις για να σας καμαρώσουνε. Πάντα θα σας καταδικάσει η επιστήμη κι η ορθή κρίση. Πάντα κάπου θα βρεθεί ένας να σας το πει — κι αν πάλε δε βρεθεί, δεν πειράζει! Η αλήθεια θα μείνει αλήθεια. Η αλήθεια, για να υπάρχει, δεν έχει ανάγκη μήτε να τη βλέπουμε, μήτε μάλιστα να ξέρουμε την ύπαρξή της. Η αλήθεια κάποτες μοιάζει με τ’ αστέρια τα μακρινά που δε φαίνουνται μέσα στον ουρανό, κι ωστόσο λάμπουνε ολομόναχα, κι ας μην τα βλέπει κανένας!
Η καρδιά μου πονεί να σας ακούω! Το χαμό σας θέλετε· το κακό σας γυρέβετε μόνο. Αν ξέρανε οι δασκάλοι την αρχαία με τα σωστά τους, δε θα πολεμούσανε κάθε ώρα να μας δείξουνε πως την ξέρουνε και θα γράφανε τη δημοτική, αφού κι οι αρχαίοι οι ίδιοι γράφανε τη δημοτική τους γλώσσα. Με την ψεφτογραμματική δε φτιάνεται γλώσσα, δε φτιάνεται φιλολογία. Τι λόγια να βρω για να με πιστέψετε; Χαλνάτε μια γλώσσα που είναι θησαβρός για την επιστήμη, που θα σας δοξάσει στον κόσμο. Χαλνάτε μια γλώσσα που μόνη της μπορεί να σας δώσει μια μέρα εθνική φιλολογία, ποίηση και φήμη, μια γλώσσα που θα σας κάμει να μοιάξετε ίσως και σεις με τους αρχαίους. Μη! Μη! Μη!»
Αχ! Να ήμουνε κάτι και γω! Να μπορούσε κανείς να μ’ ακούσει! Αφτό το κεφάλαιο να μπορούσανε όλοι να το διαβάσουνε — και να με πιστέψουνε! Τι ζητούμε; Το καλό. Τι πολεμούμε; Να προκόψει, να μεγαλώσει το έθνος. Έπρεπε κι οι δασκάλοι να είναι μαζί μας. Αφτό θέλουνε και κείνοι· ας διούνε το λοιπό με τι τρόπο θα το κατορθώσουνε. Ας πάρουνε καλύτερο δρόμο. Αχ! να μας κάνανε τουλάχιστο μια παραχώρηση· να μη λένε πρόστυχη τη γλώσσα του λαού, να μάθουνε τέλος πάντα πως ο λαός και μόνος ο λαός έκαμε και κάνει όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τόσο μου έφτανε κι άλλο δε θα ζητούσα. Τότες δε θα μου έμελε πια για τίποτα και θα πρόσμενα το θάνατο με χαρά.

ΚΣΤ’ Οικιακά κυνάρια

Όσα είπα τα παίρνω πίσω· δε μιλούνε πούπετα σα στην Αθήνα (εννοείται, δε μιλούνε τόσο καλά). Θυμήθηκα τις γαζίες της Πόλης. Στην Πόλη, όταν κόψει ο μπαξεβάνης τις γαζίες, τις δένει με μια ψιλή κλωστή σε κάτι μικρά ξυλάκια· τρυπά ένα κολοκύθι και βάζει τα ξυλάκια· το κολοκύθι, όλο τρυπημένο με τα ξυλάκια και γεμάτο γαζίες, σου φαίνεται πως λουλουδιάζει και μοσκοβολά. Μια μια πουλεί ο μπαξεβάνης τις γαζίες κι απομνήσκει το κολοκύθι ολόξερο, χωρίς καμιά μυρωδιά. Σαν τις γαζίες, εψές το βράδυ σε μια βεγγέρα όπου βρισκόμουνε, τα μεν, τα δε, τα γάρ τα μέντοι, τα δη κι όλες οι άλλες ελληνικούρες στολίζανε και μπιμπιλώνανε την ομιλία. Έβαζε ο καθένας από μια, μαζί μαζί με τα χυδαία, για να φαντάξει μπρος στον ξένο καθηγητή. Πόσες φορές έπρεπε ν’ ακούσω θυγατράσι και πατράσι! Πόσα κοχλιάρια να καταπιώ! Πόσα τέια να χορτάσω! Πόσα λίαν γοητεύομαι να φάω! Πόσα ώστε να χωνέψω!
Τη νύχτα, που πήγα να πέσω στο κρεβάτι, δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Έβλεπα όλο το ίδιο όνειρο· όλο τα ίδιο φάντασμα με κυνηγούσε. Σφαλνούσα τα μάτια και μου φαινότανε πως ένα σωρό γαϊδουράκια — νόστιμα γαϊδουράκια, καλοσυγυρισμένα και καλοστολισμένα — στεκάμενα τριγύρω μου, ανοίγανε τα στόμα τους μεγάλο μεγάλο και γκαρίζανε όσο μπορούσανε. Ξυπνούσα και ξανακοιμόμουνε. Τα γαϊδουράκια με μιας γινόντανε ονάρια, τα ονάρια όνοι, οι όνοι πάλε σκυλιά και το κάθε σκυλί έβγαινε κύων· οι κύνες γαβγίζανε που κόντεβε να σκάσουνε. Πηδούσανε απάνω μου τα ζώα σα λυσσιασμένα και δαγκάνανε τις χυδαιότατές μου γάμπες.
Το πρωί, είχα δουλειά στον Περαία και πήρα το σιδερόδρομο. Αγόρασα μια φημερίδα να διαβάσω. Στην Αθήνα, γλήγορα διαδίνουνται τα νέα· ξέρουνε το κάθε πράμα άμα γίνει, κάποτες πρι γίνει, και πολλές φορές χωρίς να γίνει διόλου. Η γαζέτα έλεγε· — «Λύσσα λύσσην πέφυκε. Τα μεν, ο εν Παρισίοις άμουσός τε και βάρβαρος έλλην καθηγητής, άγευστος πάσης ελληνικής παιδείας, κ. Ι. Ν. Ψυχάρης, ο μυρίαις μανίαις οιστρηλατούμενος, ο καταστροφεύς της ημετέρας γλώσσης, ο υβριστής έθνους ολοκλήρου, ο λίαν καταλλήλως επικληθείς Ηρόστρατος ο Β’, ο Ζωίλος του ημετέρου Ομήρου, η ξένως φθεγγομένη χελιδών (το χελιδόνι με κολάκεβε), ο την αθώον ψυχήν και τον των Αθηνών γλωσσολόγων ηρέμα ρέοντα βίον καταταράξας, ο τον εν ειρήνη διάγοντα Χασσιδάκιον καταξυγκυκήσας, ο της απείρου και παγκοσμίου αυτών δόξης ζηλώσας τους δασκάλους, ο εν γερμανικαίς εφημερίσι δικαίως υπό των ημετέρων λογίων διαβληθείς και σφόδρα επικριθείς (βαριούμαι και δεν αντιγράφω τους άλλους μου τίτλους), ο κύριος ούτος, άτε λυσσητικός, ε δ ή χ θ η τη παρελθόντι νυκτί υπό τινος οικιακού κυναρίου. Μικρού γε και δει, ο κ. καθηγητής τα ετσίτωσεν. Τα δε (καιρός ήτανε!), αποβήσεται (άλλα φύλλα βάζανε αποβήσει, άλλα θέλει αποβή ή απεβή, άλλα πάλε ίνα αποβή· κάθε γαζέτα είχε τον τύπο της) εν Παρισίοις (δεν έγραφε κανένας εις Παρισίους· είναι χυδαίο το εις)· λύσσα γαρ εάλω το κυνάριον. Αναγκασθήσεται ουν ο βάρβαρος ομογενής ίνα επιζητήση θεραπείαν παρά τω περιφήμω της Γαλατίας Ποιμένι. Ίνα επάρη αυτόν ο υπερίδρομος!»
Πρέπει να πω την αλήθεια· δυσκολέβουμαι να διαβάζω φημερίδες και συχνά δεν μπορώ, να καταλάβω τι γράφουνε· έχουνε πάρα πολλή σοφία. Μια μέρα παραπονιόμουνε που πολλές φορές μου ξεφέβγει το νόημα μιας λέξης, και πολύ φρόνιμα μου είπε μια νόστιμη κυρία· — «Φαίνεται ότι δεν εμάθετε ικανά ελληνικά εις το σχολείον.» Καλά που τ’ άκουσα κι αφτό! Είχε δίκιο η νόστιμη κυρία. Για τούτο βασανιζόμουνε και τώρα· δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε και καλά να με δείξη το σκυλί. Γιατί έλεγε η γαζέτα εδήχθη; Σα να μισοκαταλάβαινα πως το σπιτόσκυλο μ’ είχε δαγκάσει, αφού διάβαζα για λύσσα. Μα έπρεπε κιόλας να με δείξη; Τι μ’ έδειχνε; Τάχατις για να με βγάλει μασκαρά ή να πει του Παστέρ· — «Εδώ σε θέλω! Διες πως σου τον έκαμα. Γιάτρεψέ τονε τώρα, αν μπορείς!»
Καθόμουνε και λυπόμουνε τον καιρό που πέρασα παιδί στο σκολειό και στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Χαμένος κόπος! Σπούδασα στο Παρίσι, και για τούτο δεν ξέρω, σαν που το ’γραφε μια μέρα ένας φίλος μου, μήτε τ’ αρχαία μήτε τα μεσαιωνικά μήτε τη δημοτική. Γιατί δε μ’ έβαλε ο πατέρας μου να σπουδάσω ή στην Πόλη ή στην Αθήνα; Θα μάθαινα τουλάχιστο δυο ελληνικά και θα μου φαινότανε η καθαρέβουσα μάλαμα. Δεν κάθησα στην Πόλη κι η τιμωρία μου σήμερα ήτανε που δεν μπορούσα να καταλάβω τι έγραφε για μένα η φημερίδα. Για την καλή μου τύχη βρισκότανε πλάγι μου στο βαγόνι ο φίλος μου ο Ω και μου τα ξήγησε όλα πολύ παστρικά (ο Ω είχε σπουδάσει στην Αθήνα)· — «Το εδήχθη γράφεται με η· είναι παθητικός αόριστος α’· ο ενεστώς της ενεργητικής φωνής είναι δάκνω· σημαίνει το αυτό και το βάρβαρον δαγκάνω και κλίνεται δάκνω, δάκνεις, δάκνει· μέσος μέλλων δήξομαι, δήξη· έδακον, έδηξα, δεδηχώς, δέδηγμαι, εδήχθην, όθεν και το δηχθείς.» — «Τι λωλό ρήμα! πετώ και του λέω, σα να το ’πιασε τρέλα με μιας. Το δάκνω πάει και γίνεται δήξομαι κι από το δήξομαι το ίδιο ρήμα πηδά στο εδήχθην! Έχουνε το λόγο τους τέτοιοι τύποι; Η γραμματική πως τους ξηγά;» — «Τους εξηγεί κάλλιστα· είναι ανώμαλοι.» — «Τι μου λέτε; Έχει λοιπόν κι η αρχαία γλώσσα ανωμαλίες;» — Ο φίλος μου Ω δε μ’ άκουγε· — «Το εδείχθη γράφεται με ει· είναι παθητικός αόριστος α’·  ο ενεστώς της ενεργητικής φωνής είναι δείκνυμι — παρατηρήσατε δε, παρακαλώ, την κατάληξιν μι· είναι αρχαιοτάτη· το μι είναι συναίρεσις του εγώ. Οι λέγοντες ουν δείκνυμι αρχαιότατοι τυγχάνουσιν όντες και την σήμερον — Το δε δείκνυμι σημαίνει το αυτό και το βάρβαρον δείχνω ή δείχτω· κλίνεται δείκνυμι, δείκνυς, δείκνυσι, ενεργητικός μέλλων δείξω, έδειξα, δειχθήσομαι, εδείχθην, όθεν και το δειχθείς.» — «Και πώς θα ξεδιακρίνουμε το ένα από τ’ άλλο, τόλμησα να ρωτήσω, αφτά τα δυο ρήματα, εδείχθην και δειχθείς, δηχθείς κι εδήχθην;» Ο Ω· — «Λίαν αγράμματος τυγχάνετε ων· διά του η και του ει κατέστη η διαφορά πασίδηλος· οι αρχαίοι, σοφοί όντες και φρόνιμοι, ίνα διακρίνωσι το μεν από του δε, έγραφον οτέ μεν διά του ει, οτέ δε διά του η.» — «Ένα πράμα με βασανίζει. Σα γράφανε, πάει καλά! Μα σα μιλούσανε, πώς κάνανε; Παραδείματος χάρη, όταν έλεγε ένας αρχαίος· έδειξα του δείνα τον… τη ράχη μου, ή και κάτι άλλο, φοβούμαι να μη φαινότανε πως λέει ανοησία, γιατί είναι μερικά πράματα — με το συμπάθειο! — που μπορεί πολύ έφκολα ο καθένας να τα δείξει με ει, και που φαίνεται αδύνατο να τα δήξει με η, μάλιστα όταν είναι να τα δήξη ο ίδιος.»
Χωρίς να μου δώσει απάντηση, ξακολούθησε ο λογιότατος· — «Ο παθητικός αόριστος α’ εδήχθην, εν χρήσει νυν παρ’ ιμίν, (με γιώτα τ’ άκουγα κείνη την ώρα, με γιώτα το γράφω) και παρ’ ιμίν θα ήτο εν χρήσει, εάν και ιμείς είχετε σπουδάσειν (από τον Κοραή το μακαρίτη θα το ’χε παρμένο αφτό) εν τοις ιμετέροις γυμνασίοις και ούτως εμανθάνετε ελληνικά· (στα δυο τα ιμίν έβαζε ο φίλος μου ένα χυδαιότατο ι· μα τώρα καταλάβαινα τη νοστιμάδα· το πρώτο ήτανε ημίν, κι υμίν το δέφτερο· μόνο σε κείνα που έλεγε για τα γυμνάσια, μου φάνηκε σα σκοτεινούτσικο το ιμετέροις). Οι δε ηροστρατούντες και ζωιλεύοντες (αφτό το ζωιλεύοντες το ’λεγε με κάποιο τόνο και σα να το καμάρωνε) αγνοούσι τα τοιαύτα· αιώνια μυστήρια μενεί αυτοίς το τε εδείχθην και το εδήχθην, ου χαίρουσι γαρ ειμή καθυβρίζοντες το έθνος.» Όνειρο δεν ήτανε· στ’ άλήθεια με δαγκάνανε τα σκυλιά.
Κατέβηκα στον Περαία κι απορούσα μ’ όσα βλέπανε τα μάτια μου. Τι ακάματος λαός! Τι ενέργεια που την έχει! Με τι πόθο πιάνει τη δουλειά! Είναι δεν είναι πενήντα χρόνια, μόλις ύπαρχε η Αθήνα. Κοντέβουνε τριάντα χρόνια που πήγα πρώτη φορά παιδί στον Περαία, και μόλις ύπαρχε ο Περαίας. Σήμερα βλέπεις παντού δρόμους, μαγαζιά, μηχανές, φάμπρικες, βιομηχανία, κίνηση κι εμπόριο. Οι φάμπρικες αφτές πόσο μ’ αρέσουνε! Η λέξη μπορεί να είναι ξένης παραγωγής· οι φάμπρικες όμως είναι δικές σας — κι αφτό μας φτάνει, παιδιά. Πρέπει να ’ρθει κανείς από την Τουρκιά, για να καταλάβει τη διαφορά, για να διει τι θα πει έθνος, τι είναι λαός, τι γίνεται με της ψυχής την ενέργεια, με την αγάπη της πατρίδας, τι μπορεί να κατορθώσει η λεφτεριά. Σας βεβαιώνω πως ο Παρθενώνας δε μ’ αρέσει όσο μ’ αρέσει τ’ όνομα της Λεφτεριάς· η Ακρόπολη τόσο ωραία δεν είναι. Μια φορά μόνο είδα την Ακρόπολη και δε χρειάστηκα να την ξαναδιώ. Μου έφτανε που πατούσα λέφτερο χώμα. Από την Τουρκιά κατεβαίνω κι ανοίγει η καρδιά μου. Ο Φειδίας δεν μπορεί να μου δείξει ωραιότητες πιο μεγάλες από τη χαρά που φαίνεται σ’ όλα τα μάτια, από τη λεφτεριά που καθαρίζει τον ουρανό, που σ’ ολωνώνε την όψη φέγγει κι ολωνώνε τα πρόσωπα φωτίζει. Εδώ βλέπω έθνος! Εδώ βλέπω ζωή!
Βλέπω κάπου κάπου και κάτι άνοστα γραψίματα στα μαγαζιά· — «Τη καλαισθησία» ή «Αποθήκη οίνων και πνευματωδών ποτών.» Μα δεν πειράζει. Σα να μην ήτανε γραμμένα! Ο καλός μας ο λαός κορακίστικα δεν ξέρει· το κρασί πάντα κρασί το λέει. Αφήνει τις ψεφτιές στους άλλους· ας πα να γελά ο δάσκαλος και τον εαφτό του και τον κόσμο, γράφοντας οίνος, εκεί που πίνει κρασί. Εμάς, αδέρφια, δε μας μέλει! Για πείτε μου, παιδιά, είναι πουθενά καμιά λέξη που ν’ αξίζει το κρασάκι το δικό μας, το κρασάκι που πίνουμε και που μας βάζει στην καρδιά πόθο για τη δουλειά και στο κεφάλι τη ζωηρή του φλόγα; Με το λαό πάντα τα συφωνούμε. Ξέρει πως τον αγαπώ και δεν πιστέβει τους δασκάλους, όσο κι αν του φωνάζουνε πως δεν έχω πατριωτισμό. Ας με δαγκάσουνε και βλέπουνε! Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε σηκώνει τέτοιους χωρατάδες. Για τούτο και γω τρελαίνουμαι για τον καλό μας το ρωμαίικο λαό. Έχω μάλιστα και μια ιδέα· η νέα μας φιλολογία θα βγει καμιά μέρα μέσα από τα σπλάχνα του λαού. Στα νησιά, ενώ τραγουδούνε τα τραγούδια τους, άξαφνα ξεφυτρώνει κανένας Όμηρος και βάζει κάτω τους δασκάλους. Στα πρόστυχα θέατρα όπου μαζώνεται ο λαός, όπου συνάζουνται νάφτες, μπακάληδες και δουλεφτάδες, άξαφνα φαίνεται κανένας Σαικσπείρος, χυδαίος σαν το Σαικσπείρο. Είναι καιρός που θα τον είχαμε, α δεν ήτανε τόσα σκολειά κι αν ολημέρα δε μας χαλνούσανε και γλώσσα και μυαλό. Ας πάνε άλλοι να παρασταίνουνε Φιλοχτήτη στα θέατρα, και να νομίζουνε οι δύστυχοι πως τον καταλαβαίνουνε. Όταν ήμουνε παιδί δεκαπέντε χρονώ στο λύκειο, θυμούμαι που μας έβαλε ο δάσκαλός μας να μάθουμε απ’ όξω και να παραστήσουμε το Φιλοχτήτη. Ό,τι στο Παρίσι κάνουνε τα παιδιά, στην Αθήνα το κάνουνε οι μεγάλοι. Απ’ αφτούς τους μεγάλους δε θα βγει όμως, σας το λέω γω, κανένας Σοφοκλής. Ώσπου να διούμε και μεις τον ποιητή που προσμένω, μια συβουλή να δώσουμε στους νέους. Τραβάτε, παιδιά, ίσια στον Περαία, να μάθετε τη γλώσσα.
Καλύτερα θα τη μάθετε στον Περαία παρά στο σκολειό. Από την καθαρέβουσα τίποτα δε βγαίνει· δεν είναι άξια να σας δείξει τι θα πει αληθινή τέχνη. Οι δασκάλοι νομίζουνε πως φτάνει κανείς να βάλει δοτικές, ν’ ακολουθεί τη γραμματική της αρχαίας και να λέει ήκουσα αντίς άκουσα και παιδίον αντίς παιδί, για να γράφει καλά. Είναι όμως ώρα να διούμε το κάτω κάτω τι τρέχει. Αλήθεια το παρακάμαμε με τα κορακίστικα κι ο κόσμος αρχίζει να το λέει. Μας χαλνούνε τη γλώσσα, καταντούνε και κωμωδία, γιατί να διείτε τι γίνεται. Ένας δάσκαλος ακούει άλλο δάσκαλο που βγάζει λόγο και ρητορέβει· «Μάσι ράσι κάσι οίεν φλοίεν κουκουροίεν πατραμητραφρυγακακαούσας περιώρισται.» Αρπάζει το περιώρισται ο δάσκαλος (τ’ άλλα ο δύστυχος δεν μπόρεσε να τα καταλάβει). — «Μπα; λέει μέσα του· αφτός που μιλεί ξέρει το λοιπόν πως ο παθητικός παρακείμενος είναι περιώρισται!» Χαίρεται. Έπειτα γυρίζει και σου λέει· — «Ο τάδε γράφει καλά!» Τι θα πει αφτό το γράφει καλά; Θα πει πως ξέρει να βάλει περιώρισται. Μόνο αφτό θα πει; Όχι! Θα πει κι ένα άλλο· — «Το ξέρει του λόγου του, μα το ξέρω και γω, αφού το κατάλαβα. Σοφοί κι οι δυο μας.» Για να γράψει κανείς καλά, δεν είναι ανάγκη να ’χει μήτε τέχνη, μήτε πνέμα, μήτε φαντασία, μήτε νου· πρέπει να βάζει φάσι μάσι ράσι και περιώρισται.
Το έθνος των Ελλήνων είναι έξυπνο έθνος· μόνο στο ζήτημα της γλώσσης τα μπερδέβει. Με τέτοια φάσι μάσι ράσι πιάνεται ο κόσμος. Είναι μια αηδία που πάει να φρίξει κανείς, μόνο να το συλλογιστεί. Οι νέοι μας τουλάχιστο δεν πρέπει ν’ ακούνε αφτά τα φάσια μάσια και μήτε να τα θέλουνε πια. Βλέπω πως κοντέβουνε και κείνοι να βαρεθούνε τους δασκάλους κι αλήθεια τ’ αξίζουνε οι δασκάλοι. Χάρηκα που είδα ένα δυο να ’χουνε αφτή τη γνώμη· φοβούνται όμως να μιλήσουνε και ντρέπουνται τους σοφολογιότατους. Κάπου κάπου, μέσα σε χίλιους αθρώπους βρίσκεις μισό άθρωπο που σιχάθηκε τα δασκαλικά, που διψά ν’ ακούσει γλώσσα δική του. Αφτός ο μισός θα γίνει ένας σωστός και δε θα τα θέλει μισά· αφτός ο ένας ο σωστός θα γίνει πάλε χιλιάδα, κι αφτή η χιλιάδα θα γίνει χιλιάδες και χιλιάδες. Έτσι λίγο λίγο προχωρούμε και στο τέλος μας φωτίζει η αλήθεια. Σταθείτε μόνο να βγει ένας που να νοιώθει από τέχνη, που να ’χει φαντασία και ποίηση· να διείτε πως βάζει κάτω τον κακόμοιρο το δάσκαλο που γράφει καλά· αφτός ο ένας — ακούτε με και μένα — από τον Περαία θα μας βγει καμιά μέρα.
Πολλή ώρα όμως δεν είχα να κάτσω στον Περαία, μήτε και να προσέξω σ’ όσα κοίταζα. Είχα κάτι άλλα στο νου μου. Δεν είναι μόνο το ζήτημα της γλώσσης που μας βασανίζει· είναι και το ζήτημα της προφοράς. Όλο συλλογιόμουνε τα λόγια του φίλου μου του Ω. Τι καλά που μ’ είχε κατηχήσει! Αφτό το ζήτημα της προφοράς, τώρα πρώτα το καταλάβαινα. Με τα λίγα που μου είπε, φωτιζότανε ο νους μου. Είδα πόση σοφία είχανε τόντις οι αρχαίοι· δεν τη φαντάζουνται στην Εβρώπη. Πριν πει λέξη ο πρώτος Έλληνας που άρχισε να μιλεί τη γλώσσα του, ήξερε να γράφει. Πριν ανοίξει το στόμα του, είχε μάθει τ’ αρφαβήτα. Και βέβαια! Στην αρχή — καθώς το καταλάβανε όλοι σήμερα στην Ελλάδα — η γλώσσα ήτανε όλη γεμάτη από ι· με τον ίδιο τρόπο προφέρνανε το ι, η, υ, ει, υι και το οι. Τι έκαμε τότες ο Έλληνας; Από τότες ήτανε βλέπετε ξυπνός κι έκαμε απόφαση, για ν’ αποφύγει τη μονοτονία, να βάζει κάπου ι, κάπου η, υ, ει, υι, ή οι. Βλέπεις όμως, πως για να καταφέρει τέτοιο πράμα, έπρεπε να γράφει προτού μάθει ακόμη να μιλεί, γιατί αλλιώς, απαρχής όλα θα τα μπέρδεβε. Δε θα μπορούσε να διακρίνει τη μια λέξη από την άλλη· η γλώσσα μας θα είχε τρομερή μονοτονία· ο πρώτος Έλληνας που άρχισε να γράφει, δε θα μπορούσε να ξέρει με τι τρόπο έπρεπε να γράψει όσα άκουγε, αφού όλα είχανε την ίδια προφορά. Ύπαρχε λοιπόν αρφάβητο, πρι γίνει γλώσσα.
Μάλιστα, για πιότερη ασφάλεια, άμα ο ένας έλεγε μια λέξη, τη συλλάβιζε κιόλας· έτσι καταλάβαινε ο άλλος πώς έπρεπε να τη γράψει. Αν ήτανε να πει ειδοποίησις, δεν το ’λεγε απλά σαν που το λέμε τώρα· πρώτα πρόφερνε τη λέξη, ύστερα με μια ανάσα περνούσε ξεχωριστά κάθε ψηφί· — «Ειδοποίησις, τούτ’ έστι ε ψιλόν ιώτα ψιλή δέλτα ο μικρόν πι ο μικρόν ιώτα οξεία ήτα σίγμα ιώτα σίγμα.» — Το σύστημα τούτο καταντούσε αναγκαίο. Στου Περικλή τα χρόνια, όταν το ’φερνε ο λόγος να πει ένας Αθηναίος τ’ αλλουνού ισέρχετε, έπρεπε να το συλλαβίσει στην ίδια στιγμή, για να διει ο άλλος Αθηναίος τι πράμα έρχεται, γουρούνι (υς έρχεται;), πρόβατο (οίς έρχεται;), καμιά ουράνια δύναμη (ις έρχεται;), ή απλά αν μπαίνει κανείς μέσα (εισέρχεται). Δεν έφτανε τ’ αφτί· η προφορά δεν αρκούσε· ορθογραφούσανε και μιλούσανε. Έτσι δεν κάνανε ποτέ τους λάθος.
Αφτό το σύστημα πολύ το συστήνω στους δικούς μας· πρέπει να συλλαβίζουνε. Αλλιώς δε θα ξέρουμε τι γλώσσα μιλούνε. Όταν τη γράφουνε, από την ορθογραφία μπορούμε τουλάχιστο να καταλάβουμε πως ο σκοπός τους είναι να γράψουνε την αρχαία. Μα όταν τους ακούμε και μιλούνε, πώς θα κάμουμε για να καταλάβουμε αν τόντις αρχαίους τύπους μεταχερίζουνται ή όχι; Όσο τους διαβάζεις, σου φαίνεται πως η γλώσσα τους είναι αρχαία· μα σε παρακαλώ μια στιγμή να ξεχάσεις, αν είναι δυνατό, πως έχεις μπροστά σου τυπωμένο βιβλίο, και να το διαβάσεις, όχι με τα μάτια, παρά με τ’ αφτιά. Άκουσε τι λέει, γιατί κι ο δάσκαλος κι ο μπακάλης κι ο πλούσιος κι ο φτωχός κι όλος ο κόσμος, θα προφέρει όπως σας τα σημειώνω τώρα.
«Ενdiς νεοτέρις χρόνις σπουδέαν κε, ούτος ιπίν, απότομον μετάβασιν ιπέστι ι ελινικί γλόσα, εξού ο Κοραίς μετά δινάμεος κε τόλμις ανdεπεξελθόν κατά του παρελθόντος, ιπέθετο τα θεμέλια εφόν στιριζομένι προέβι ι νέα ελινικί. (Μην απορείς που βλέπεις μια γλώσσα να ’χει θεμέλια, να στηρίζεται σ’ αφτά τα θεμέλια, κι ωστόσο να προβαίνει. Αφτά σου δείχνουνε ίσια ίσια την σπουδαίαν και, ούτως ειπείν, απότομον μετάβασιν κτλ.). Αλά του αιδίμου ανδρός ι εργασία, ος ικός, δεν ιδίνατο να ίνε επί πολί επαρκίς. I επελθούσα ελεφθερία, ο σιμbαρακολουθόν αφτί πολιτιζμός, δεν ιδίνανdο να αρκεσθόσιν ιζ γλόσαν διμιουργιθίσαν εν δουλία κε βαρβαρότιτι. (Τέτοια λένε, τέτοια διδάσκουνε ακόμη και σήμερα οι δεινοί μας γλωσσολόγοι· η γλώσσα μας μορφώθηκε εν δουλεία και βαρβαρότητί· φαίνεται όμως, για να το λένε, πως η γλωσσολογική τους επιστήμη δεν προέβη ακόμη αρκετά· για τούτο νομίζω και γω πως η εργασία τους δεν δύναται να είναι επί πολύ επαρκής). Ούτο δε ι καθιμάς γλόσα ίπο τις ανάγκις οθουμένι ιπερεπίδισε τα πριν στενά όρια· αλ επίισε τούτο άνεφ τινός χαλινού, κε δια τούτο παρατιρούμεν εν αφτί παρισιγμένας κε φράσις κε ρίσις ξενικάς κε ατόπους (κοίτ. Κεφ. Θ’) κε ίφος παράχορδον κε καθόλου έλιψιν αρμονίας κε ομαλότιτος. Τιν bαρεκτροπίν δε τάφτην τιζ γλόσις, από πολού ίδι καταφανί γενομένιν, πολίμεν επεχείρισαν να αναστίλοσιν, αλά το κ. Κόντο προέκιτο να αναλάβι τον δινόν αγόνα τιζ διορθόσεος αφτίς κε καθάρσεος διά τιζ διμοσιέφσεος τον Γλοσικόν αφτού Παρατιρίσεον (Ησύχασα τώρα! Καλά που βρέθηκε ένας άθρωπος να διορθώσει μοναχός του όσα κάμανε τόσοι αιώνες και να δώσει καθάρσιο στην ιστορία!)
Δισχερούς δε, ανμί αδινάτου, ούσις τις περίσιναγογίς τον φιλαδίον, εν ις σποράδιν ίνε κατακεχοριζμένε ε Γλοσικέ Παρατιρίσις, παρακαλέσαμεν τον επιφανί καθιγιτίν, όστις (το όστις είναι βέβαια αττικισμός) προθίμος (ακούς εκεί!) παρέσχε τιν ίλιν του σίμερον εκδιδομένου τόμου, ον κε παραδίδομεν ις του κινού τιν χρίσιν. (Σπολλάτη και να μας ζήσει!)
Εν Αθίνες τι 30 οκτοβρίου 1882.
Εκ τον Καταστιμάτον Ανδρέου Κορομιλά.»
Έτσι λένε τα Καταστήματα. Έτσι μιλούνε οι δασκάλοι. Πολύ πολύ παρακαλώ τον αναγνώστη μου να μη νομίσει πως χωρατέβω. Ας βάλει το παιδί του ή κανένα του φίλο να του διαβάσει αφτό το κατεβατό, σαν που το ’χω γραμμένο· έπειτα ας τ’ ορθογραφίσει όπως θέλει κι ας το διαβάσει ο ίδιος δυνατά του φίλου του ή του παιδιού του· δε θα ’χει καμιά διαφορά. Ο ένας κι ο άλλος θα προφέρουνε κάθε λέξη απαράλλαχτα με τον τρόπο που σημειώσαμε την καθεμιά. Μήτε οι, μήτε ω θα πει στην πρώτη φράση, εν τοις νεωτέροις χρόνοις· θα το πει σα να ήτανε γραμμένο εν τις νεοτέρις χρόνις· το τ μάλιστα του τις, ύστερις από το ν, θα το πει σαν d γαλλικό, καθώς κι η πρόστυχη δημοτική έτσι πάντα το λέει. Λέξις και λέξεις έχουνε την ίδια προφορά· ι βάζεις και στα δυο. Μ’ άλλα λόγια, όταν ο δάσκαλος μιλεί, δεν τα λέει όμορφα και παστρικά όπως τα γράφει· τα λέει ίσια ίσια με την ορθογραφία που βάλαμε σ’ όλο κείνο τα κατεβατό. Τι θα πούνε όμως οι ξένοι άμα το διούνε και καταλάβουνε πως έτσι μιλούμε; Βέβαια θα τους φανεί γλώσσα «διμιουργιθίσα εν δουλία κε βαρβαρότιτι.» Πολύ πιο φρόνιμο λοιπό να συλλαβίζουμε από τώρα κι ομπρός. Χωρίς το συλλαβισμό, κι η ορθογραφία δεν έχει πια το λόγο της. Γιατί πάντα μπορεί να μας πει κανείς· από πού ξέρανε οι αρχαίοι την ορθογραφία τους, αν τόντις μιλούσανε σαν που μιλούνε κι οι δασκάλοι σήμερα; Ή είχανε άλλη προφορά ή γράφανε πολύ ανόητα ύλη, εν τοις νεωτέροις, γλώσσα, αντίς να γράφουνε ίλι, εν τις νεοτέρις, γλόσα, όπως μπορούμε και γράφουμε τώρα, χωρίς ν’ αλλάξει η προφορά μας με την ορθογραφία.
Φανταστείτε σήμερα στη Γαλλία να μην ήξερε να γράφει κανένας, να μην ήτανε πούπετις αρφάβητο στον κόσμο. Μ’ άλλα λόγια, ας συλλογιστούμε πως βρίσκεται η Γαλλία στην ίδια θέση που βρεθήκανε όλοι οι λαοί στην αρχή, γιατί στην αρχή, πρώτα μιλήσανε οι αθρώποι, ύστερα γράψανε (τους Έλληνες, εννοείται, δεν τους λογαριάζουμε μαζί με τους άλλους· ήτανε ξεχωριστοί σε κάθε πράμα). Στην αγράμματη Γαλλία έρχεται άξαφνα ένας ξένος. Ακούει τη γλώσσα και του αρέσει· θέλει να την κολλήσει στο χαρτί· θέλει να τη γράψει. Πώς να κάμει; Ο ξένος αρφάβητο δεν έχει· ετυμολογίες δεν ξέρει· από λατινικά, από συγκριτική γραμματική δεν άκουσε στη ζωή του· είναι αγράμματος σαν τους άλλους. Άξαφνα του περνά μια ιδέα από το κεφάλι· βρίσκει σημεία για κάθε προφορά· βρίσκει το γαλλικό αρφάβητο. Τώρα που βρήκε τ’ αρφάβητο, με τι τρόπο θα γράψει τις λέξες που θ’ ακούσει; Όπως τις ακούσει κι όχι αλλιώς. Θα σημειώσει την προφορά· το beau θα το κάμει σήμερα bo και το aimer θα το κάμει émé. Ο ίδιος άθρωπος, να πάει στην Ελλάδα, πώς θα γράψει τη λέξη ειδοποίησις; Θα τη γράψει ιδοπίισις, αφού έτσι τη λένε οι δασκάλοι. Πρώτα, γράφουνε οι αθρώποι όπως μιλούνε· έπειτα, με τα χρόνια, αλλάζει η προφορά, μα μνήσκει πάντοτες η ίδια ορθογραφία, γιατί έτσι συνηθίσανε· το aimer, δεν είναι ακόμη πολύς καιρός που λεγότανε aimer, με αϊ και ρ, αϊμέρ· κατάντησε όμως να είναι σήμερα εμέ· κι ωστόσο το γράφουνε πάντοτες aimer, πάει να πει αϊμέρ.
Στην Ελλάδα, πήρανε τα πράματα άλλο δρόμο κι απαρχής γράφανε όσα κανένα στόμα δεν πρόφερε ποτές· ξέρανε από τότες πως δεν είναι πατριωτισμός ν’ αλλάζει η προφορά ενός λαού. Για τούτο σκορπίζανε δω και κει πνέματα, τόνους που δεν είχανε αξία καμιά, αφού σήμερα δεν ακούμε μήτε ψιλή, μήτε δασεία, μήτε οξεία, μήτε βαρεία, μήτε περισπωμένη. Μη μου πεις πως για τους τόνους και τα πνέματα μπορεί να υπάρχει διαφορά. Ο θεός να σε φυλάξει να μου κάμεις τέτοια παραχώρηση! Άμα το λες, παραδέχεσαι πως άλλαξε η προφορά, κι άμα άλλαξε, είναι άραγες μεγαλύτερη ντροπή, το αι να γίνει ε, παρά να μην έχουμε πια την περισπωμένη και την οξεία, αφού σήμερα μήτε νοιώθει ο κόσμος τι μπορεί να ήτανε περισπωμένη κι οξεία; Ο τονισμός είναι ωστόσο η πιο σημαντική διαφορά που μπορεί να ξεχωρίσει μια γλώσσα από την άλλη· ο τονισμός της αρχαίας είναι που την ξεχωρίζει από τη νέα. Αφτή η περισπωμένη που δε σου φαίνεται τίποτις, αφτή η οξεία που τη λες μικρό πράμα, είναι τ’ αληθινά τα γνωρίσματα της αρχαίας. Είναι βουνά και μας χωρίζουνε από τους αρχαίους. Μάλιστα, αν προσέξεις καλά, θα διεις πως η αλλαγή του τονισμού έφερε στη νέα μας τη γλώσσα, στη δημοτική, άπειρες άλλες αλλαγές. Μόνο και μόνο γι’ αφτό το λόγο, μορφωθήκανε τόσοι καινούριοι τύποι. Μπροστά στον τονισμό, το ε αντίς αι, το β αντίς β κι όλα τ’ άλλα είναι παιχνίδια. Μην πεις το λοιπόν πως είχανε οι αρχαίοι περισπωμένη κι οξεία· να λες πως βάζανε τους τόνους, γιατί φαντάζανε καλά στο χαρτί, γιατί τους φαινόντανε οι τόνοι σα νόστιμη ζουγραφούλα που στόλιζε τα βιβλία τους, και για τούτο τους φτιάσανε οι γραμματικοί· να λες πως οι αρχαίοι ξέρανε τη γραμματική, πρι να ξέρουνε τη γλώσσα.
Αμέ ο Όμηρος, ο Σοφοκλής, ο Εβριπίδης πώς το καταφέρνανε, όταν κάνανε τους στίχους τους; Πώς μπορούσανε, ας πούμε, να διακρίνουνε το ᾱ ῡ ῑ από το ᾰ ῠ ῐ; Πώς γνωρίζανε τι διαφορά είχανε αναμεταξύ τους το ι και το ει; Θέλεις να σου το πω; Παίρνανε το λεξικό και σκαλίζανε κάθε λέξη. Η προφορά, δηλαδή η ζωντανή γλώσσα του λαού, δεν μπορούσε να τους δείξει την προσωδία … Αφτά λένε οι δασκάλοι, χωρίς να το βλέπουνε κι οι ίδιοι. Πρέπει κανείς να μη σπούδασε στη ζωή του μήτε την αρχαία, για να κάθεται να μας λέει πως δεν άλλαξε η προφορά· ωστόσο τέτοια παιδιακήσια ζητήματα, έχουνε οι δικοί μας στο στόμα· γίνουνται περιγέλιο του κόσμου· ο κόσμος φωνάζει πως αδύνατο να νοιώσει το μυαλό μας τι θα πει επιστήμη — κι οι δασκάλοι το λένε πατριωτισμό.

ΚΖ’ Ελληνικός στρατός

Χαίρουμαι να βλέπω ελληνικό στρατό! Είδα στην Αθήνα αξιωματικούς και στρατιώτες. Στην Αθήνα, όλος ο κόσμος δεν τους αγαπά· λένε πως κάνουνε τον περήφανο, το φαντασμένο, πως καμαρώνουνε, πως έχουνε και κάποιο ύφος, ε! πως έχουνε δα και κάμποσο τουπέ. Εμένα μ’ αρέσουνε. Θέλω το στρατιώτη με περηφάνια· θέλω να ’χει το φιλότιμό του. Τι θαρρείτε; Θα είμαι ωραίο παλληκάρι, θα φορώ λαμπρή στολή, θα γυαλίζουνε τα κουμπιά μου, θα σέρνω σπαθί και δε θα ’χω λίγο ύφος και λίγη περηφάνια; Μήπως μ’ έχετε για δάσκαλο, που δε σηκώνει μύτη μέσα από τα βιβλία; Τέτοιος δεν είμαι! Θέλω μάλιστα να με καμαρώνουνε. Τι σας πειράζει να βαστώ ίσια το κεφάλι μου; Στον πόλεμο να με διείτε! Ξέρω και κει ίσια να το βαστώ. Και κει περήφανος είμαι· μπροστά στον Τούρκο δε φέβγω. Μη με βλέπετε που κοιτάζω τις όμορφες γυναίκες και κοπέλες, μη βλέπετε που το μάτι μου νίκη γυρέβει. Η νίκη σ’ όλα μ’ αρέσει· φτάνει να είναι πόλεμος, και τότες, σαν που το συνηθίζω τώρα με τα κορίτσια, παίρνω κάστρο και πόλη κυριέβω!
Έναν κουρελιασμένο στρατιώτη δεν είδα στην Ελλάδα. Η φορεσιά τους πάντα σωστή, το φέρσιμο τους απλό και καλό, οι τρόποι τους παλλικαρήσιοι. Από πολεμικά πράματα δε γνωρίζω, μα αξιωματικούς σα δυο τρεις που απάντησα στην Αθήνα, δεν πιστέβω και στην Εβρώπη καλύτερους να βρεις. Ξέρουνε τι θα πει τάξη και πειθαρχία — ή τουλάχιστο είναι άξιοι να το μάθουνε. Ο λόγος δεν είναι, άμα γεννηθεί κανείς, να είναι σ’ όλα τέλειος και προτέρημα να μην του λείπει· φτάνει να ’χει μέσα του την πρώτη αρχή, την πρώτη βάση. Ας είναι το χώμα καλό, ας αξίζει ο σπόρος και γλήγορα ο κάμπος λουλουδιάζει.
Οι στρατιωτικοί και γω σε πολλά συφωνούμε. Και κείνοι παραπονιούνται για τη βάρβαρη γλώσσα που τους φτιάσανε οι δασκάλοι. Για να την καταλάβει ο απλός στρατιώτης, για να τη μάθει ο χωρικός, χρειάζουνται χρόνια σπουδή και με τα γλωσσικά μαθήματα περνά ο πολύτιμος καιρός που έπρεπε να είναι όλος για μαθήματα πολεμικά. Πρώτα ξέρει ο στρατιώτης πώς παίζει το σπαθί κι ύστερα βλέπει πώς πρέπει να το πει. Ώσπου να πάει σπίτι του, το ξεχνά. Οι δασκάλοι φουσκώνουνε που προστάζει ο αξιωματικός το στρατιώτη του πυρ αντίς φωτιά· νομίζουνε τάχατις πως έτσι θα εισάξωσι την αρχαίαν. Τα καημένα τα δασκαλικά κεφάλια! Μόνο μ’ αφτό βλέπεις πόσο κοντόμυαλοι είναι. Ας το μάθουνε καλά, για να το ξέρουνε πια· δεν εισάξανε τίποτα! Το παραμικρό πυρ δεν εισάξανε ίσα με τώρα. Εισάξανε μόνο ένα ξερό πιρ γιατί έτσι το λέει ο στρατιώτης κι έτσι το νοιώθει. Το πυρ κατάντησε είδος επίρρημα, ή για να το πούμε πιο σωστά, έγινε, καθώς το θέλει ο όρος της γραμματικής, επιφώνημα. Βάλε το στρατιώτη να λέει πρι, πρου ή πρρ και το ίδιο κατόρθωσες. Δεν έχει κανένα άλλο νόημα για το στρατιώτη, και πρέπει να του πούνε τι σημαίνει, για να καταλάβει τι είναι. Το πυρ μοναχό του δεν έχει καμιά σημασία για το λαό· αν ο λαός δεν έλεγε φωτιά, δε θα μπορούσε να μάθει ποτές τι έννοια έχει το πυρ. Αν το κλίνει, θα το κάμει του πυρ. Άμα γυρίσει σπίτι του, τη φωτιά του θ’ ανάψει, όχι το πυρ του. Για να λένε οι δασκάλοι πως θα εισάξωσι τοιουτοτρόπως την αρχαίαν και πως τόντις εισήχθη, χρειάζουνται άλλα πολλά που μήτε τα συλλογιούνται. Πρέπει πρώτα το πυρ να είναι αλήθεια πρ και να λέμε περισπωμένη με υ. Μα και να μην ήτανε αφτό, πάλε θα ’πρεπε, σ’ όλη την Ελλάδα, κανένας πια να μην πει στη ζωή του φωτιά· θα ’πρεπε ο καθένας να κλίνει τρεχάτα κι ασκούνταφτα, σα να το είχε μάθει από παιδί, το πυρ, του πυρός, τω πυρί, μάλιστα να κάμει δοτική πληθυντική τοις πυροίς. Τέτοιο πράμα θα γίνει ποτές; Όχι! Τότες του κάκου τα πολλά λόγια.
Οι δασκάλοι μας πολεμούνε ν’ αλλάξουνε την αθρώπινη φύση. Λογαριάζουνε πως βαθμηδό όλος ο λαός σ’ όλη την Ελλάδα θα ξέρει λαμπρά τη γραμματική, πως φτάνει να πάει στο σκολειό, κι ο καθένας μια μέρα (ποια μέρα;), θα μάθει το τυπικό της αρχαίας, θα λέει όλους τους τύπους σαν που τους διδάσκουνε τα βιβλία, θα τους έχει και θα τους βαστά στους αιώνες, χωρίς ν’ αλλάξει ένα γιώτα. Έτσι μας βάλανε και λέμε ζωμός αντίς ζουμί κι άλλα τέτοιοι πολλά. Τι κατορθώσανε; Ο λαός μπερδέβει τα δυο μαζί, μήτε ζουμί ξέρει πια να σου πει, μήτε μπορεί να καταπιεί ένα ζωμός, που είναι ανώμαλο στη γλώσσα μας σήμερα, και σου το βγάζει ζουμός, κάποτες και ζωμί. Η καθαρέβουσα είναι καταστροφή και χαμός της αρχαίας και της νέας. Καταστρέφεται η γλώσσα και πάει· ό,τι κι αν πούνε οι δασκάλοι, καμιά δύναμη στον κόσμο δε θα κάμει το λαό να μην είναι λαός. Θα μας χαλάσουνε την εθνική μας γλώσσα και δε θα εισάξουνε την αρχαία. Θα κατορθώσουν ένα μόνο, να φορτώσουνε την καθαρή μας γλώσσα με βάρβαρους τύπους σαν το ζουμός και το ζωμί. Τέτοιους τύπους θα φτιάνει ο λαός κάθε μέρα, γιατί όσο κι αν πολεμήσεις, ας είσαι και θεός, δε θα κάμεις τους αθρώπους βιβλία. Την αρχαία τη γλώσσα δεν την ξέρει κανένας φυσικά του· χρειάζεται γραμματική για να τη μάθει. Δε βρέθηκε όμως ίσα με τώρα και δε θα βρεθεί, μήτε στην Ελλάδα, ένα έθνος αλάκαιρο, που να μη βγάζει άλλο παρά γραμματισμένους και γραμματικούς. Μας πνίξανε τα καλαμαράδικα. Μας φάγανε τη ζωή μας. Αφήστε τα πια και μην ακούτε τους δασκάλους. Θέλετε γραψίματα; Τότες κάμτε πέννα το σπαθί και με το σπαθί — σαν τον Μπότσαρη — γράψτε τίποτα που να το διαβάσει ο κόσμος.
Κάλλια να φανείτε στρατιώτες παρά γραμματικοί! Στον πόλεμο, παιδιά, πρέπει να καταλαβαίνει γλήγορα κι έφκολα ο ένας τον άλλο· άμα προστάξεις, πρέπει να σ’ ακούσουνε, πρέπει να ξέρουνε τι λες. Τα δασκαλικά δεν ταιριάζουνε· άλλα θέλουμε. Ζεστά και φλογερά, μέσα από την ψυχή κι όχι μέσα από τα λεξικά, πρέπει να βγούνε τα λόγια. Η ψυχή θ’ ανάψει την ψυχή και θα της δώσει θάρρος. Στα τέτοια η γραμματική δεν έχει να πει λόγο, και με τους καλαμαράδες δε γίνεται δουλειά. Για τούτο οι καλοί μας στρατιώτες, άμα είναι να παίξει τουφέκι κι άμα μυριστούνε μπαρούτι, ξεχνούνε αμέσως το Χαντζερή, κι αρχινούνε τη γλώσσα που τους έμαθε η νίκη και που τους μαθαίνει να νικούνε.
Ο Σολωμός είχε τους λόγους του που έβαζε μαζί Τούρκους και δασκάλους. «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήσει ογλήγορα, τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμέναις και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζει, ή κανένας Τούρκος βαβίζει· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο.»… «Μου πονεί η ψυχή μου· οι δικοί μας χύνουν το αίμα τους από κάτου από το Σταυρό, για να μας κάμουν ελεύθερους, και τούτος (ο Σοφολογιότατος) και όσοι του ομοιάζουν, πολεμούν, γι’ ανταμοιβή, να τους σηκώσουν τη γλώσσα.» Ο Σολωμός ήξερε και φιλοσοφία κι ιστορία· δε μιλούσε με τέτοιο τρόπο μόνο για να πειράξει τους δασκάλους ή να βρίσει τους Τούρκους. Ο νους του πήγαινε πιο αψηλά· έβλεπε τους αιώνιους νόμους της ιστορίας. Ένας λαός, για να γίνει έθνος, δεν έχει παρά μια μόνη ανάγκη· θέλει λεφτεριά. Πρέπει να είναι ανεξάρτητος, του χρειάζεται μ’ άλλα λόγια σωματική και πνεματική ανεξαρτησία. Όταν του λείπει λεφτεριά, μοιάζει σα να συμμαζώνεται και να ζαρώνει· Όταν την έχει, ξαπλώνεται και με κάποιο τρόπο, ξετυλίγεται και πάει. Αέρα, τόπο κι ουρανό γυρέβει ο νους του και το κορμί του. Κάνει βασίλειο δικό του, πολεμά να το μεγαλώσει όσο μεγαλύτερο είναι, όσο πια γερό κι ασφαλισμένο, τόσο πια πολύ κι οι ιδέες του πληθαίνουνε και μεγαλώνουνε. Το πρώτο θεμέλιο είναι το χώμα· μόνο με τέτοια βάση, κατορθώνει κάτι να κάμει ένας λαός. Θέλει όμως και γλώσσα δική του, γλώσσα καινούρια κι όχι παλιά· μόνο με τέτοια γλώσσα, βγάζει εθνική φιλολογία κι έχει σωστή λεφτεριά, ανεξαρτησία αλάκαιρη.
Στην Ελλάδα δεν είναι ανεξάρτητο για την ώρα μήτε όλο το ελληνικό χώμα· χρειάζουνται ακόμη νησιά κι επαρχίες, για να γίνει σωστά βασίλειο. Για τούτο κι ο νους δεν πήρε την ορμή του. Είναι σαν το πουλάκι που τρέμει ν’ αφήσει τη φωλιά του. Άμα μεγαλώσουνε τα φτερά του, ανοιχτά θα πάρει το δρόμο και δε θα μπορεί να πιστέψει κατόπι πως έναν καιρό γύρεβε ξένα φτερά για να πετάξει. Ένα έθνος φαίνεται έθνος και δείχνει πως ξέρει πρόοδο και πολιτισμό, μόνο σαν κάμει γλώσσα δική του και καταλάβει τι αξίζει η εθνική, η δημοτική του γλώσσα. Ο στρατός είναι που θα τα σιάξει όλα. Ποιους πολεμούμε; Τους Τούρκους και τους δασκάλους· ο στρατός θα διώξει τους Τούρκους, κι όταν τους διώξει και μεγαλώσει το βασίλειο, θα μεγαλώσουνε οι ιδέες κι ο νους θα υψωθεί. Ένας λαός που περηφανέβεται με τη δόξα του, δεν μπορεί να ντραπεί πια και για τη γλώσσα του. Τότες κι οι δασκάλοι θ’ αλλάξουνε σύστημα. Το γλωσσικό ζήτημα είναι ζήτημα πολιτικό· ό,τι πολεμά να κάμει ο στρατός για τα φυσικά σύνορα, θέλει η γλώσσα να το κάμει για τα σύνορα τα νοερά· πρέπει και τα δυο τους να πάνε πολύ πιο μακριά, να πιάσουνε πιότερο τόπο. Μαζί θα προκόψουνε καμιά μέρα. Θα διείτε κατόπι! Ο αληθινός στρατάρχης θα πει στους δικούς του, όχι· «Σπεύσατε, παίδες, μεθ’ ημών· ο υμέτερος γάρ ειμί βασιλεύς και άρχων» μα θα τους φωνάξει δυνατά, με τη γλώσσα τους κι από μέσα από την καρδιά του· — «Να σκοτωθούμε ή να δοξαστούμε. Ομπρός, τα παλληκάρια! Πάμε μαζί στο θάνατο ή στη νίκη. Πρώτος εγώ, που είμαι και βασιλιάς σας.» Απ’ ολωνώνε τις καρδιές θα βγει τότες μια φωνή· «Όπου πας, πάμε και μεις, πατέρα και βασιλιά μας.» Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο· ή για τη γλώσσα πολεμάς ή για την πατρίδα, την ίδια δουλειά κάνεις, κι ο γέρο Όμηρος μας το είπε τι είναι αφτή η δουλειά· αμύνεσθαι περί πάτρης. Όλος ο κόσμος μια μέρα θα το καταλάβει, πρώτος απ’ όλους ο στρατός. Το κεφάλαιο τούτο, που είναι το τελεφταίο, ας τ’ αφιερώσουμε και μεις του στρατού. Ο στρατός όλα τα κεφαλώνει.
Στην Ελλάδα τους στρατιώτες δεν τους πολυαγαπούνε. Πότε τους αγαπήσανε; Ο Αριστοφάνης τους περιπαίζει. Είναι σύστημα παλιό. Τουλάχιστο ήτανε Αριστοφάνης. Ο πλούσιος ο Ρωμιός δίνει μιλλιούνια για γυμνάσια και για γράμματα. Ας έδινε τα μισά για το στρατό! Είδαμε πως ο στρατός θα μας φέρει και τα σωστά γράμματα· έτσι τα χρήματα που θα δώσετε για το στρατό, δε θα είναι χαμένα μήτε για τα σκολειά. «Όχι! Δεν είναι δουλειά μου», σου λέει. Αμέ, ποιανού δουλειά είναι; Του Τούρκου ή του Σλάβου; Αν απαρχής σηκωνόντανε όλοι οι Έλληνες στην Ελλάδα, ποια Εβρώπη σήμερα θα τους βαστούσε; Η μόνη σας φροντίδα πρέπει να είναι ο στρατός. Ένας άθρωπος το κατάλαβε! Μη σας μέλει! Έχει κι η Ελλάδα γερά κεφάλια. Στην Ανατολή δεν είναι δυνατό να μη στέκεται ο καθένας στα σύνορά του να τα φυλάει, με το σπαθί στο χέρι. Δεν αρέσουνε οι άντρες που ζητούνε κάθε μέρα από το λαό θυσίες και θυσίες, που προβλέπουνε τι θα γίνει και που χωρεί ο νους τους μακρινές ελπίδες και μεγάλους σκοπούς. Θα μας αρέσουνε κατόπι. Καλά που είναι ένας τέτοιος και τώρα! Τι να πω τ’ όνομά του, αφού το γνωρίζει ο καθένας; Ας ζήσει το γερό το κεφάλι! Μπορεί κάπου να κάνει λάθος· δεν πειράζει! Μέσα του ξέρει τι θέλει και πού πηγαίνει· το δρόμο που πήρε μια φορά, τον τραβά ίσια μπροστά του. Εκείνος κι όσοι του μοιάξουνε κατόπι, θα κάμουν Ελλάδα την Ελλάδα.
Ας έχουνε όλοι το λοιπό το νου τους στο στρατό. Όσο για μένα, είμαι σαν τις γυναίκες· έχω καρδιοχτύπι κάθε φορά που διω στρατιώτες να περνούνε κι ακούσω μουσική να παίζει. Τους αγαπώ, γιατί όταν τους βλέπω, η φαντασία μου παίρνει φωτιά· συλλογιούμαι παλιές δόξες και νέες παλληκαριές· συλλογιούμαι Μπότσαρη και Λεωνίδα. Μα τους αγαπώ και για τον τρόπο που με φιλοξενήσανε. Αφού κοντέβει να τελειώσει το Ταξίδι που σας δηγούμαι, ας πούμε κι αφτό το ιστορικό. Πήγα στ’ Άργος ένα βράδυ και ψυχή δε γνώριζα. Περπατούσα μοναχός μου στους δρόμους, δίχως να ξέρω που ν’ ακουμπήσω, να ζητήσω φαγί. Στην πιάτσα, βλέπω έναν καπετάνιο που καθότανε και κάπνιζε με δυο φίλους· με ντροπαλό ύφος τον παρακαλώ να μου πει αν ξέρει να μου δείξει που συνηθίζουνε οι ταξιδιώτες και τρώνε. Αμέσως σηκώνεται, με καλνά στο τραπέζι, δε θέλει να μ’ αφήσει να πλαγιάσω στον ξενώνα, με πηγαίνει σ’ ενός φίλου του, γιατί ο ίδιος δεν είχε άλλο σπίτι παρά το στρατώνα, μου στρώνουνε κρεβάτι, πιάνουμε τα λόγια, πίνουμε, καπνίζουμε και κοιμούμαι τη νύχτα όπως δεν κοιμήθηκα σ’ όλη μου τη ζωή. Ο καπετάνιος που σας λέω, όσο να φροντίσει για τα στρώμα μου και για φαγί, δεν ήξερε μήτε τ’ όνομά  μου, μήτε γύρεβε να το μάθει, μήτε μ’ άφηνε να του το πω· — «Ρωμιός είσαι, λέει, και μου φτάνει.»
Η φιλοξένια τέτοια είναι· τέτοιους τρόπους έχει. Όταν τύχει και σε φιλοξενήσει κανένας μ’ έναν τέτοιο λόγο, η καρδιά σου δεν τα ξεχνά. Ο λόγος είναι καλός. Μάλιστα λέω, από δω κι ομπρός, να φιλοξενήσουμε περισσότερους αθρώπους. Αφού φτάνει να είσαι Ρωμιός, τι λέτε, παλληκάρια; Όλους τους Ρωμιούς να τους κάμετε δικούς σας. Ρωμιοί είναι πολλοί στην Τουρκιά· Ρωμιοί είναι πλήθος στα νησιά. Έρχεστε να τους φιλοξενήσετε και κείνους; Πόσοι σας φωνάζουνε! Πόσοι μ’ ανοιχτές αγκάλες σας προσμένουνε! Πόσοι σας ζητούνε κρεβάτι και ψωμί! Πάρτε πρώτα τα νησιά· έπειτα, άμα βρεθεί κατάλληλη ώρα, φιλοξενείτε και τους άλλους. Πρέπει κι η τόλμη να ’χει κάποια φρονιμάδα· για τέτοια δουλειά, το βαθμηδό του δασκάλου έχει τον τόπο του. Λίγο λίγο κάνετε αδέρφια όλα τα ρωμιόπαιδα του κόσμου. Ας είναι παντού ένας μόνος στρατός για να φιλοξενήσει όλους τους Ρωμιούς.
Αχ! να το διούνε τα μάτια μας καμιά μέρα! Τρέμει η καρδιά μου, μόνο που το συλλογιούμαι. Πότε, πότε θα γίνει; Πότε θα βρεθούνε όλα τ’ αδέρφια μαζί; Πότε θα φιλοξενήσει, η δύστυχη μάνα όλα της τα παιδιά; Όσο έχουνε τον ξένο και δουλέβουνε, πρέπει να τα λυπούμαστε σαν τα ορφανά· είναι σ’ εξορία και σε θλίψη. Καλή πατρίδα, να τους λέμε. Καλή πατρίδα, παιδιά! Και γω τώρα Θα σας αφήσω γεια. Κατόπι ξανάρχουμαι και χαιρούμαστε πάλε μαζί. Μόνο στα δυστυχισμένα τα νησιά δεν το βαστά η ψυχή μου να ξαναπατήσω, πριν τα διω λέφτερα και κείνα. Τότες γυρίζω πάλε στην Ελλάδα· τότες κατεβαίνω στα νησιά που τ’ αγάπησα τόσο· τότες γίνουνται ξεφάντωσες και χαρές. Από μακριά μακριά, μέσα από το καράβι που θα με φέρει, θα τα διω τα Νησιά μας τα ελληνικά! Ελληνική μπαντιέρα θα στολίζει τον ουρανό. Δε Θα βλέπω την ώρα που ν’ αράξει το βαπόρι. Δε θα βλέπω την ώρα που να φιληθούμε! Θα στέκουνται οι φίλοι στ’ ακρογιάλι και θα με καρτερούνε. Έλληνες στρατιώτες θα μας απαντέχουνε και θα μας δείχνουνε το πρόσωπό τους γεμάτο λαβωματιές, ελπίδες και δόξα. Θα κατεβώ και πριν ακόμη πατήσει το ποδάρι μου στο λέφτερο το χώμα, θα μ’ αρπάξουνε οι φίλοι και θα τους αρπάξω. Θ’ αγκαλιαστούμε σφιχτά σφιχτά· η καρδιά μου μέσα μου θα τρέμει που θα πονώ, τα μάτια μου θα φουσκώσουνε και ποτάμια δάκρυα θα χύνω. Χαίρουμαι να βλέπω ελληνικό στρατό!

ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ [7]

Παρακαλώ τον αναγνώστη να διορθώσει ένα πολύ μεγάλο λάθος που μας ξέφυγε· θα το παρατήρησε κι ο ίδιος. Αντίς
καθωμιλημένη
το σωστό είναι να διαβάσει
κακομιλημένη.
Ήταν έφκολο να γίνει το λάθος, γιατί έφτανε ν’ αλλάξουν ένα γράμμα. Αφού μάλιστα έχει δασεία, ίσως θελήσουνε οι γνωστοί μας οι φιλόλογοι κανέναν τύπο
καχωμιλημένη.
Μα δεν πρέπει πάλε να το παρακάμουνε και να προσμένουνε άξαφνα να πούμε αττικώς πως
χαχωμιλημένη
η ακόμη καλύτερα
χαχαμιλημένη.
Φτάνει να γράψουμε κακομιλημένη — το πολύ πολύ λαθομιλημένη — για να μας καταλάβει όλος ο κόσμος.
Είναι όμως κι άλλη μια δυσκολία. Καθωμιλημένη θα πει πως ο καθένας πια σήμερα ξέρει και μιλεί αφτή τη γλώσσα. Ωστόσο κι οι δασκάλοι οι ίδιοι δε βρήκανε ακόμη για την κοινή αφτή τη γλώσσα ένα όνομα που και κείνο να είναι κοινό. Ο ένας λέει καθωμιλημένη, ο άλλος καθομλουμένη. Εμείς μπορούμε να το σιάξουμε κι αφτό· ας λέμε κι ας γράφουμε τα δυο ονόματα μαζί με τον ακόλουθο τρόπο·
ωμιλημένη
κακ
ομιλουμένη.
 
Έτσι έχουμε και μια ωραία εθνική γλώσσα και τη χαίρεται ο κόσμος· και κάθε Αθηναίος την καθομιλεί και την καθωμίληκε.
Μου φαίνεται τώρα πως διορθώσαμε το μεγαλύτερο λάθος. Είναι όμως κι άλλα πολλά· θα σημειώσω μόνο τα πιο σημαντικά. Ο κ. Βλαστός φρόντισε να τυπωθεί αφτό το βιβλιαράκι με πολύ μεγάλη προσοχή και κάμποσους κόπους του κόστισε η δουλειά. Ήτανε όμως αδύνατο να μην έχουμε λάθια, αφού μου ερχόντανε οι διόρθωσες στο Παρίσι κι έπρεπε να τις στέλνω πίσω την ίδια μέρα που τις έπαιρνα. Παρακαλώ λοιπόν τον αναγνώστη να διαβάσει  (κτλ.)
Εννοείται πως γράφω παντού με σκοπό οι αντίς το βάρβαρο το η, τις αντίς τ’ άνορθο της, γλώσσες κι όχι γλώσσαις, η πόλη, της πόλης, κι όχι πόλι, πόλις, κτλ. κτλ. — Καμιά φράση, απ’ όσες έχω βαλμένες στις σελίδες [51-56] με γαλλική μετάφραση, δεν είναι δική μου. Είναι όλες παρμένες από καμιά φημερίδα. — Σελ. 77, γμ 29 «Θρησκεία» κτλ. Τα λίγα που λέω σ’ αφτό το κατεβατό, τα είπε πολύ καλύτερα ο κ. Ροΐδης, Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως, σελ. 4. Έκαμε πολύ σωστή ανάλυση και ψυχολογία. — Για γραμματικά και μερικά άλλα ζητήματα, ίσως μιλήσουμε αλλού. Καθώς το είπαμε στον Πρόλογο, αφτό το βιβλίο, μόλον ότις έχει βάση τη γραμματική, γράφηκε μόνο και μόνο για να μπορέσει, αν είναι δυνατό, να διασκεδάσει τον κόσμο με λίγη φαντασία και ποίηση.

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΟΥΛΕΣ

Ιερή. Εκείνο που φοβόμουνε, όταν έγραφα το Ταξίδι, στα 1886, φαίνεται πως ακολούθησε κιόλας. Δεν ήξερα τότες, αν έπρεπε να παραδεχτούμε τον τύπο ιερός, ορθογραφημένο με ι, επειδή κι ήτανε αδύνατο με τον καιρό να μη γίνει γ το ι, έτσι να μη συμπέσει στην προφορά ο ιερός με το γερό. Και τόντις στην Πόλη — εννοείται κι αλλού — λένε, καθώς έμαθα, το γεροραφτάδικο, γεροράφτης (που κάνει ρούχα για τους παπάδες), γεροκήρυκας κτλ. Βλέπουμε δηλαδή στα ρωμαίικα ό,τι βλέπουμε και στα γαλλικά, όπου sain (γερός), και saint (ιερός), δεν ξεχωρίζουνται πια στην κουβέντα, παρά μόνο από το νόημα. Λοιπόν τι να κάμουμε; Από δω κι ομπρός ίσως είναι καλό να τα ορθογραφούμε διαφορετικά το καθένα, γερός και γιερός, γιατί άμα καταντήσει κοινή συνήθεια ο ιερός, το ιε το αρχαίο δε θα μείνει. Θ’ αλλάξει όπως κι ο γιατρός (ιατρός).[επιστροφή]
Αιώνα. Ίσως μου δώσετε μια στιγμή την άδεια να κάμω το δάσκαλο. Μα τον αιώνα, στη θέση όπου τον έβαλα, τον καμαρώνω. Γύρεψα λέξη κάμποση ώρα, ώσπου να βρω, γιατί μου χρειαζότανε μια που να σημαίνει την ατομική την ύπαρξη του ψαριού και συνάμα τον καιρό, του καιρού τη διάρκεια, για να μη φαίνεται πως περιορίζεται κάπως ο καιρός σ’ ενός άτομου ύπαρξη. Θαρρώ πως η λέξη αιώνας μας βοηθά περίφημα σε τέτοια περίσταση, α θυμηθούμε πως στην αρχαία γλώσσα αιώνας θα πει ζωή, γλυκύν γεύσας τον αιώνα, που λέει κι ο Ηρόδοτος. Έτσι, γράφοντας τη δημοτική, έχουμε το δικαίωμα να κλασσικίζουμε — όπως άξαφνα και στη Γαλλία το ’χουνε, κρύφιο καμάρι μερικοί συγραφιάδες να μεταχερίζουνται λέξες ζωντανές (charme, aimable) με το παλιό τους το λατινικό ετυμολογικό νόημα.[επιστροφή]
Κατάλογος. Ήθελα να κάμω Κατάλογο, δηλαδή αρφαβητικό πίνακα για όσες λέξες έχω παρμένες στο Ταξίδι μου από την καθαρέβουσα — ή την αρχαία — να δούνε οι δασκάλοι τον άδικο πόλεμο που σηκώσανε, λέγοντας πως η δημοτική δεν είναι γλώσσα· κατηγορούσανε με τέτοια λόγια τη δική τους την ίδια. Μα νόμισα πιο φρόνιμο να μη δημοσιέψω εδώ τον πίνακα. Έχω από πέρσι ολοέτοιμο και τον πίνακα της Ζ. κι Α. (κ. 331), που έμεινε ατύπωτος. Συλλογίστηκα λοιπόν κατόπι, αφού βγούνε καμιά δεκαριά τόμοι, να καταπιαστώ κανένα πίνακα γενικό και για τους δέκα τόμους. Μέσα θα βρεθεί ο πίνακας της Ζωής κι Αγάπης, μαζί με τον πίνακα του Ταξιδιού. [επιστροφή]
Δεν είναι όμως κι έφκολο πράμα να γίνει μεθοδικός πίνακας για τις λέξες που παίρνουμε πότε από την καθαρέβουσα, πότε από την αρχαία. Ποιες είναι οι αρχαίες, ποιες οι δασκαλικές και ποιες οι δημοτικές; Αδύνατο πολλές φορές ν’ αποφασίσεις. Υπάρχουνε άπειρες λέξες που ο λαός, αν τις βαστούσε από τα χρόνια τα παλιά, δε θα τις έλεγε αλλιώς παρά που θα τις πεις ο ίδιος, όταν τις πρωταρπάξεις από κανένα βιβλίο. Δηλαδή, μοιάζουνε τα ρωμαίικα σ’ αφτό με τα ιταλικά, οπού άξαφνα η λέξη porta δεν τ’ αποδείχνει μοναχή της αν είναι δασκαλισμός ή αν είναι πατροπαράδοτη. Έτσι σε μας η λέξη αβγή. Έμενα μου φαίνεται σα να την έμαθα σκολειό· χαράματα την ξέρει ο λαός. Μα το αίστημά μου δε σημαίνει πως δεν μπορεί να ’ναι κι η αβγή λέξη του λαού. Ο τύπος της λέξης δημοτικός. Ας υποθέσουμε όμως και λέξες ή όρους επιστημονικούς που δε βρίσκουνται στο λαό, τυπικός, ρητορικός, σύνορα κτλ. κτλ. Οι τύποι δε θ’ αλλάζανε, αν ήτανε οι όροι κι απαρχής δημοτικοί· πάντα σύνορα, τυπικός θα τα λέγαμε. Μήπως τάχα και η λέξη και η φράση δεν είναι από καταγωγή τους δασκαλισμοί; Ωστόσο ποιος από μας θα βάλει όρκο πως και τη λέξη και τη φράση έπρεπε χωρίς άλλο να τη δανειστεί ο λαός από τους δασκάλους και πως δεν τις είχε χτήμα του προγονικό, αναγκαίες σαν που του είναι; Μήτε από τον τύπο μήτε από το νόημα δεν ξεχωρίζουνται λοιπόν από τους δασκαλισμούς κάμποσα δημοτικά. Για τούτο θάρρεψα κιόλας, όταν έγραψα το Ταξίδι μου, πως ώριμο πια το ζήτημα και πως ήρθε η ώρα να γραφεί κανονικά η εθνική γλώσσα. Ίσως θα το καταλάβει καλύτερα ο αναγνώστης από τον ακόλουθο τον πίνακα, όπου θα δει τους δασκαλισμούς που βρίσκουνται και στον πρόλογο (Δυο Λόγια) και στην πρώτη σελίδα του Ταξιδιού του ίδιου (σ. 27). Ο πρόλογος είναι κάπως πιο φιλοσοφικός στο ύφος από την περιγραφή που ανοίγει το κεφάλαιο Α’, κι όμως δεν έχει ο πρόλογος λιγότερους δασκαλισμούς από την περιγραφή· ας κρίνει τώρα ο καθένας.
αβγής, αγώνας, αναγνώστης, Ανατολή, αξία, αρχαία, άτομα, αφορμή, βιβλίο, Γαλλία, γαλλικά, γενικά, γραμματική, γραμματικό, δοκίμια, δημόσια, δυτικής, ενότητα, έξοχη, επιστημονικά, ερωτεμένος (μισός δασκαλισμός εξαιτίας του ε του αρχικού), έρωτας, ζητήματα, ζωηρό (εξαιτίας του η), ιδέα, ιστορία, ιστορική, καθαρέβουσα, καλλιεργώ, κανονικά, κατακρίνει, κοιλάδα, κοινή (γλώσσα), λέξη, λόφο, μαθήματα, μάλιστα, μορφολογία, νέος, νοερά, οδηγός, ορθογραφικό, πανεπιστήμιο, παρακαλώ, παράλια, παρατήρηση, πεδιάδες, πλάστης, πλημμύρα, ποίηση, πρόβλημα, ρητορικός, σέβας, σειρά, στολή, συγράμματα, συλλαβή, σύνορα, σύνταξη, σύστημα, τουλάχιστο, τυπικό, φαντασία, φιλολογία, φιλολογικά, φράση, φωνολογία, χρώμα. Τέσσερεις σελίδες, εξήντα οχτώ δασκαλισμοί, δηλαδή από δεκαεφτά δασκαλισμούς, σωστά σωστά, η κάθε σελίδα.
Να λοιπόν κι ο συβιβασμός που κάπως αστόχαστα γυρέβουνε οι δασκάλοι μεταξύ καθαρέβουσα και δημοτική. Θαρρώ πως τον έχουμε από τα 1888 και πως αφτός είναι ο μεθοδικός, όπως το δείχνουμε και στην Απολογία.
Που… στη θέση του πως. Μερικοί φαίνεται αγνοούνε πως το που αντίς πως είναι κοινή συνήθεια στη Χιο καθώς και στην Πόλη. Άδικα το είπα πως είναι ανυπόφορο (Ρ. κ. Μ., Α’, 55), ή σα θέλετε το είπα έτσι χωρατέβοντας. Ο φίλος μας ο Ζ. Φυτίλης, που είναι Χιώτης και που ζει στην Πόλη, το γράφει πάντα που στα χαριτωμένα του βιβλία, και δεν πιστέβω γι’ αφτό να χάνουνε από την ομορφιά τους. Καλύτερο μου φαίνεται το πως (σου λέω πως το ξέρω, κι όχι σε λέω που το ξέρω), γιατί τότες ξεδιακρίνουμε το πως από το που τ’ αναφορικό. [επιστροφή]
Να διεις. Δεν το κράτησα μόνο από πατριωτισμό πολιτικό, που να πούμε. Νομίζω πως θ’ αναγκαστούμε, τουλάχιστο στην υποταχτική, να κρατήσουμε το ι και στην Αθήνα, για να ξεχωρίζουμε το δέστε, του δένω, από το δέστε, του βλέπω. [επιστροφή]
Γραφτοδίφη. Περιττό να προστέσουμε πως καμιά καταφρονετική σημασία δε δίνω στον όρο γραφτοδίφης. Είναι τίτλος ωραίος, και σήμερις η γραφτοδιφία περνά για επιστήμη που ανασκαλίζει και μελετά τη ζωή όλων των αιώνωνε κι όλου του παρελθόντου. Άλλοι θέλουνε αλλιώς τον όρο, λ. χ. γραμματολόγος, σε αντίθεση του φιλολόγος. Μπορεί να συζητηθεί άλλη φορά.[επιστροφή]
Νερό. Ίσως παρατηρήσει κανείς στη φρασούλα μου αφτή που αρχίζει «στον Ιλισό», και που τελειώνει με τη λέξη «νερό», πως βρίσκουνται μέσα δυο ρίμες, Ιλισό, νερό, έχει, τρέχει… Ας πω το λοιπόν όλη μου την αμαρτία. Δεν πιστέβω να το ξέρει κανένας, μα το Ταξίδι μου, προτού κατεβώ ακόμη στην Ελλάδα, θέλησα να το γράψω σε στίχους!! Θα ’καμα τρεις τέσσερεις στροφές. Δε θυμούμαι καμιά. Θυμούμαι μονάχα πως μιλώντας για τον Ιλισό, έλεγα πως δε ρέει
«…αφού δεν έχει
Μήτε μια σταλιά νερό.»
Έμεινε λοιπόν εδώ σαν αντίλαλος ο μισός κι ένας στίχος. Προσκυνάτε, σας παρακαλώ, τον τάφο του ποιητή — γιατί γλήγορα, σας βεβαιώνω, το κατάλαβα πως δεν άξιζα για στίχους, και πως θέλαμε τότες ποίηση στα πεζά. [επιστροφή]
Γιούλη. Γιούλιο το είχα στην α’ έκδ. Πιο σωστό μου φάνηκε να το πω Γιούλη, αφού έχουμε Γεννάρη, Φλεβάρη, Μάρτη, Μάη κτλ. Δεν έβαλα όμως Αλωνάρη, όπως θα το ’βαζα σήμερις, γιατί στο μικρό μου αφτό κεφάλαιο περγελώ κάπως εκεινούς που μας τα ψιλολογούνε τα καθέκαστα του ταξιδιού τους κι οι τέτοιοι Αλωνάρη δεν καταδέχουνται. [επιστροφή]
Να πάρουμε το σιδερόδρομο Βέβαια πως ρωμαίικα σε παίρνει ο σιδερόδρομος ή το βαπόρι. Μα ήτανε περιττό να με κατηγορήσουνε, αφού όλος ο κόσμος το λέει έτσι και τ’ άφησα πίτηδες. [επιστροφή]
Βόλτα γύρω στον ήλιο. Ο Σπ. Αναστασιάδης μου ανακάλυψε το χοντρό λάθος που μου ξέφυγε, και που ωστόσο δεν το παρατήρησε κανένας. Φανταστείτε να το ’βλεπε δάσκαλος, τη χαρά του. Διαβάστε τη φρασούλα και θα δείτε πως βάζω τον πλανήτη μας να κάνει από μια βόλτα κάθε μέρα γύρω στον ήλιο! Σα βιαστικός ο φίλος. Στοχαστείτε το κιόλας, αν μπορεί να το χωρέσει αθρώπινος νους, τι θα γινότανε σε τέτοια περίσταση. Υποθέτω πως δε θα προφταίναμε ούτε να πηδούμε ή να πετούμε ή να χορέβουμε, αντίς να περπατούμε, σε τόσο τρομαχτική γληγοράδα, γιατί θα ’σπανε ο πλανήτης μας σε είκοσι τέσσερεις ώρες καιρό. [επιστροφή]
Μου έδειξε ο Αναστασιάδης το λάθος, όταν ήτανε πια τραβηγμένο το Ταξίδι. Να κοιτάξετε όμως τα Παρατυπώματα και Παραβλεψίματα, οπού δεν το διόρθωσα καθαφτό, μα προσπάθησα να το μπαλώσω, βάζοντας δρόμο αντίς βόλτα. Ο δρόμος της γης, ας είναι κι ο καθεμερνός της, πάντα γύρω στον ήλιο.
Κλούμπι…κλουβί. Έβλεπα δηλαδή, όταν το ’γραψα, τόσο προχωρημένη τη δημοτική, τόσο κλασική, που μπορούσανε να γίνουνε στη γλώσσα μας και κάπως κλασικά χωρατά. [επιστροφή]
Ν’ αποθέσει. Η φράση, του Βουτυρά (κ. Ρ. κ. Μ., Β’, 221), στο Νεολόγο της Πόλης, 1886. [επιστροφή]
Αρμένηδες. Ντρέπουμαι που το ’γραψα τότες και παρακαλώ, ύστερις από κείνα που είδαμε, να με συχωρέσουνε τ’ αδέρφια μας οι Αρμένηδες για τ’ άνοστο χωρατό. [επιστροφή]
Σαν πρόβατα δίχως τσοπάνη. Είναι φρασούλα που την άκουσα για τον παππού από Χιώτες, απαράλλαχτα όπως την έχω. Πιο απάνω, τη φράση· «Να σου, αφέντη μου, κι ένα λουλούδι του μπαξέ σου», μου την είπανε και δάφτηνε στη Χιο, καθώς την είπε ίσια ίσια του Μαχμούτη. — Του Μαχμούτη, μπορεί όμως και κανενός βεζίρη του, είπε ο παππούς και την άλλη φράση· «Γιατί μας σφάξατε». Ίσως δεν είναι τα λόγια τα ίδια· μα το νόημα τέτοιο ήτανε. Αφτό από τον πατέρα το ’μαθα τότες στην Πόλη. [επιστροφή]
Ψη. Να το πω πιο σωστά, στου Γιαννίρη το σπίτι όπου καθόμουνε στο Πυργί, παρατήρησα τις διαφορές που καταλόγισα εδώ (ψυ’ή, ψυή, ψυί) από τρεις γενιές, τον παππού, το γέρο Γιαννίρη, την κόρη του κι ένα του πολύ μικρότερο αγόρι. [επιστροφή]
Γράμματα. Φαίνεται—και μου το λέει κριτής πρώτης αράδας, ο Αργύρης Εφταλιώτης — πως ο δέφτερος στίχος δε στέκει! Το παθαίνουνε κάποτες αφτό οι στίχοι μου. Ωστόσο νομίζω πως έχει τις χρειαζούμενες συλλαβές και τους χρειαζούμενους τόνους, επειδή πυργούσικα πρέπει να προφέρουμε το κάώ—κάμω — με δυο τόνους, γιατί βρίσκεται ίσια ίσια στο στάδιο που περιγράφουμε πιο απάνω (σ. 133), μιλώντας για το φιλώ. [επιστροφή]
Το χώμα κ.τ.λ.. Μόλις ανάγκη να σημειώσω πως πάσκισα στο μέρος αφτό να παραφράσω με λίγα — και κουτσά λόγια, τη λαμπρή εκείνη κοινοτοπία που βρίσκεται με τόσα χρώματα βαμμένη και με τόση ποίηση στην Triestesse d’Olympio. Το ’καμα πίτηδες, εννοείται, γιατί πιο κάτω παρασταίνουνται αλλιώς τα ίδια πράματα και μ’ άλλο νόημα. Κάποιος δεν το κατάλαβε και είπε πως το κεφάλαιο ήτανε μίμηση! Μου φαίνεται ίσια ίσια πως είναι το εναντίο. [επιστροφή]
Πνέμα-ξύπνηση. Φράση που την άκουσα όπως και την έχω γραμμένη, στην Πόλη, από έναν άθρωπο απλό. [επιστροφή]
Συμποσώσεις. Το συμποσώνω είναι ωραίος όρος του Πάλλη-Μαρκέτη. [επιστροφή]
Ο πολιτικός αφτός συμβιβασμός. Δεν το υποψιαζόμουνε τότες πως θα ’βγαινα τόσο καλός προφήτης. Ο πολιτικός συβιβασμός, τι λέω; η φιλία με τον Τούρκο, κάποτες αχ! — είτε κρύφια είτε φανερή —κι η συμμαχία, φέρανε αποτελέσματα ωραία και δοξάσανε την Ελλάδα στην Εβρώπη. Χαίρουμαι που ξαναβγαίνει το Ταξίδι μου, με το μίσος του το παλιό και το δίκιο. Είναι ώρα να τα θυμηθούμε. Κάποιος είπε στη Γαλλία για μερικές γυναίκες πως αδύνατο να τις γλυτώσεις από το κακό, επειδή κι έχουνε τη νοσταλγία της λάσπης. Φοβούμαι, πολύ φοβούμαι, σαν το ψυχολογώ, μήπως κι έχουμε στην Ελλάδα καμιά νοσταλγία της σκλαβιάς. Άλλο νόημα δεν μπορεί να ’χει τέτοιος συβιβασμός και τέτοια φιλία. [επιστροφή]
Βράχους. Ίσως πει κανείς πως σε τρεις αράδες, πάει πολύ να βρίσκουνται τρεις φορές οι βράχοι. Προσπάθησα κάπως εδώ να σκολιάσω ένα στίχο της Ηλέχτρας (490), δεινοίς κρυπτομένα λόχοις, που δεν τον ξηγούνε πάντα με τον ίδιο τρόπο. [επιστροφή]
Έμοιαζε θεός. Και δω πάσχισα να ερμηνέψω ένα περίφημο στίχο του Αριστοφάνη (Αχ. 530-1). Ολύμπιος δε σημαίνει πως ήτανε ατάραχος ο Περικλής. Ατάραχος, σα θύμωνε, δεν ήτανε μήτε ο Δίας· πάντα Δίας όμως. Σα να βαστούσε λοιπόν αστροπελέκι ο Περικλής κι έτσι έμοιαζε θεός. [επιστροφή]
Η αλλαγή του τονισμού. Δε θέλησα ν’ αλλάξω το Ταξίδι μου στην ουσία του, και τ’ άφησα όπως το ’γραψα τότες ή τουλάχιστο διορθώνοντάς το πολύ λίγο, επειδή κι η πρώτη έκδοση γράφει, όλες τις άλλες αλλαγές. Όχι! δεν τις έφερε όλες ο τονισμός· περισσότερες έφερε με την αλλαγή της η προσωδία. [επιστροφή]


[1] Πρώτα, έκδ. Α’, έγραφε Περιεχόμενα, και θυμούμαι πως τότες το συλλογίστηκα, δηλαδή αν τάχα δεν ήτανε καλύτερο να το κάμω Περιεχάμενα, και σήμερις αδίσταχτα έτσι το βάζω (παθητικό, καθώς και το λεγάμενος). Θα το ’βαζα και Πίνακας, που είναι κατάλληλη λέξη και που την έχω στ’ άλλα μου βιβλία, μα τη χρειαστήκαμε πιο πάνω. (εννοεί το συνταιριαχτό πίνακα) [επιστροφή]
[2] Το έχουν, το φοβούμουν κι όλα τ’ άλλα, τα ’καμε ο λαός· μα η καθαρέβουσα του τα πήρε, τα ’βαλε όπου δεν έχουν τον τόπο τους, και γενήκανε σα μισοί δασκαλισμοί. [επιστροφή]
[3] Τη σελίδωση της Α’ εκδ. μαζί με τη σελίδωση της Β’, τις σημειώνω στο τέλος του βιβλίου, χωριστά, σ’ έναν πίνακα συγκριτικό ή σ’ ένα Συνταιριασμό, που συνταιριάζει δηλαδή τις δυο τις σελίδωσες. Καθώς είπα στην Απολογία, έκαμα Κατάλογο για κάτι λέξες του Ταξιδιού, μα επειδή μερικές απ’ αφτές βρίσκουνται μόνο στην πρώτη έκδοση, και τις αλλάζω στη δέφτερη, μπορεί κανείς πιο έφκολα με τον πίνακα να κοιτάξει ποια λέξη έχω στο πρώτο Ταξίδι, και ποια μπήκε στη θέση της εδώ. Απολογία δε λέει τίποτα για μιαν άλλη μικρούτσικη αλλαγή. Αφού ακολουθούμε την παλιά ορθογραφία που συνηθίζει περισπωμένη στα τελικά μακρόχρονα, ήτανε σωστό να γράψω με περισπωμένη το που και το πως. Μου δείξανε όμως πως μας συφέρνει να κρατήσουμε την περισπωμένη μονάχα όταν το που και το πως είναι ερωτηματικά. Θα πεις, πώς η πῶς, στο χαρτί απάνω, το ίδιο κάνει· λοιπό δεν κερδίζουμε τίποτις· ποιος θα προφέρει περισπωμένη; Κερδίζει το μάτι· κερδίζει κι η προφορά. Σα μιλούμε, αλλιώς μελωδούμε αναφορικό πού και ποῦ ρωτηματικό. Ίσια ίσια το διαφορετικό το μελώδημα μας το φανερώνει κι η διαφορά του τόνου του τυπωμένου. Έτσι κρατούμε κιόλας την περισπωμένη εκεί που την είχε κι η αρχαία. — Το που πάλε, όπου το είχα στη θέση του πως, τ’ άλλαξα. Προτίμησα όμως να μην αλλάξω άλλο ένα και παντού βάσταξα το πολίτικο το διω, να διεις, διες. Όχι δηλαδή πως από παλιά συνήθεια μου κοστίζει τάχα να το χαλάσω, μα γιατί δεν ταιριάζει να είμαστε αχάριστοι. Αφού είμαι Πολίτης, σωστό να μείνει στο πρώτο μου το βιβλίο κι ένα θυμητάρι της αγαπημένης μου της Πόλης, σα βούλα του πρωτοχάραχτη. — Χαίρουμαι πολύ που τ’ αξιώθηκα να βγάλω από παντού την παράξενη λέξη Γραικός, αντίς το Ρωμιός το κυριολεχτικό, που δεν τολμούσα φαίνεται να το γράψω, που δεν είχε τότες και πολλή πέραση, μα που σήμερα νομίζω πως μαζί με την ιστορική του σημασία και αξία, του δώσαμε κάποια ποίηση. Στο αφτί, όταν τ’ αφτί μας ακούει δίχως πρόληψη και πάθος, η λέξη Ρωμιός είναι και πολύ όμορφη, έχει δική της αρμονία, γιατί πρέπει να πει το λόγο της κι η τέχνη, όχι πάντα και πάντα ο δασκαλισμός. [επιστροφή]
[4] Ο τονισμός της καθαρέβουσας, φιλόλογος, είναι είδος ψεφτιά, γιατί το ’μαθε παροξύτονο (philologue ή filolόg), κι έτσι το ’λεγε πρώτα· έτσι το ’χει και το Λεξικό του Κορομηλά (Λεξ. Γαλλοελλην… Μ. Γ. Σχινά και Ι. Ν. Λεβαδέως, Αθ. 1861), «philologue, φιλoλόγος », παροξύτονα· έπειτα θέλησε η καθαρέβουσα να το ξελληνίσει σα να τ’ ανακάλυψε μοναχή της. Το βάζουμε προπαροξύτονο εδώ για να δείξουμε τη διαφορά με το φιλολόγο, τον παροξύτονο, που είναι η αλήθεια. [επιστροφή]
[5] «Quand on lui demandoit son avis de quelque mot francois, il renvoyoit ordinairement aux crocheteurs du port au Foin, et disoit que c’etoient se maitres pour le langage.» Oeuvres de Maleherbe, ed. L. Lalane, Paris, Hachette, 1862, I, p. LXXIX, Vie de Malherbe, par Racan; Κοίτ. και Essai de grammaire historique, I, σ. 296, σημ. 1. Ο Malherbe αφτός περνά για πατέρας της φιλολογικής γαλλικής γλώσσας, που έχει τόση εβγένεια, κι ο Racan, που τα δηγάται, ήτανε γλυκός, χαριτωμένος ποιητής, κι έγραφε ωραία τη γλώσσα του χαμάλη. [επιστροφή]
[6] Οι τύποι τον βασιλέα, τον διάβολον, τον γενναίον είναι ξένοι. Τους φτιάσανε οι δασκάλοι και τους μάθανε πού και πού στο λαό. Η αρχαία δεν πρόφερε ποτές τον βασιλέα κτλ., σαν που τα προφέρνουνε οι δασκάλοι και δεν μπορούσε να τα προφέρει έτσι, γιατί οι αρχαίοι ξέρανε τη γλώσσα τους. [επιστροφή]
[7] Επειδή τ’ ακόλουθα δεν είναι παροράματα μονάχα, τ’ αφήνω καθώς ήτανε στην πρώτη έκδοση. Τα καθαφτό παροράματα (όπως τάλεγα τότες), δηλαδή τα παρατυπώματα, τα σβήνω, αφού αναφέρνουνται στις σελίδες και γραμμές της πρώτης έκδοσης. Η δέφτερη έχει παρακάτω πίνακα δικό της για τα λάθια που μας ξεφύγανε κι αφτή τη φορά. [επιστροφή]

Διά χειρός Γιάννη Π. (προστέθηκε 22.9.2009)

Πληροφορίες για τον Γιάννη Ψυχάρη στο Ε.ΚΕ.ΒΙ.